«Οι ιστορικοί, όταν θέλουν να αναφερθούν σε Ελληνα παραγωγό που μεγαλούργησε στο Χόλιγουντ, μιλούν για ένα και μόνο, τον Σπύρο Σκούρα. Στην πραγματικότητα όμως ο Σπύρος Σκούρας δεν ήταν παραγωγός αλλά διευθυντής, άρα υπάλληλος, της γιγαντιαίας εταιρείας παραγωγής 20th Century Fox.
Γι’ αυτό και όταν ατύχησε εμπορικά η «Κλεοπάτρα» [η γνωστή ταινία με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ], απελύθη και ασχολήθηκε με τα καράβια!» πληροφορείται ο αναγνώστης του βιβλίου-λευκώματος «Οι Ελληνες στο Χόλιγουντ» (υπότιτλος: «την εποχή του βωβού κινηματογράφου»), που υπογράφουν οι Φώντας Λάδης – Νίκος Θεοδοσίου (εκδ. Μνήμες) και εκδόθηκε υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού.
Ενδεικτικά μερικοί τίτλοι κεφαλαίων: Η περίπτωση Θανάση Λυμπέρη. Δημήτριος Ιωάννης Μήτσουρας. Η άγνωστη Ρίτα Καρίτα. Η ζωή του Αλέξανδρου Πανταζή. Τα διαμάντια του Τζακ Λόντον. Εξηγεί ο εκ των συγγραφέων Φώντας Λάδης για τους άγνωστους αυτούς εν πολλοίς συμπατριώτες μας πρωτοπόρους κινηματογραφιστές, που διέπρεψαν στα χρόνια του βωβού στην Αμερική:
Σαν παραμύθι
«…Αυτή η ιστορία μοιάζει στ’ αλήθεια με παραμύθι. Οχι μόνο εξαιτίας των άγνωστων στοιχείων που περιέχει για τη ζωή και τη δράση δεκάδων συμπατριωτών μας στη δεκαετία του 1910 και του ‘20 στο χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου, αλλά και για τον τρόπο που αυτά τα στοιχεία συλλέχθηκαν.
Ολα ξεκίνησαν με τον εντοπισμό ενός από τους πρωταγωνιστές αυτής της γλαφυρής και τόσο σημαντικής ιστορίας. Ακολούθησε αμέσως μετά ένα πολυσέλιδο ρεπορτάζ, τον Αύγουστο του 1985, στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», με το υλικό που εκείνος μας διέθεσε.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Θανάσης Λυμπέρης, από το Βασιλίτσι της Μεσσηνίας.
Υστερα από 65 χρόνια ζωής και δράσης στην Αμερική, ο Λυμπέρης, έχοντας γυρίσει πια οριστικά στην Ελλάδα, μοίραζε τα τελευταία του χρόνια ανάμεσα στην ιδιαίτερη πατρίδα του και την Αθήνα. Ογδοο παιδί μιας τυπικής αγροτικής ελληνικής οικογένειας, είχε αλλάξει στη ζωή του πολλές δουλειές. Παιδί για θελήματα, μπακαλόγατος στην Καλαμάτα και μετά στην Αμερική, ηθοποιός, κασκαντέρ, κινηματογραφιστής, δάσκαλος, μπάρμαν, επιχειρηματίας, θεατρώνης, μάνατζερ ομάδας μπάσκετ, πράκτορας του FBI, ιεροψάλτης, δημοσιογράφος…
Ενας φίλος -και αυτός από το Βασιλίτσι- ο Βασίλης Μπίζος, που χάθηκε πρόωρα τον Φεβρουάριο του 2013, ήταν που με παρότρυνε, το 1985, να συναντήσω τον 92χρονο συμπατριώτη του, στο σπίτι που έμενε τότε, στην Αγία Μαρίνα της Ηλιούπολης.
Σύμφωνα με τον Μπίζο, ο Λυμπέρης, έλεγε παντού πως στα νιάτα του, εκεί γύρω στο 1917, όταν δηλαδή αναπτυσσόταν το Χόλιγουντ αλλά και στη συνέχεια, είχε πάρει μέρος στα γυρίσματα πολλών και αξιόλογων ταινιών. Και όχι μόνο αυτός αλλά και πολλοί άλλοι Ελληνες.
Ηταν άραγε όλα αυτά αλήθεια; Η απάντηση είναι: Ναι, όλα.
Πενήντα μέρες μετά τη δημοσίευση στον «Ταχυδρόμο» εκείνης της συνέντευξης, που έκανε αίσθηση, ο Λυμπέρης πέθανε από καρδιακή προσβολή. Το αρχείο του περιήλθε στην εταιρεία «Μνήμες». Ετσι, σταδιακά, εγώ και οι συνεργάτες μου αρχίσαμε κατά καιρούς να ψάχνουμε για να επαληθεύσουμε τα στοιχεία που περιείχε το αρχείο.
Αγνωστοι…
Ο πρώτος κύκλος έκλεισε με ένα τρίμηνο ταξίδι μου, το 2015, στις ΗΠΑ. Οπου κι αν αποτάθηκα εκεί, κανείς δεν ήξερε να μου πει κάτι γι’ αυτούς τους άγνωστους σε μας Ελληνες καλλιτέχνες και επιχειρηματίες, που δραστηριοποιήθηκαν στις ΗΠΑ στα πρώιμα χρόνια του βωβού κινηματογράφου.
Η σχετική βιβλιογραφία και φιλμογραφία ήταν ελάχιστη.
Και ενώ τα χρόνια έτρεχαν, εκείνες οι φωτογραφίες, με τα ονόματα και τις αφιερώσεις στις σελίδες του παλιού άλμπουμ, εκείνα τα γοητευτικά «μαυρόασπρα» πρόσωπα, μας κοιτούσαν επίμονα κι έλεγαν: «Υπάρχουμε, όσα σας διηγείται ο Λυμπέρης είναι αληθινά”.
Συνεχίζαμε, λοιπόν, την έρευνα αποφασισμένοι να εκδώσουμε ένα βιβλίο με το περιεχόμενο του αρχείου Λυμπέρη, έστω και χωρίς πολλά επιπλέον στοιχεία.
Και τότε ένας νέος συνεργάτης εμφανίστηκε. Ο Νίκος Θεοδοσίου.
Η έρευνά του δεν ανέσυρε απλώς πολλά επιπλέον στοιχεία για τους Ελληνες ηθοποιούς, παραγωγούς και αιθουσάρχες που έδρασαν στις ΗΠΑ πριν ακόμα από το 1930. Εντόπισε παράλληλα και πολλές ταινίες του βωβού στις οποίες παίζουν Ελληνες ηθοποιοί, έργο δύσκολο, αφού πάνω από το 70% των ταινιών εκείνης της πρώτης περιόδου έχουν χαθεί.
Ταυτόχρονα, ο Θεοδοσίου συγκέντρωσε και όλο το σκόρπιο, στα πιο διαφορετικά σημεία, υλικό σχετικά με τη ζωή του Αλέξανδρου Πανταζή. Ετσι, ένα ξεχωριστό κεφάλαιο σε αυτό το βιβλίο, αφιερωμένο στο όνομα-θρύλο του αμερικανικού θεάματος, έγινε εφικτό και αναγκαίο».
Στο πλαίσιο
Στο φύλλο της 1-2 Σεπτεμβρίου 2019 είχα αφιερώσει τον διπλανό χώρο στον Αντώνη Καλογιάννη με τίτλο «Χαιρετισμός στον Αντώνη» και υπότιτλο «Ο Καλογιάννης του αγώνα, του έρωτα και του πόνου». Την ίδια περίοδο τον είχα συναντήσει σε μια εκδήλωση και την περασμένη εβδομάδα έφυγε από τη ζωή. Το γεγονός ότι παραδίδω την παρούσα σελίδα δύο με τρεις μέρες πριν τυπωθεί δεν μου επέτρεψε έναν δεύτερο χαιρετισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν με άγγιξε η εκδημία του.
Εχω πολλές μνήμες από τον Αντώνη, τον οποίο συμβαίνει να γνώριζα από τότε που εγκαταλείποντας το υποδηματοποιείο της Καισαριανής ξεκίνησε την τραγουδιστική του καριέρα ως τραγουδιστής του Μίκη Θεοδωράκη με μια μεγάλη περιοδεία στην τότε Σοβιετική Ενωση. Επιστρέφοντας, έπειτα από λίγο, ενέσκηψε η δικτατορία, με τον Αντώνη να βγαίνει με τη Μαρία Φαραντούρη στο εξωτερικό για σειρά -σαφώς αντιδικτατορικών- συναυλιών με τα απαγορευμένα του Θεοδωράκη.
Τα ξένα όμως δεν το κράτησαν – δεν θέλησε να συνεχίσει και κάποια στιγμή επέστρεψε για να συνεχίσει την καριέρα του με εξαιρετικές επιλογές, χωρίς να εκπέσει στην ευτέλεια. Να συνδέσει τη φωνή του με μερικά υπέροχα τραγούδια. «Είναι πολύ άδικο που έφυγε και μ’ άφησε πίσω» δήλωσε ο Μίκης Θεοδωράκης. Να ήταν μόνο ο Καλογιάννης…
Ευτυχώς που πρυτάνευσαν συνετότερες σκέψεις και δεν… κάηκε ο Βασίλης Βασιλικός από μέλη του δήμου της γενέτειράς του Καβάλας, επειδή δεν άρεσαν κάποιες δηλώσεις του. Σε ποιους έδιναν εξετάσεις οι δημοτικοί αυτοί άρχοντες;
ΚΑΙ… Μαύρο το χιόνι για κάποιες περιοχές.
