Πήγαν για να βρουν την ευτυχία κι έχασαν τη λογική και την ελεύθερη βούλησή τους. Ο τίτλος ρεπορτάζ της La Nación για τη Σχολή Γιόγκα του Μπουένος Αϊρες (EYBA) εξηγεί το πώς ένας διεστραμμένος κερδοσκόπος με μια στενή ομάδα ακολούθων του κατάφερναν να προσελκύουν διάσημους και πλούσιους προσφέροντάς τους ως «δόλωμα» γυναίκες-μέλη της σέχτας που τους εκμεταλλεύονταν σεξουαλικά για να εξασφαλίζουν χρήμα και πολιτική προστασία.
Τώρα το δεκαώροφο κτίριο της σχολής που «πουλούσε» new age πνευματικές θεραπείες χάσκει έρημο. Μέλη του Τμήματος κατά του Τράφικινγκ της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας (PROTEX) της Αργεντινής έκαναν ένα βασικό βήμα για την εξάρθρωση αυτής της εγκληματικής οργάνωσης με τη σύλληψη 19 ηγετικών μελών της, περιλαμβανομένου και του αρχηγού της, Χουάν Περκόβιτς, ενώ έχουν εκδοθεί 4 διεθνή εντάλματα σύλληψης για στελέχη της που έχουν διαφύγει στο εξωτερικό.
Οι δικαστές της υπόθεσης που είναι γνωστή ως «Σέχτα Α.Ε.» κατηγορούν τους συλληφθέντες για σύσταση εγκληματικής ομάδας που εκτός από διακίνηση ανθρώπων, καταναγκασμό σε πορνεία και σεξουαλική εκμετάλλευση διέπραξαν και τα εγκλήματα της απάτης, πλαστογραφίας, κλοπής, ξεπλύματος χρήματος, παράνομης άσκησης ιατρικής.
Η σχολή έφτιαξε μια πυραμίδα συναισθηματικής, σεξουαλικής και οικονομικής σκλαβιάς των «πιστών» της που βρίσκονταν όχι μόνο στην Αργεντινή αλλά και στην Ουρουγουάη και στις ΗΠΑ, όπου είχε παραρτήματα πουλώντας υποσχέσεις για ευτυχία και ευημερία, λένε οι ανακριτές γι’ αυτή την οργάνωση που είχε μια απόλυτα ιεραρχική δομή. Ο Περκόβιτς, γνωστός ως «Δάσκαλος», «Αγγελος» και «Πατερούλης», ήταν ο ύψιστος ηγέτης που καταλάμβανε το 7ο επίπεδο της ιεραρχίας. Ακολουθούσαν οι «Απόστολοι» στο 6ο επίπεδο, οι «Ευφυΐες» στο 5ο, οι «Μαθητές» στο 4ο. Οι «κοινοί θνητοί», όπως τους αποκαλούσαν, ανήκαν στα χαμηλότερα επίπεδα και ήταν πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε προκειμένου να ανεβούν πιο κοντά στον ηγέτη, όπως τους υποσχόταν αν ήταν υπάκουοι.
Η εκπόρνευση
Στο ισόγειο του κτιρίου λειτουργούσε ο χώρος των μαθημάτων και σεμιναρίων, μία από τις πηγές εσόδων της οργάνωσης, που φρόντιζε να μαγνητοσκοπεί όποιον έμπαινε στον χώρο για να παρακολουθήσει τις διαλέξεις. Γιατί ανάμεσά τους υπήρχαν επιχειρηματίες και αξιωματούχοι, πολλούς από τους οποίους η σχολή «εξυπηρετούσε» προσφέροντάς τους γυναίκες της σέχτας. Κάποιες από αυτές τις συνευρέσεις γίνονταν σε γνωστό ξενοδοχείο της πρωτεύουσας αλλά και στον 9ο όροφο του κτιρίου, που τον ονόμαζαν «Μουσείο». Η μαγνητοσκόπηση ήταν μια δικλίδα ασφαλείας για τον Περκόβιτς, που εύκολα μπορούσε να εκβιάσει τους «επιφανείς» επισκέπτες του πορνείου του αν «οικειοθελώς» δεν δέχονταν να δώσουν σημαντικά ποσά και περιουσιακά τους στοιχεία στην οργάνωση ή και για να εξασφαλίσει διευκολύνσεις και προστασία.
Αυτό ήταν το αποκαλούμενο «σύστημα γκέισας VIP»: εξανάγκαζαν συνήθως έφηβες –που τις έφερναν στη σέχτα μέλη των οικογενειών τους– να υπηρετούν και να ικανοποιούν όλες τις ορέξεις εύπορων ανδρών πρόθυμων να πληρώσουν αδρά. Κάποιες μάλιστα στέλνονταν να «υπηρετήσουν» επί μεγάλο μάλιστα διάστημα πλούσιους «πελάτες» στην Ουρουγουάη και στις ΗΠΑ. Σήμερα υπάρχουν στοιχεία για επτά γυναίκες που έφτασαν έφηβες στη σχολή και τις οποίες εξανάγκασαν σε σεξουαλική σκλαβιά.
Η κλινική για «ατίθασους»
Οπως αποκαλύπτουν συνομιλίες μεταξύ των μελών της σέχτας που έχουν στα χέρια του οι Αρχές, η οργάνωση επιπλέον πλαστογραφούσε έγγραφα που βεβαίωναν χρέη δεκάδων χιλιάδων δολαρίων από μέλη που απεβίωσαν, ή και πιστοποιητικά θανάτου και διαθήκες προκειμένου να αποκτήσουν την περιουσία τους. Οπως έγινε, σύμφωνα με την έρευνα, με μια γυναίκα, που υπέγραψε διαθήκη ορίζοντας κληρονόμο της τη σχολή τις τελευταίες ημέρες της ζωής της κι ενώ νοσηλευόταν σε σοβαρή κατάσταση στην κλινική CMI Abasto, που επίσης ανήκε στη σχολή και λειτουργούσε χωρίς άδεια.
Σε αυτήν επίσης έστελναν τους πιο ατίθασους ή αμφισβητίες ακολούθους τους. Αυτοί έπρεπε να αποποιηθούν τη βιολογική τους οικογένεια και οποιαδήποτε απόπειρα επαφής μαζί της. Επίσης η απόφαση διάθεσης της περιουσίας τους ερήμην της σχολής θεωρούνταν «επικίνδυνη, αποσταθεροποιητική και αυτοκαταστροφική» τάση που έπρεπε να παταχθεί. Εργο που αναλάμβανε η CMI Abasto, υποβάλλοντάς τους σε «θεραπεία ύπνου»: τους νάρκωναν για πολλές ημέρες με ένα ισχυρό κοκτέιλ ναρκωτικών που τους στερούσε κάθε προσωπική βούληση. Ανάλογα κοκτέιλ έδιναν στους αφελείς που πίστευαν τις υποσχέσεις του Περκόβιτς για «θεραπεία» εθισμών, ακόμη και του AIDS.
Η ροή του χρήματος
Οι Αρχές κατάσχεσαν περισσότερα από 1,13 εκατ. δολάρια, σχεδόν 2 κιλά χρυσό, ένα κιλό ασημένια νομίσματα, 13 πολυτελή αυτοκίνητα, 37 κατοικίες, ενώ βρήκαν στην κατοχή των συλληφθέντων 186 τίτλους ιδιοκτησίας. Μαζί βρήκαν μια πλούσια συλλογή σαδομαζοχιστικού πορνό.
Σύμφωνα με ανακριτικές πηγές, «τα κέρδη που αποκτούσαν από την εκμετάλλευση μελών και ασθενών νομιμοποιούνταν από μεσιτικές εταιρείες και συμβολαιογραφεία στην Αργεντινή και στις ΗΠΑ, δημιουργώντας έτσι μια συνεχή ροή συναλλάγματος».
Τα μηνιαία έσοδά της μπορεί να έφταναν και τις 500.000 δολάρια, καθώς τα μέλη έπρεπε να δίνουν μηνιαία συνδρομή που μπορεί να έφτανε ώς και τα 10.000 δολάρια.
Ανάμεσα στα άλλα έγγραφα που κατασχέθηκαν ήταν και μια λίστα εξόντωσης «εχθρών», όπως αποκαλύπτει ο τίτλος της: «Θάνατος και Καταστροφή». Ανάμεσα στα άλλα ονόματα περιλαμβάνονται μιας εισαγγελέα, ενός δικαστή και του Πάμπλο Γκαστόν Σαλούμ, ενός από τα θύματα της σέχτας.
Παλιοί γνώριμοι των Αρχών
«Στη Σχολή Γιόγκα του Μπουένος Αϊρες ο Περκόβιτς όριζε πως για να ανεβεί κανείς στην ιεραρχία έπρεπε να αναλάβει και σεξουαλικά καθήκοντα. Ετσι, παιδιά, έφηβοι και ενήλικοι βίωσαν επί δεκαετίες σεξουαλική εκμετάλλευση», έγραφε στην ιστοσελίδα του «Mentes Libres» (Ελεύθερα Μυαλά) ο Σαλούμ, που μπήκε στην οργάνωση στα οκτώ του χρόνια μαζί με τη μητέρα του, κατάφερε να διαφύγει και τώρα ηγείται μιας κίνησης για να υιοθετηθεί ειδική νομοθεσία για τις σέχτες.
Ο Σαλούμ, «Βελζεβούλ» κατά τον Περκόβιτς, είναι ο άνθρωπος που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έκανε τις πρώτες καταγγελίες για την εγκληματική δράση της σχολής, περιγράφοντας φρικτές εμπειρίες. Παρότι ξεκίνησε δικαστική έρευνα, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο, όπως καταγγέλλει, λόγω των πολιτικών διασυνδέσεων που είχε η σέχτα με παράγοντες της κυβέρνησης Μένεμ. «Μας κατέστρεψαν», λέει σήμερα ο Σαλούμ, ελπίζοντας αυτή τη φορά να αποδοθεί δικαιοσύνη. «Είμαι συγκλονισμένος. Είναι 30 χρόνια αγώνα και δεν μπορώ να σωπάσω ξανά».
