ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ελληνας δήλωνε το 1958 ο Αλμπέρ Καμί σε συνέντευξή του στον Καρλ Βιτζιάνι στο περιοδικό «Lettres Modernes» (και αναδημοσιεύτηκε σε αφιέρωμα στον Γάλλο συγγραφέα, στο περιοδικό «Διαβάζω» – 16.1.85), προσθέτοντας ότι όντας φοιτητής διάβασε όλη την ελληνική φιλολογία, που τον είχε συναρπάσει.

Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται ότι στις 2 Σεπτεμβρίου 1939 είχε βγάλει εισιτήριο για ένα ταξίδι στον Ελλάδα. Δεν μπόρεσε όμως να ταξιδέψει επειδή άρχισε ο πόλεμος. Τελικά θα πραγματοποιήσει αυτό το όνειρό του στο τέλος Απριλίου του 1955.

Στην Αθήνα

Ηταν έπειτα από πρόσκληση του Γαλλικού Ινστιτούτου (πρόεδρος ο Οκτάβ Μερλιέ), όπου ο Καμί έδωσε διάλεξη στον «Παρνασσό» για την αρχαία τραγωδία. Ακολούθησε, την επομένη, στην οικία Κατακουζηνού (λεωφόρος Αμαλίας) συζήτηση για το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού έπειτα από πρόσκληση της Ελληνογαλλικής Πολιτιστικής Ενώσεως (πρόεδρος ο ψυχίατρος Αγγελος Κατακουζηνός), στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων: Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ευάγγελος Παπανούτσος, Φαίδων Βεγλερής, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Την όλη συζήτηση κατέγραψε σε μαγνητόφωνο ο Ανδρέας Εμπειρίκος (κυκλοφόρησε αργότερα σε βιβλίο).

Δύο χρόνια μετά, το 1957, ο 44 ετών Καμί έπαιρνε το Νόμπελ Λογοτεχνίας και μετά από άλλα τρία χρόνια -6 Ιανουαρίου 1960 (εξ ου και η παρούσα, με μικρή καθυστέρηση, μνεία)- έχανε τη ζωή στα 47 του σε τροχαίο, στερώντας την παγκόσμια λογοτεχνία από ένα από τα πιο φωτεινά πνεύματα. Ενδεικτικά του ήθους του τα όσα, μεταξύ άλλων, ανέφερε στην τελετή της απονομής του Νόμπελ (αναδημοσιεύω από τον τόμο «Ενας αιώνας Νόμπελ» – επιμέλεια Θανάσης Θ. Νιάρχος, εκδ. Καστανιώτη):

«Κάθε άνθρωπος και κατά μείζονα λόγο κάθε καλλιτέχνης θέλει ν’ αναγνωριστεί. Το θέλω κι εγώ. Αλλά μου ήταν αδύνατον να δεχτώ την απόφασή σας χωρίς να συγκρίνω την απήχησή της, χωρίς αυτό που πραγματικά είμαι.

Πώς ένας άνθρωπος σχεδόν νέος, με μοναδικό όπλο τις αμφιβολίες του, κι ένα έργο, που ακόμη πλάθεται, συνηθισμένος να ζει μέσα στη μοναξιά της εργασίας ή το καταφύγιο της φιλίας, θα μπορούσε να μην πανικοβληθεί από μια απόφαση που τον έφερνε ξαφνικά, αυτό τον μοναχικό και κλεισμένο στον εαυτό του άνθρωπο, στο φως των προβολέων. Με ποια καρδιά επίσης μπορούσε να δεχτεί αυτήν την τιμή, την ίδια ώρα που στην Ευρώπη, άλλοι συγγραφείς απ’ τους καλύτερους, είναι καταδικασμένοι στη σιωπή, κι ακόμη, την ίδια εποχή που η γενέθλια γη του γνωρίζει ατέλειωτη δυστυχία;»

Υπέρ Καζαντζάκη

Μεταξύ εκείνων που διεκδικούσαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας την ίδια χρονιά ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης, που πέθανε λίγες ημέρες αργότερα (26 Οκτωβρίου 1957). Γράφει η Ελένη Ν. Καζαντζάκη στο βιβλίο της «Νίκος Καζαντζάκης ο ασυμβίβαστος»:

«Από ολόκληρη την κλινική του Φριβούργου [στη Γερμανία, εκεί που νοσηλευόταν ο Καζαντζάκης], ο μόνος που δεν ένιωσε αδικημένος, όταν πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας ο Αλβέρτος Καμί, ήταν ο Καζαντζάκης.

-Λένοτσκα [υποκοριστικό του Καζαντζάκη για τη σύζυγό του], ελάτε να με βοηθήσετε να στείλουμε ένα καλό τηλεγράφημα. Ο Χιμένεθ, ο Καμί, να δυο άνθρωποι που αξίζουν το Νόμπελ. Ελάτε να στείλουμε ένα θερμό!

Τα συγχαρητήρια ήταν τα τελευταία λόγια που ο Νίκος Καζαντζάκης έστειλε σε φίλο.

Στις 16 του Μάρτη το 1959 ο Albert Camus μου έστειλε το παρακάτω γράμμα:

“Κυρία, πολύ λυπήθηκα που δεν μπόρεσα να έρθω στην πρόσκλησή σας. Είχα πάντα μεγάλο θαυμασμό κι αν το επιτρέπετε ένα είδος στοργής για το έργο του συζύγου σας. Είχα τη χαρά να αποδείξω και δημοσία στην Αθήνα αυτό μου τον θαυμασμό, τον καιρό που η επίσημη Ελλάδα έκανε “μούτρα” στον πιο μεγάλο της συγγραφέα. Ο τρόπος που δέχτηκε το ακροατήριο -οι περισσότεροι φοιτητές- τη μαρτυρία μου αποτελούσε την πιο όμορφη αναγνώριση, που μπορούσε να λάβει το έργο κι η δράση του συζύγου σας.

Κι ακόμα δεν ξεχνώ πως τη μέρα που λυπόμουν να δεχτώ μια τιμή, που ο Καζαντζάκης άξιζε πολύ περισσότερο, έλαβα ένα τηλεγράφημά του από τα πιο θερμά. Λίγο υστερότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμά του αυτό ήταν γραμμένο λίγες μέρες προτού πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι ένας από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το μεγάλο κενό που άφησε».