Οταν εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, οι Σύροι πρόσφυγες φτάνουν σε ξένους τόπους, συχνά χωρίς να μεταφέρουν μαζί τους τίποτε από αυτά που κάποτε συνέθεταν την υλική απόδειξη όσων έχουν ζήσει. Οχι όμως η Φίντα, που φεύγοντας έβαλε ευλαβικά σε ένα σακίδιο ημερολόγια, ζωγραφιές, τη μαξιλαροθήκη που πιπίλαγε μικρή και ένα άδειο πακέτο Kent, τα τσιγάρα που κάπνιζε ο νεκρός από όλμο αδελφός της. Πολύτιμες υπομνήσεις μιας ζωής που στοιχειώθηκε από βία και τρόμο και την οποία σπάνια μπορούν να αφηγηθούν παραμένοντας «ανώνυμα» θύματα του πολέμου.
Αυτή τη σιωπή επιδιώκουν να σπάσουν η συγγραφέας Μάσα Χάμιλτον, αντιπρόεδρος της ανθρωπιστικής οργάνωσης Concern Worldwide, και η Λιβανέζα εικονογράφος, Χανάνε Κάι, που γυρίζουν τα προσφυγικά στρατόπεδα του Λιβάνου και ανασυνθέτουν -με τα σχέδιά της η μία και την πένα της η άλλη- τη ζωή που άφησαν πίσω τους οι γυναίκες πρόσφυγες της Συρίας.
Γυναίκες σαν τη Λεϊλά που έφερε μαζί της τον έπαινο που πήρε στην έκτη Δημοτικού, όταν ο πατέρας της τη σταμάτησε από το σχολείο για να την παντρέψει με έναν άντρα 15 χρόνια μεγαλύτερό της, ο οποίος όταν ξέσπασε ο πόλεμος την άφησε μόνη με πέντε παιδιά. Σαν τη Ρούμι, που έφυγε χωρίς μια αλλαξιά ρούχα αλλά δεν αποχωρίστηκε το ματωμένο πουκάμισο του σκοτωμένου γιου της. Σαν τη Νούντα, που κουβαλά πάντα πάνω της το μενταγιόν που της χάρισε ο πατέρας της προτού συλληφθεί από τον στρατό και χαθεί από τη ζωή της. Σαν την Αμίρα, που κρατά σαν φυλαχτό το λιωμένο χαρτί με το ποίημα που της έγραψε ο άντρας που αγαπούσε και που εκτελέστηκε από το Ισλαμικό Κράτος. Αυτές τις μνήμες και τις αφηγήσεις πασχίζουν να διασώσουν η Χάμιλτον και η Κάι «για να ακουστούν οι φωνές των γυναικών και να μη λησμονηθεί η κρίση της Συρίας».
