Ηταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αγωνιστής της Αριστεράς και, ως άνθρωπος, στις προσωπικές του σχέσεις, ευφυής, ετοιμόλογος, ευχάριστος. Είναι ο Δημήτρης Χριστοδούλου, που έφυγε από τη ζωή πριν από τριάντα χρόνια – 5 Μαρτίου 1991, στα 67 του, από καρκίνο του αίματος. Κι αυτός, όπως και ο ομότεχνός του Νίκος Καρούζος (που πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 1990, στα 64 του), χωρίς σύνταξη και ιατρική περίθαλψη. Στην αρχή σε κάποιο ράντζο στο «Λαϊκό Νοσοκομείο» και στη συνέχεια, έπειτα και από παρέμβαση του φίλου και συνεργάτη του Μίκη Θεοδωράκη (υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου στην τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη), στο «Υγεία», όπου και κατέληξε.
Γνωστός πριν από τη δικτατορία του 1967, ο Χριστοδούλου, κυρίως για τους θαυμάσιους στίχους του, που μελοποίησαν Μίκης Θεοδωράκη («Βράχο βράχο», «Βραδιάζει», «Καημός», «Γωνιά γωνιά»), Μάνος Λοΐζος («Καλημέρα ήλιε»), Σταύρος Ξαρχάκος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Νίκος Μαμαγκάκης, Μίμης Πλέσσας, Γιώργος Ζαμπέτας, Λίνος Κόκοτος, Ζορζ Μουστακί κ.ά. Βρεθήκαμε και στο Παρίσι στη χούντα (σε κάτι ατέλειωτες συζητήσεις στον κήπο του Λουξεμβούργου) – είχε εξοριστεί στον Εμφύλιο, αλλά τώρα προτίμησε την αυτοεξορία. Επιστρέφοντας, σε κάποιο «άνοιγμα» της χούντας και στην πτώση της, ξαναβρεθήκαμε στις εφημερίδες, να προσκομίζει τα καινούργια του βιβλία, για κάποια συνέντευξη, ή για κουβέντα, καθώς ήταν γλαφυρός συνομιλητής. «Δες κατάντι αυτής της πόλης, αυτής της χώρας: Τα περισσότερα πνευματικά και καλλιτεχνικά στέκια έχουν γίνει τράπεζες!» έλεγε σε κάποιο σουλάτσο στις Πανεπιστημίου και Σταδίου.
Η ταυτότητα
Οντας άρρωστος, σε επίσκεψη στο νοσοκομείο, έγινε κουβέντα (συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 21 Οκτωβρίου 1990) για τον φίλο του Νίκο Καρούζο:
«Δεν είναι κρίμα ένας άνθρωπος που έχει χαρίσει την ευαισθησία του στην κοινωνία να δοκιμάζεται τόσο σκληρά; Ποιος; Ο Νίκος Καρούζος! Εδώ αρχίζει η πρόκληση, εδώ πρέπει να καταλάβουμε ότι είμαστε μια κοινωνία η οποία ενδιαφέρεται για την ύπαρξη όντων πίσω από τα φαινόμενα ή μια απλοϊκή κοινωνία επίπεδη, της οποίας δεν αξίζουν λιβάδια, αλλά κόντρα πλακέ.
Ποιος θα σώσει τη γλώσσα; Ποιος τη συνέχεια της παράδοσης και της σκέψης; Ποιος την ταυτότητα του έθνους; Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να πω, ακόμα και ο έσχατος των πνευματικών ανθρώπων αυτής της χώρας. Τι μπορεί να κάνει; Βεβαίως θα ήταν αστείο να προτείνω πως μέσα στον προϋπολογισμό του υπουργείου Εθνικής Αμυνας πρέπει να ενταχθεί και ένα ποσοστό για τον πολιτισμό. Ωστόσο σοβαρεύομαι, διότι τα μέτωπα άμυνας μπροστά σ’ αυτό το σκοτάδι το σημερινό είναι πολλαπλά και χρειάζονται πολλαπλή παρέμβαση».
Και περνάμε στην προσφιλή του ενασχόληση: «Αλλά, ευτυχώς, υπάρχει η ποίηση. Το ποιητικό φαινόμενο, σαν ένα φαινόμενο ουσιαστικής συντήρησης και γλώσσας, σαν συνεκτικό στοιχείο των ιστορικών και των νεότερων κοινωνικών μονάδων, πέρασε την εντονότερη φάση του τον 19ο αιώνα, για να αποδείξει την ύπαρξη του έθνους. Μετά τον 20ό αιώνα δεν πέρασε κρίση η ποίηση, πέρασε η γλώσσα. Μια γλώσσα που είχε φτιαχτεί τον Αʹ Παγκόσμιο Πόλεμο – ψεύτικη, ανακόλουθη, ρητορική.
Ωστόσο η ποίηση παράγεται και θα παράγεται. Το ζητούμενο είναι αν λειτουργεί κι αν θα συνεχίσει να λειτουργεί. Είναι αμφίβολο. Τι μέλλει γενέσθαι; Αλλοι θα την αντιμετωπίζουν σαν μουσειακό είδος κι άλλοι σαν το άλας της γης. Κι ας πούμε ότι εδώ κρίνεται μια νησίδα για την πνευματική μας ζωή».
Αλλά υπάρχει και το τραγούδι: «Είναι βέβαια αστείο να πούμε πόσο πανάρχαιος φίλος και σύντροφος είναι. Ομως υπέστη κι αυτό τις μεταστάσεις της καταστροφής, “το φάγωμα των μαλαμάτων από το πρόσωπό της”, όπως λέει κι ο ποιητής, από την εμπορευματοποίηση και τη συνακόλουθη υπερπαραγωγή, με τις εταιρείες, στις οποίες, εν μέρει οφείλεται η αποβλάκωση της χώρας».
Το αγγούρι…
Και η (προφητική) έγνοια του ποιητή για το αύριο του τόπου: «Η αναζήτηση κεφαλαίων από την παγκόσμια χρηματαγορά είναι ένα αγγούρι που βρήκε χωράφι να αναφυεί. Συνεπώς δίνουμε τη μάχη με τους τοκογλύφους, με απρόβλεπτες συνέπειες. Από εδώ κι εμπρός η πολιτική μας ζωή, εάν δεν το καταλάβουμε, θα είναι περιστασιακή και άκρως επικίνδυνη. Δηλαδή ξέφραγο αμπέλι. Αυτή είναι η αγωνία μου»…
Λίγες ημέρες αργότερα μιλούσαμε από το τηλέφωνο για τον Τάσο Βουρνά, που ο θάνατος τον βρήκε στο ύπνο. «Ωραίος θάνατος», λέω. «Τι ωραίος; Είναι δυνατό να πεθάνεις και να μην ξέρεις ότι πεθαίνεις;»
Εγινε όμως να πεθάνει κι αυτός στον ύπνο του.
Στο πλαίσιο
Χρειάστηκε να περάσουν τρεις εβδομάδες για να δηλώσει η υπουργός Πολιτισμού ότι δική της επιλογή ήταν ο (τέως πλέον – και πολλά επιβαρυνόμενος) καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Κάτι που δεν προέκυψε στη βαρύγδουπη συζήτηση –με απούσα την υπουργό- που προκάλεσε την περασμένη εβδομάδα ο πρωθυπουργός με θέμα τον πολιτισμένο πολιτικό λόγο (και τι βγήκε;). Αλλά, όπως φαίνεται, δεν είχε, συμφωνηθεί ακόμη ποιος θα χρεωνόταν τον επίμαχο διορισμό. Ετσι εξηγείται και πώς, παρά τον κατατρεγμό, παραμένει, για την ώρα, στη θέση της.
Εξαιρετικό το έργο και οι συντελεστές, αλλά κι αυτή η παράσταση στο διαδίκτυο; Θα πείτε, τι άλλο να κάνουν οι άνθρωποι -όσοι βέβαια δύνανται- με το κακό που μας έλαχε και δεν ξέρουμε πόσο θα κρατήσει; Αλλά και πόσο διαδίκτυο – να προσθέσω και τις τηλεδιασκέψεις (συν τα τόσα ανυπέρβλητα) να αντέξουμε;
Υπάρχουν βέβαια -εκτός από τη συφοριασμένη ειδησεογραφία, τις επαναλαμβανόμενες ελληνικές ταινίες και τις χαζοχαρούμενες εκπομπές χαβαλέ- οι ξεχωριστές τηλεοπτικές, όπως η εβδομαδιαία «Εποχές και συγγραφείς» (ΕΡΤ 2, Τρίτη, 9 μ.μ.). Που άρχισε με γεύση από το έργο του στοχαστή, συγγραφέα και ποιητή Ζήσιμου Λορεντζάτου, συνέχισε με Κωστή Παλαμά, και ακολουθούν: Γεώργιος Βιζυηνός, Ρώμος Φιλύρας, Παύλος Νιρβάνας, Μυρτιώτισσα. Σκηνοθεσία – έρευνα Τάσος Ψαρράς, αρχισυνταξία Τάσος Γουδέλης. Απ’ τις ανάσες…
Απτόητο το Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καστελόριζου, από τις τουρκικές προκλήσεις (που ποτέ άλλωστε δεν μας έλειψαν) συνεχίζει για 6η κατά σειρά χρονιά τη διαδρομή του, από 22 – 29 Αυγούστου. Πληροφορίες, τηλ. 210 6669131 & 140.
ΚΑΙ… Ο σεισμός έλειπε.
