Πάλι για τον Βασίλη Βασιλικό και το «Ζ»; Πάλι. Πρώτον, επειδή χτες συμπληρώθηκαν 57 χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, του πασίγνωστου διεθνώς Ζ (ζει) από το βιβλίο του Βασιλικού και την ταινία του Κώστα Γαβρά. Και ακόμα, για να μην ξεχνάμε, κι επειδή αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί το βιβλίο του Βασιλικού «Η απολογία του Ζ» (Eλληνική Παιδεία Α.Ε., εκδόσεις Νίκα).
Από εκεί και το απόσπασμα που ακολουθεί. Πριν όμως, μερικά στοιχεία για τον Δημήτρη στον οποίο αναφέρεται ο Βασιλικός στο βιβλίο του, που δεν είναι άλλος από τον Δημήτρη (Μίμη για τους φίλους του) Δεσποτίδη, τον «Πέτρο της ΕΠΟΝ» (το ψευδώνυμό του στα χρόνια της Αντίστασης), στον οποίο ο Μίκης Θεοδωράκης αφιερώνει ένα μέρος της 3ης Συμφωνίας του. Και ακόμα, τον ιδρυτή (μαζί με τον Θόδωρο Μαλικιώση) του εκδοτικού οίκου Θεμέλιο, που ξεθεμελίωσε η χούντα του 1967.
Ενός αριστερού εκδοτικού οίκου, ο οποίος όμως, με τον Δεσποτίδη, έκανε άνοιγμα σε πολλούς, πλην Βασιλικού, συγγραφείς: Θεοτοκάς, Πλωρίτης, Καμπανέλλης (του οποίου εξέδωσε το «Μαουτχάουζεν», με τον Θεοδωράκη να γράφει τη γνωστή μουσική) κ.ά. Τέλος, ας προστεθεί ότι ο Δεσποτίδης, που έφυγε από τη ζωή στις 6 Ιανουαρίου 1981, γύρω στα 55 του, δεν άφησε κανένα δικό του γραπτό, ενώ δεν μιλούσε ποτέ για το παρελθόν του. Και περνάω στο απόσπασμα από την «Απολογία του Ζ», που αφορά τη σχέση του με τον Δεσποτίδη:
«“Είναι το βιβλίο που περιμένει ο κόσμος”. Χαμήλωσα σεμνά το κεφάλι. Τέτοιες φράσεις πάντα με στενοχωρούν, αν και εγώ την είχα προκαλέσει. Του τηλεφώνησα να τον δω. Του είχα πει από παλιά ότι γράφω το μυθιστόρημα για τον Λαμπράκη.
Ο Δημήτρης δεν ήταν απλά φίλος μου. Είναι ο άνθρωπος που σκέφτομαι όταν γράφω. Ο,τι προοδευτικό στοιχείο υπάρχει στα τελευταία βιβλία μου οφείλεται στη δική του παρουσία μέσα μου. Από τότε που τον βρήκα και γίναμε φίλοι, βρήκα μαζί και τον αστερισμό μου. Γεννήθηκα ξανά κάτω απ’ τον αστερισμό του. Κι αυτό με βοήθησε ν’ ανακαλύψω πράγματα και στιγμές που ζούσα ως τότε χωρίς να τα συναισθάνομαι.
Η εξέλιξή του στάθηκε παράλληλη με τη φιλία μας. Από οργανικός διανοούμενος που ήταν πρώτα -κι ένας από τους πέντε αληθινά διανοούμενους που ξέρω-, έγινε βιβλιοπώλης και τελευταία εκδότης. Ιδρυσε τον εκδοτικό Θεμέλιο. Ετσι η φιλία μας κινιόταν παράλληλα, γιατί είχαμε κοινά θέματα συζήτησης, όσο κι αν θέλω οι φίλοι μου να ’ναι έξω από την πιάτσα για να με ξεκουράζουν.
Τέλος πάντων, τώρα μου μιλούσε ως εκδότης.
Με ρώτησε πού περίπου βρισκόμουν με το βιβλίο μου και του είπα ψέματα ότι είμαι περίπου στη μέση. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα καν αρχίσει να το γράφω. Κι έτσι του άναψα τα αίματα κι άρχισε με εκείνο το μοναδικό χάρισμα των οραματισμών του να μου περιγράφει την έκδοση: “Κάτι που πρώτη φορά θα γίνει στα ελληνικά χρονικά.
Πρώτη κυκλοφορία σε 20.000 αντίτυπα. Κάθε χιλιάδα θα φέρνει πάνω το νούμερό της. Θα βγουν και χίλια αντίτυπα σε χαρτί πολυτελείας για τους συλλέκτες. Το έργο θα ’χει και φωτογραφίες. Θα πρέπει να βρούμε κάποιον που θα μερακλωθεί για τη δουλειά και να μας κάνει κάτι εντελώς πρωτότυπο. Η μορφή του Λαμπράκη να ’ναι επιμήκης και οι μορφές των άλλων, αστυνομικών, αντιφρονούντων κ.τ.λ., πλατύχοντρες. Τι λες;”
Με παράσερνε στη δίνη των ενθουσιασμών του, που με έκανε να μετανιώνω για την μπλόφα μου. Ηξερα όμως ότι και να του έλεγα ότι μπλοφάριζα κι ότι δεν είχα αρχίσει καν να γράφω το βιβλίο, δεν θα με παρεξηγούσε. Μες στον ενθουσιασμό του και τα αδύνατα γίνονταν δυνατά. Αυτό τελικά μου άρεσε και με τραβούσε κοντά του.
Προερχόμενος εγώ από τη χώρα της καχυποψίας, την πόλη των δισταγμών, την οδό των τύψεων και τον αριθμό επτά, έβρισκα μια τεράστια ανακούφιση να λούζομαι σ’ αυτή τη χειμαρρώδη πίστη του ότι ο κόσμος είναι δικός μας, ότι είναι στο χέρι μας να τον φτιάξουμε εμείς. Εχοντας κάνει δέκα χρόνια φυλακή, είχε όλη την πίστη στη ζωή, που εμείς που δεν κάναμε ούτε μια μέρα δεν ξέρω πώς την είχαμε χάσει»…
