ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Τα καλοκαίρια -μαθητής του δημοτικού σχολείου- έπιανα θέση στο γραμμόφωνο κι αργότερα στο πικάπ του εξοχικού κέντρου που ήταν πολύ κοντά στο πατρικό μου σπίτι στο Πτελεό Μαγνησίας, εκτελώντας τις μουσικές παραγγελίες των θαμώνων.

Τα βράδια, νέοι με ντρίλινα παντελόνια και λευκά πουκάμισα, έρχονταν να ξεκουραστούν από το μόχθο της ημέρας και, πίνοντας το ουζάκι τους, μου ζητούσαν να τους βάλω τραγούδια των συνθετών του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού, που το χόρευαν αντρίκια, χωρίς τις ανόητες φιγούρες των σημερινών χορευτών».

Της παρέας

Είναι ο τραγουδιστής Κώστας Σκόνδρας και ο δίσκος του «Λεύκωμα αναμνήσεων» που μόλις κυκλοφόρησε και περιλαμβάνει ρεμπέτικα τραγούδια. «Τραγούδια παρεΐστικα», «τραγούδια της καθημερινότητας» τα χαρακτήρισε στην παρουσίαση του δίσκου ο ερευνητής του ρεμπέτικου και συνθέτης Πάνος Σαβββόπουλος, προσθέτοντας: «Ο Κώστας Σκόνδρας ψάρεψε 21 τραγούδια από τα 8.000 του ρεμπέτικου τραγουδιού, που τα είχε αγαπήσει, που τα είχε λατρέψει και τα είχε μεταλαμπαδεύσει στις χιλιάδες ώρες που είχε τραγουδήσει στη ζωή του σ’ αυτούς που πήγαιναν να τον ακούσουν στους χώρους που τραγουδούσε. Ομως θεωρώ σημαντικό κάτι που έχει αυτός ο δίσκος και δεν βρίσκουμε σε αντίστοιχους δίσκους. Είναι δίσκος από καρδιάς».

Ενδεικτικά μερικοί τίτλοι τραγουδιών: «Απ’ της Ζέας το λιμάνι» και «Πώς να περάσει η βραδιά» (Γιάννη Παπαϊωάννου), «Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει» (Αντώνη Νταλκά), «Ας μην ξημέρωνε ποτέ» (Απόστολου Χατζηχρήστου), «Είναι κρίμα» (Γιώργου Μητσάκη), «Το μαγκαλάκι» (Απόστολος Χατζηχρήστος), «Πάρε πια το δρόμο σου» (Ακη Σμυρναίου), «Χαράματα η ώρα τρεις» (Μάρκου Βαμβακάρη), «Ο,τι μου κάνεις θα σου κάνω» (Βασίλη Τσιτσάνη).

Ο Κώστας Σκόνδρας ξεκίνησε ως τραγουδιστής από τις μπουάτ της Πλάκας: «Εσπερίδες», «Απανεμιά», «Σούσουρο». Στο ρεπερτόριό του, έντεχνα, λαϊκά, ρεμπέτικα –ακόμα και αντάρτικα (που είχαν μεγάλη πέραση στα χρόνια μετά την πτώση της χούντας). Και στη συνέχεια: μαγαζιά και συναυλίες σε Αθήνα, ανά την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

«Οι μουσικές, οι στίχοι και οι ερμηνείες των καλλιτεχνών του ρεμπέτικου τραγουδιού», λέει ο ίδιος αναφερόμενος στο περιεχόμενο του δίσκου, «που από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 μεταλλασσόταν σε λαϊκό, υμνούσαν τον έρωτα και τα πάθη του, κατήγγειλαν την κοινωνική αδικία και τον πόνο της ξενιτιάς και ό,τι άλλο αφορούσε τον άνθρωπο, στάζοντας βάλσαμο στις καρδιές των απλών ανθρώπων».

Και συνδικαλιστής

«Δυνατή. Ωραία, χαρισματική, δωρική φωνή, από αυτές που πλέον λείπουν» επισημαίνει αναφερόμενος στον Σκόνδρα ο μελετητής του τραγουδιού και συγγραφέας Ηλίας Βολιώτης-Καπετανάκης. «Συνεργάζεται», προσθέτει, «επί σειρά ετών με τους δημοφιλέστερους συναδέλφους του. Για μισό αιώνα κυριολεκτικά οργώνει τα πατάρια, τα πάλκα, τις σκηνές, τις συναυλίες και λοιπές μελωδικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Δεκαετίες στην πρώτη γραμμή των τραγουδιστών, εν γένει των εργατών της τέχνης για τα δικαιώματά τους».

Και όντως ο Σκόνδρας, εκτός από τραγουδιστής, είναι και συνδικαλιστής: πρόεδρος της Ενωσης Τραγουδιστών Ελλάδας (ΕΤΕ), υπέρμαχος και υπερασπιστής των λεγόμενων «συγγενικών δικαιωμάτων» (των δικαιωμάτων δηλαδή των εκτελεστών να αμείβονται για τις συμμετοχές τους σε καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσεις), που θεσμοθετήθηκε το 1993 με τον νόμο 2121 και εισπράττονται (και διανέμονται) από φορείς.

Και ακόμα γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος (ΠΟΘΑ) και μέλος της επιτροπής απονομής τιμητικών συντάξεων σε ανθρώπους της τέχνης. (Kαι εκεί, δυστυχώς, με κρατικές μιζέριες, γιατί ενώ κάποτε απονέμονταν εκατό συντάξεις τον χρόνο συρρικνώθηκαν στις είκοσι, το ποσό από 1.270 τον μήνα ευρώ έχει πέσει στα 690, η δε ηλικία απονομής, από τα 65 χρόνια που ήταν πριν, έχει αυξηθεί στα 67. Αλλά αυτή είναι μια άλλη -εν πολλοίς πονεμένη ιστορία- για ένα άλλο κείμενο.)

Επιστρέφοντας στον δίσκο του Σκόνδρα, να κλείσω μ’ αυτό που λέει ο ίδιος, αφού ευχαριστεί όσους συνέβαλαν στη δημιουργία του: «Τα τραγούδια αυτά τα είπα, όχι για να προσθέσω κάτι ουσιαστικό σ’ αυτά -άλλωστε οι πρώτες εκτελέσεις είναι αξεπέραστες-, αλλά γιατί είναι οι μνήμες που με πάνε πίσω στα χρόνια της αθωότητας, γι’ αυτό και ο τίτλος “Λεύκωμα αναμνήσεων”».