«Εφυγε από τη ζωή ο τελευταίος από τους μεγάλους ποιητές, που ένωσαν τη ζωή και το έργο τους με τους αγώνες και τα όνειρα του ελληνικού λαού για ένα διαφορετικό μέλλον, χωρίς καταναγκασμούς και απαλλοτριώσεις, με ήθος, μόρφωση και πολιτισμό». Ηταν ο αποχαιρετισμός του Μίκη Θεοδωράκη στον φίλο, συναγωνιστή και συνεργάτη του Μανόλη Αναγνωστάκη (του οποίου είχε μελοποιήσει ποιήματα), που έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουλίου 2005 – πριν από 15 χρόνια, στα 80 του. Και ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, είχε πει: «Θα μας λείψει όπως και η σιωπή του των τελευταίων χρόνων».
Δεν έλαχε να γνωρίσω τον ποιητή – που πολύ θα το ήθελα. Μια μικρή κουβέντα μόνο, στο πόδι, μια υπόσχεση για συνέντευξη που δεν έγινε (δεν ήταν άλλωστε πρόθυμος για συνεντεύξεις) και η ευγενική αφιέρωση στο πεζογράφημά του «Μανούσος Φάσσης – Η ζωή και το έργο του». Θαύμαζα την ποίηση, το ήθος και την αγωνιστικότητά του και το γεγονός ότι είχε ταυτιστεί με την Αριστερά που του επέτρεπε να εκφράζεται ελεύθερα. Τον ποιητή είχε γνωρίσει καλά ο ερευνητής της λογοτεχνίας Γιώργος Ζεβελάκης, ο οποίος ενέδωσε σε μια έκκληση και έδωσε για την παρούσα σελίδα το ακόλουθο κείμενο:
H γνωριμία
«Είχα την ευτυχία, σε μια ώριμη στιγμή της ζωής μου, να συνδεθώ με τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Αρχίσαμε ν’ αλληλογραφούμε, όταν κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη, για την κοινή μας αγάπη: τα λογοτεχνικά περιοδικά. Από το 1978 που εγκαταστάθηκε στην Πεύκη, η επικοινωνία μας έγινε σχεδόν καθημερινή. Από αυτόν τον πολυετή σύνδεσμο, ο σεβασμός και η επιείκειά του, το κλίμα εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας, βοήθησαν να τον γνωρίσω καλύτερα, να καταλάβω τη στάση ζωής του, να ανακαλύψω τις εμμονές και τη νοοτροπία του, να μάθω από τη δημοκρατική συμπεριφορά του.
»Οι τίτλοι των ποιητικών συλλογών και πεζών του Αναγνωστάκη, λίγο πολύ γνωστοί, διαθέτουν ιδιαίτερη επικοινωνιακή δύναμη. Τους παραθέτω: Εποχές, Εποχές 2, Εποχές 3, Η συνέχεια, Η συνέχεια 2, Η συνέχεια 3, Υπέρ και Κατά, Αντιδογματικά, Περιθώριο, Στόχος, ΥΓ, Συμπληρωματικά, Μανούσος Φάσσης, Χαμηλή Φωνή. Θα μπορούσαν να δώσουν ονόματα στα σημερινά στέκια των νέων που έχουν διαδεχτεί “τα σιωπηλά καφενεία με τις ετοιμοθάνατες ‘καρέκλες’”.
»Ηταν καλοκαίρι του 1970 στην Αθήνα, μόλις είχα βγει από ένα σκληρό δίχρονο στρατιωτικό. Φορτισμένος όπως ήμουν, ένιωθα νάναι γύρω μου όλα υπονομευμένα. Οι στενοί μου φίλοι, κατά κύριο λόγο φοιτητές και φοιτήτριες της Γεωπονικής, βρίσκονταν στη φυλακή. Περνούσα στιγμές άγονης και αδιέξοδης μοναξιάς. Κι όμως ένιωθα την ανάγκη να συνομιλήσω, να συνδεθώ, να κάνω τις μικρές μου συμμαχίες. Διάβαζα ό,τι έβρισκα μπροστά μου.
«Τ ώ ρ α τι λες»…
»Τότε έπεσε στα χέρια μου ο τόμος με τα “Δεκαοκτώ Κείμενα”.
»Εκεί ανακάλυψα τα νέα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη που απάρτιζαν τη σειρά “Ο Στόχος”. Με προσέλκυσε ο πρώτος στίχος, σαν μότο κάτω από τον τίτλο: Το θέμα είναι “τ ώ ρ α τι λες”. Τα ποιήματά του εκείνα κινούνταν στους αντίποδες του λυρισμού. Λες και είχαν γραφτεί “χωρίς ήχους και λέξεις”. Απέπνεαν παράξενη αμεσότητα και τα αισθανόμουν νωπά, εν τω γεννάσθαι, σαν να γράφονταν την ίδια ώρα καθώς τα διάβαζα. “Σφυροκοπούσαν αδιάκοπα” τις αμφιβολίες μου και με συμφιλίωναν με την ιδέα της συμμετοχής.
»Με το τελευταίο ποίημα αισθάνθηκα πλήρως ταυτισμένος:
Επίλογοs (απόσπασμα):
“Κι όχι αυταπάτες προπαντός / Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη / Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω / «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος: ‘Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες’ / ‘Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα’ / Εστω / ‘Ανάπηρος’, δείξε τα χέρια σου / ‘Κρίνε για να κριθείς’”.
»Ο κρίσιμος και ανατρεπτικός για μένα στίχος ήταν: “Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς”. Δεν υπάρχει δηλαδή δικαιολογία. Ακόμη και η αναπηρία, τα κομμένα χέρια –δείξε (όχι επίδειξε)– δεν μπορούν να σ’ εμποδίσουν να πάρεις μέρος, να (κατά)κρίνεις για να κριθείς».
