ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με την έλευση του ιού που σαρώνει την υφήλιο και συνακόλουθα την κυβερνητική απόφαση να κλειστούμε στα σπίτια, ώστε να μη διασπαρεί το κακό, ήρθαν στον νου μου κάποια κείμενα σχετικά με συνάξεις ανθρώπων της τέχνης, σε σπίτια, βιβλιοπωλεία ή καφενεία, με τα τελευταία, κυρίως, να αποτελούν στέκια και απλών ανθρώπων. Ο λόγος, προφανής: Δεν υπήρχαν τηλεόραση, ραδιόφωνο, τα ταξίδια δύσκολα, οπότε και αν προέκυπτε κάποιο κακό σαν αυτό που βιώνουμε, περιοριζόταν στο τόπο που πρωτοεμφανίστηκε.

Κι επειδή σήμερα θα σταθώ σε κάποια σαλόνια ανθρώπων την τέχνης, να προσθέσω ότι για πολλούς πνευματικούς ανθρώπους τα καφενεία ειδικότερα αποτελούσαν πηγή έμπνευσης. Εκεί έγραφαν άλλωστε τα κείμενά τους (εκεί δηλαδή έβγαζαν το μεροκάματο), τα οποία στη συνέχεια διοχέτευαν στις εφημερίδες και τα περιοδικά με τα οποία συνεργάζονταν.

Για τα στέκια εκείνα –καφενεία και σαλόνια– έχουν γράψει βιβλία ο Γιάννης Παπακώστας («Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας»), ο Γιάννης Καιροφύλας («Η Αθήνα της μπελ επόκ» κ.ά.), ο Αχιλλέας Χατζόπουλος («Καφενεία του Ελληνισμού») κ.ά. Εδώ θ’ αναφερθώ, επ’ ευκαιρία, σε δύο από τα τελευταία φιλολογικά σαλόνια: του Αγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού, και του Μάρκου Αυγέρη και της Ελλης Αλεξίου (με στοιχεία από ανάλογο δημοσίευμά μου, πριν από εννέα χρόνια στην «Ελευθεροτυπία»).

Οι Κατακουζηνοί

Νευρολόγος- ψυχίατρος διεθνούς εμβέλειας, γεννημένος το 1902 στη Λέσβο, με σπουδές σε Σμύρνη, Παρίσι και Αθήνα ο Αγγελος. Γεννημένη το 1909 στον Πειραιά η Λητώ. Γνωρίστηκαν το 1932, παντρεύτηκαν το 1934 και δέσποσαν στην αθηναϊκή ζωή πάνω από σαράντα χρόνια. Ο Αγγελος πέθανε το 1982 και η Λητώ το 1997 (αρκετά στοιχεία από το αυτοβιογραφικό «Ο Βαλής μου» της –και συγγραφέως– Κατακουζηνού, όπου καταγράφεται και ο μεγάλος έρωτας του ζευγαριού).

Το σπιτικό τους, στο κέντρο της Αθήνας, στη λεωφόρο Αμαλίας (με θέα τον Εθνικό Κήπο και τη Βουλή), υπήρξε φιλόξενος πόλος έλξης της αθηναϊκής κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Εκεί έγινε, για πρώτη φορά, έκθεση έργων του Θεόφιλου και άλλων καλλιτεχνών και πραγματοποιήθηκαν συνάξεις των επιφανέστερων λογίων και καλλιτεχνών της εποχής: Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Ηλίας Βενέζης, Αγγελος Τερζάκης, Γιώργος Κατσίμπαλης, Ανδρέας Καραντώνης, Γιάννης Τσαρούχης, Σπύρος Βασιλείου, Θανάσης Απάρτης, Ευάγγελος Παπανούτσος, Πέτρος Χάρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Mιλτιάδης Μαλακάσης, Μαρίνος Καλλιγάς, Δημήτρης Πικιώνης, Στρατής Ελευθεριάδης-Τεριάντ κ.ά. Κι από ξένους: Μαρκ Σαγκάλ, Ουίλιαμ Φόκνερ, Αλμπέρ Καμί (όταν είχε έλθει στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1955), Λέοναρντ Κοέν.

Η εντύπωση ότι οι παρέες αυτές ήταν κυρίως από τη λεγόμενη συντηρητική πνευματική ελίτ διασκεδάζεται αν σταθούμε στο βιβλίο της Λητώς. Γιατί στις συμπάθειές της αναφέρονται οι Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Χειμωνάς, Αντώνης Σαμαράκης, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Βασίλης Βασιλικός, Νίκος Καρούζος, Μένης Κουμανταρέας, Παράλληλα το ζευγάρι δεν έμεινε ασυγκίνητο και αμέτοχο στα δεινά του τόπου (όχι βέβαια στον βαθμό που τα βίωσαν οι άνθρωποι της Αριστεράς): δικτατορία Μεταξά, Κατοχή, Εμφύλιος, χούντα.

Αυγέρης και Αλεξίου

Από τα τελευταία φιλολογικά σαλόνια, και οι συνάξεις, πριν από τη χούντα του ’67, κάθε Πέμπτη απόβραδο, στο διαμέρισμα της οδού Αλωπεκής στο Κολωνάκι, του Μάρκου Αυγέρη (1883-1973), συζύγου της Γαλάτειας Καζαντζάκη, και της Ελλης Αλεξίου (1894-1988), αδελφής της Γαλάτειας. Εκεί ο Κώστας Βάρναλης και η σύζυγός του Δώρα Μοάτσου, Βασίλης Ρώτας και Βούλα Δαμιανάκου, Ζήσης και Τίτη Σκάρου, Γιάννης και Ρόζα Ιμβριώτη, Νίκος και Ρίτα Μπούμη-Παπά, Διδώ και Πλάτων Σωτηρίου, Λιλίκα Νάκου, Μέλπω Αξιώτη, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Στρατής Δούκας, Δημήτρης Φωτιάδης, Βασίλης Μοσκόβης, Ευγενία Ζήκου κ.ά. – όλοι αριστεροί. Και να συζητούν πάνω σε πνευματικά και πολιτικά θέματα, όπου βέβαια κυριαρχούσε το κομμουνιστικό ιδεώδες.

Με τη δικτατορία σκόρπισε η παρέα. Αλλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους, άλλοι εξορίστηκαν, άλλοι ξενιτεύτηκαν, άλλοι έφυγαν από τη ζωή. Και ιδού τώρα, οι εναπομείναντες… ελεύθεροι έγκλειστοι. Οσο για τα πνευματικά και καλλιτεχνικά στέκια: «Δες το κατάντι αυτής της πόλης», έλεγε σ’ έναν περίπατο στην οδό Σταδίου ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου, «τα περισσότερα στέκια έγιναν τράπεζες!».