Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ

«Βραδυνή», 1/4/1943. Το αντικομμουνιστικό παρελθόν του Τσόρτσιλ, επιχείρημα της χιτλερικής Νέας Τάξης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ

  • A-
  • A+

Η 6η Απριλίου είναι μια αδικημένη ημερομηνία του εθνικού εορτολογίου. Σε αντίθεση με την 28η Οκτωβρίου και το πλασματικό χάπι-εντ που της αποδίδουν οι σχολικοί εορτασμοί, το ξέσπασμα του ελληνογερμανικού πολέμου συνδέεται αναπόδραστα με τραυματικές μνήμες: στρατιωτική συντριβή· συνθηκολόγηση· ξένη κατοχή· λιμοκτονία μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού κι αχαλίνωτη κερδοσκοπία κάποιων άλλων· ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια για έναν τενεκέ λάδι· ένοπλη συνεργασία χιλιάδων Ελλήνων με τον κατακτητή, ολοκαυτώματα κι αιματηρά «αντίποινα». Και, πάνω απ’ όλα, η αμήχανη διαχείριση αυτού του παρελθόντος επί δεκαετίες από το κράτος των εθνικοφρόνων, τα ηγετικά κλιμάκια του οποίου κοσμούσαν κάθε είδους δωσίλογοι.

«Οι Ελληνες πρέπει να μάθουν τι εστί εργασία»
(«Καθημερινή» 21/5/1941, αναδημοσίευση από τα «Γερμανικά Νέα για την Ελλάδα»)

Τιμώντας με τον τρόπο μας αυτή την παραγκωνισμένη επέτειο, θ’ ασχοληθούμε σήμερα με την κατοχική προπαγάνδα μέσω του νόμιμου τότε Τύπου.

Οι υλικές βάσεις της, όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εφημερίδων και τις εγγενείς αντιφάσεις του δημοσιογραφικού επαγγέλματος στις τότε συνθήκες, έχουν περιγραφεί αναλυτικά σε παλιότερο αφιέρωμά μας (25/11/2017). Απομένει να εξετάσουμε το περιεχόμενό της.

Παροιμιώδης ευλυγισία

Η εικόνα που παρουσιάζουν τα φύλλα του νόμιμου αθηναϊκού Τύπου, ήδη από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, είναι αυτή της πλήρους υποταγής στις ανάγκες και τις διαθέσεις του κατακτητή. Στην καλύτερη περίπτωση, το κήρυγμα της υποταγής γίνεται στο όνομα της συλλογικής επιβίωσης.

Τον τόνο τον δίνει ωστόσο συνήθως ένας επίπλαστος ενθουσιασμός για την ίδια την κατοχή και τις ευμενείς, υποτίθεται, επιπτώσεις της.

Για τις αντιδράσεις των αναγνωστών, μια πρώτη ένδειξη μας παρέχουν οι αναμνήσεις του εθνικόφρονος -τότε- πρωτοετή σπουδαστή στο Πολυτεχνείο, Γρηγόρη Φαράκου: «αποστροφή από την κατάντια του Τύπου, των εφημερίδων που δέχτηκαν να κυκλοφορούν» (Μαρτυρίες και στοχασμοί 1941-1991, Αθήνα 1993, σ.15).

Αποστροφή που στα διασωθέντα ημερολόγια των Αθηναίων της εποχής αποτυπώνεται άλλοτε διακριτικά, με την επισήμανση πως η πολεμική ειδησεογραφία εφημερίδων και ραδιοφώνου προερχόταν πλέον αποκλειστικά «από γερμανικά πρακτορεία», κι άλλοτε ρητά, με τον στιγματισμό των πιο επονείδιστων άρθρων ή ραδιοφωνικών κηρυγμάτων.

Εξω φρενών, ο ερυθροσταυρίτης Χριστόφορος Χρηστίδης εξισώνει έτσι στις 8/5/1941 τους ριψάσπιδες αρθρογράφους με το πιο καταφρονημένο επάγγελμα εκείνου του καιρού −απείρως τιμιότερο, έτσι κι αλλιώς, από το έντυπο ξεσκόνισμα των κρατούντων:

«Η επαφή του ελληνικού λαού με τους καταχτητές άρχισε αφ’ ενός με τους λούστρους, που τριγυρνούν σαν μελίσσι στους δρόμους φωνάζοντας “Μπουτς” ή “Σούμπουτς” μόλις δουν κανένα στρατιώτη, κι αφ’ ετέρου με τις “στρατιωτικές ή πολιτικές προσωπικότητες” της χώρας, που πάνε κι αυτές να λουστράρουν τα παπούτσια των καταχτητών ή των δούλων τους. Μέσα στις προσωπικότητες αυτές είναι κι ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς. Την πρώτη μέρα που ανέλαβε ο Τσολάκογλου, του έγραψε ένα ενθουσιαστικό άρθρο στην “Καθημερινή”. Στο μεταξύ άρχισαν οι κίτρινες εφημερίδες, ο “Ημερήσιος Τύπος” και η “Ακρόπολις”, σκανδαλογραφία κατά των ανθρώπων του Μεταξά. Και φυσικά σ’ ένα νέο του χρονογράφημα, με τον τίτλο “Διακολογία”, ο Σπύρος Μελάς λέει, en passant, πως ο Μεταξάς ήταν ραμολιμέντο. Ενας Θεός ξέρει πόσους επαίνους έψαλε σε όλη την τετραετία για τον Μεταξά ο Σπύρος Μελάς» (Χρ. Χρηστίδης, «Χρόνια Κατοχής», Αθήνα 1971, σ.23).

Μεταξύ άλλων, από τον Μελά η γερμανοκρατούμενη Ευρώπη ζωγραφίζεται σαν ειδυλλιακή «ζώνη ειρήνης» («Εστία», 30/4/1941):

«Η θύελλα του πολέμου είνε σήμερα έξω από τα σύνορά μας, αστράφτει και βροντά σ’ άλλες περιοχές. Ματωμένοι, κομματιασμένοι, κατεστραμμένοι αλλά περήφανοι για τον τρόπο που αγωνιστήκαμε, μπήκαμε στη ζώνη της ειρήνης: Αυτή εκτείνεται από τη Σκανδιναυική χερσόνησο ώς το ακρωτήριο του Ταινάρου κι από τις πεδιάδες της Πολωνίας ώς τον Ατλαντικόν ωκεανό. Δεν είμαστε μονάχοι. Επάνω από δεκαπέντε χώρες, μεγάλες και μικρές -ολόκληρη η Ευρώπη- ανήκουν σ’ αυτή την οργάνωσι που μπήκαμε. Πρέπει μ’ αντικειμενικό βλέμμα ν’ αντικρύσουμε την πραγματικότητα. Και, με την παροιμιώδη ελληνική ευλυγισία, να προσαρμόσουμε την προσπάθεια της ανασυγκροτήσεως στα δεδομένα της».

Η αντίσταση σ’ αυτή την εξέλιξη, προειδοποιεί ο επιφανής αρθρογράφος, συνιστά εθνικό έγκλημα: «Κάθε φρεναπάτη, σ’ αυτό το κεφάλαιο, πρέπει να παραμερισθή. Αποτελεί κίνδυνο −κίνδυνο για την Ελλάδα. Πρέπει όλοι να χωνέψουν ότι το μόνο τίμημα, με το οποίον θα εξαγορασθή η σωτηρία του τόπου, είναι η ηρωική και πειθαρχημένη εργασία. Πρέπει να δουλέψουμε σκυλίσια, όχι μόνο για να επουλώσουμε τις άπειρες πληγές του τόπου, αλλά και για να τον επιβάλουμε, ως παράγοντα σημασίας, στην οργάνωσι της Ευρώπης».

Arbeit macht frei, όπως ακριβώς έγραφαν και στις πύλες των στρατοπέδων τους τα νέα αφεντικά...

Αντιμέτωπος με τη δαμόκλειο σπάθη της κάθαρσης μετά την Απελευθέρωση, ο συντάκτης των παραπάνω (και πολλών άλλων) γραμμών θα ισχυριστεί δεξιά κι αριστερά πως αμάρτησε λόγω... πατριωτικού παρελθόντος −όταν, εννοείται, την εξουσία κατείχαν οι άλλοι:

«Επειδή είχε γράψει το χειμώνα ’40-’41 διάφορα πράγματα εναντίον του Αξονα, όταν είδε τα αξονικά στρατεύματα να μπαίνουν στην Αθήνα φαντάστηκε πως η πρώτη τους δουλειά θα ήτανε να τιμωρήσουν τον Σπύρο Μελά. Εγραψε λοιπόν τα χρονογραφήματά του για “να καλυφθεί”» (Γιώργος Θεοτοκάς, «Τετράδια Ημερολογίου», Αθήνα 1987, σ.522). Παροιμιώδης, όντως, ελληνική ευλυγισία!

Μια θέση στην Ευρώπη

Ποια ήταν όμως τα βασικά μοτίβα αυτής της έντυπης συνεργασίας; Μπορούμε να διακρίνουμε δυο διαφορετικές περιόδους, με διαφορετικά καθεμιά χαρακτηριστικά της φιλοκατοχικής προπαγάνδας –αν εξαιρέσουμε, φυσικά, τον κοινό τόπο της εξύμνησης του κατακτητή και των ντόπιων οργάνων του.

Στην πρώτη φάση, από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι τα τέλη του 1942, τον τόνο δίνει η προβολή των στρατιωτικών επιτυχιών του Αξονα και η απροκάλυπτη εξύμνηση του ναζισμού και του φασισμού ως καινοτόμων «φιλολαϊκών» κοινωνικών συστημάτων, σε συνδυασμό με τις υμνωδίες για τον γερμανικό και ιταλικό πολιτισμό, την υπενθύμιση των «προαιώνιων δεσμών» του Ελληνισμού μ’ αυτές τις χώρες και -σε μια πρώτη φάση- την αισιόδοξη επαγγελία των προοπτικών της Ελλάδας και της οικονομίας της στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής χιτλερικής Νέας Τάξης.

Ορισμένα απ’ αυτά τα επιχειρήματα εμφανίζουν μια περίεργη διαχρονικότητα. «Η Ελλάς δεν μπορεί να είναι διαρκώς μια χώρα “σούι γκένερις”», ξεκαθαρίζει λ.χ. ο Μελάς από τις στήλες της «Καθημερινής» (7/5/1941), δέκα μέρες μετά την είσοδο της Βέρμαχτ στην Αθήνα. «Για να προσαρμοσθούμε στη σημερινή μορφή της Ευρώπης χρειαζόμαστε κράτος με μορφή κατάλληλη, που να μπορή ν’ ανταποκριθή με όσον το δυνατόν μεγαλύτερη ευστοχία σ’ έναν τέτοιο σκοπό. Να θέλουμε να μπούμε στην καινούρια ζωή της Ευρώπης -και είμαστε υποχρεωμένοι να μπούμε- με κράτος παρωχημένης μορφής, είναι το ίδιο σαν να επιχειρούσαμε να παίξουμε Μπετόβεν με λατέρνα».

Για να μην αφεθεί δε η παραμικρή αμφιβολία τι ακριβώς συμβολίζει η λατέρνα, ο ίδιος αρθρογράφος φροντίζει να επισημάνει την κεφαλαιώδη αντίφαση των προηγούμενων μηνών: «Οι Ελληνες είμαστε λαός περίεργος. Είχαμε κράτος ολοκληρωτικό και πολεμούσαμε με τη σημαία των δημοκρατιών. Τέτοιου είδους αντίφασις ματάγινε ποτέ στην πολιτική ιστορία; Φανταζόμουνα, για μια στιγμή, νίκη της σημαίας με την οποίαν πολεμούσαμε. Και γελούσα μέχρι δακρύων. Τι θα γινώτανε, την επαύριον, τ’ ολοκληρωτικό καθεστώς μας; Στάχτη και καπνός».

Υπενθυμίζοντας απ’ την πλευρά της πως ο πρόσφατος πόλεμος «είχεν απονεκρώσει τους κυριωτέρους κλάδους της εθνικής οικονομίας» και «καταφέρει σοβαρώτατα πλήγματα εις την ιδιωτικήν οικονομίαν», η «Εστία» τονίζει σε κύριο άρθρο της (4/5/1941) ότι με «εργασίαν όχι απλώς επιμελή, αλλά άγρυπνον, ακούραστον, υπεράνθρωπον» όχι μόνο θα επουλωθούν οι πληγές αλλά και «θα καταλάβωμεν την θέσιν μας εις την Ευρωπαϊκήν οικογένειαν», αφού «η νέα οργάνωσις της Ευρώπης, εις την οποίαν ανήκομεν πρέπει κυρίως να βασισθή εις την οργάνωσιν της εργασίας» – οπότε, «διά να έχωμεν από τας άλλας χώρας ό,τι μας λείπει, πρέπει να είμεθα εις θέσιν να δώσωμεν και ημείς, εις τας ποσότητας τας οποίας μας επιτρέπουν αι δυνατότητές μας, ό,τι λείπει από τους άλλους».

Είκοσι μέρες μετά, η ίδια εφημερίδα επιχαίρει για τις λαμπρές προοπτικές του εξωτερικού εμπορίου με τις χώρες του Αξονα, επισημαίνοντας ταυτόχρονα (με προσφυγή στα συνήθη εξωραϊστικά στερεότυπα) πως «επιβάλλεται να γίνουν αυστηραί οικονομίαι» στις κρατικές δαπάνες, με κατάρτιση προϋπολογισμού που «θ’ απαιτήση όλην την τεχνικήν δεξιότητα, αλλά και το αίσθημα της αυτοθυσίας και της αλληλεγγύης του ελληνικού λαού»· το κείμενο τιτλοφορείται -πώς αλλιώς;- «Αναγκαίαι θυσίαι».

Η «Καθημερινή», πάλι, υπόσχεται στους αναγνώστες της χρυσά ναζιστικά κουτάλια: «Η Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία», εξηγεί σε κύριο άρθρο της, «έδειξεν εις όλα τα Εθνη τον δρόμον μιας νέας ζωής και η νέα αυτή ζωή έχει ως κυρίας της βάσεις την διευκόλυνσιν του ατόμου εις τον σκληρόν αγώνα του βίου και την δημιουργίαν ανέσεων προσιτών εις κάθε βαλάντιον, την δημιουργίαν χαράς εις τον μοχθούντα πολίτην [...]. Η συνεργασία με τους Γερμανούς, εμποτισμένους με τα ιδεώδη αυτά, θα είναι συνεπώς χρησιμωτάτη» («Η γερμανική συμβολή», 8/6/1941).

Τις ώρες που γράφονταν όλες αυτές οι αισιόδοξες επαγγελίες, σε Αθήνα κι επαρχία διεξαγόταν από τον γερμανικό στρατό η μεγαλύτερη ομαδική ληστεία που υπέστη ποτέ ο τόπος, με το ξάφρισμα κάθε είδους εμπορευμάτων, αγαθών και τροφίμων, επιτάξεις και λεηλασίες καταστημάτων και ιδιωτικών κατοικιών, όχι μόνο από την κατοχική διοίκηση αλλά και από απλούς αξιωματικούς και φαντάρους για προσωπική τους χρήση.

Δεν λείπουν, πάντως, και αυστηρότεροι τόνοι, κατά την αναπαραγωγή ιδίως της αρθρογραφίας των γερμανόγλωσσων «Νέων για την Ελλάδα» (Deutsche Nachrichten für Griechenland). Χαρακτηριστικό -και μάλλον οικείο- δείγμα:

«Οι Ελληνες πρέπει να μάθουν τι εστί εργασία, πρέπει να αποχαιρετίσουν τον προσφιλή των ατομικισμόν και να διαπαιδαγωγηθούν εις την αλληλεγγύην με τους πτωχούς των συντρόφους. Αι γερμανικαί αρχαί έπραξαν ειλικρινώς το παν και πράττουν το παν διά να ελάφρώσουν την τύχην του ελληνικού λαού» (αναδημοσίευση στην «Καθημερινή», 21/5/1941, σ.1).

Τσουλάκια και κτήνη

Μια άλλη σταθερά της πρώτης περιόδου ήταν η υψηλόφωνη καταδίκη της «κτηνωδίας» των Κρητικών που πολέμησαν τους αλεξιπτωτιστές παραβιάζοντας το «δίκαιο του πολέμου», αλλά και των αυθόρμητων φιλοβρετανικών εκδηλώσεων μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού.

«Γερμανοί αλεξιπτωτισταί ηκρωτηριάσθησαν φρικωδώς και άλλοι εκακοποιήθησαν ανοικτιρμόνως» από Βρετανούς και Κρητικούς, καταγγέλλει έτσι το «Ελεύθερον Βήμα» (29/5/1941), δικαιολογώντας ρητά εκ των προτέρων τα «σκληρά αντίποινα» της Βέρμαχτ σε βάρος του πληθυσμού.

Οι Κρητικοί, διακηρύσσει η «Καθημερινή» (28/5/1941), «δεν έχουν δικαίωμα να γίνωνται ασυνείδητα όργανα ξένων προς τα πραγματικά ελληνικά συμφέροντα. Υποχρέωσιν έχουν να δεχθούν τα γενικώτερα συμφέροντα του Ελληνισμού και να δεχθούν τον Γερμανόν στρατιώτην όπως τον εδέχθημεν και ημείς: ως φίλον. Να το εννοήσουν τώρα, ΑΜΕΣΩΣ, προτού είναι αργά, προτού η υπομονή της Γερμανίας εξαντληθή, προτού υψώσουν τείχος μεταξύ της νήσου των και της Πατρίδος, μεταξύ της Κρήτης και του Πολιτισμού».

Εξίσου εύγλωττο και το κύριο άρθρο της επομένης: «Αισθανόμεθα διά μίαν ακόμη φοράν την ανάγκην να καλέσωμεν τους Κρήτας να συνετισθούν. Διατί κακουργούν; Διατί κηλιδώνουν τον πολιτισμόν των και διατί θέλουν η κηλίς να βάψη και τον πανελλήνιον πολιτισμόν; Μήπως τους απέκρυψαν ότι ημείς εδώ ζώμεν καλώς, ως φίλοι, ως συνεργάται, ως αδελφοί με τους Γερμανούς; Εχασαν την αίσθησιν της λογικής; Εχασαν τον πολιτισμόν των;»

Από τις στήλες του «Ελεύθερου Βήματος», ο Παύλος Παλαιολόγος καταγγέλλει πάλι με τις πιο βαριές εκφράσεις «τα ξελιγωμένα τσουλάκια του πεζοδρομίου» και «τους λιονταρήδες των ανώνυμων εκδηλώσεων» που «εγκληματούν κατά του τόπου των» με εκδηλώσεις συμπαράστασης σε διερχόμενους Βρετανούς αιχμαλώτους (3/6/1941).

Η δε «Καθημερινή» καλεί τους αναγνώστες της (22/5/1941) να βάλουν στη θέση του όποιον εκφράζει φιλοσυμμαχικά αισθήματα: «Πρέπει να αντιδράσωμεν παντού όπου τους συναντώμεν· εις το καφενείον, τον δρόμον, το γραφείον μας και το σπίτι μας. Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να το εννοήσουν καλώς: οι Γερμανοί δεν είναι εχθροί μας. Είναι φίλοι μας. Ετσι τους αντιλαμβάνεται η μεγίστη πλειονότης του λαού μας. Και απέδειξαν διά θετικών ενεργειών και εκδηλώσεων ότι είναι φίλοι ειλικρινείς».

Η αγανάκτηση της «Καθημερινής» κατά της «αξιοθρηνήτου μειοψηφίας» που «εκθέτει εγκληματικώς» όσους Ελληνες έχουν κάθε καλή διάθεση να συνεργαστούν με τους Γερμανούς «διά να κατορθώση το Εθνος να ίδη εαυτό εντεταγμένον εις την χορείαν των ευημερούντων λαών», θα κορυφωθεί σε βαθμό υστερίας μετά το κατέβασμα της σβάστικας από την Ακρόπολη:

«Δεν ηθελήσαμεν ν’ ακούσωμεν τον ιστορικόν προειδοποιητικόν λόγον του Αρχηγού του Γερμανικού Ράιχ, διότι καίτοι έχοντες ώτα τα εκρατούμεν εσφραγισμένα», διαπιστώνει στο κύριο άρθρο της (1/6/1941). «Κλέπτομεν τους Γερμανούς αξιωματικούς και στρατιώτας εις τα μαγαζιά και τα εστιατόριά μας, φερόμεθα προς τους ανθρώπους οι οποίοι μας επροστάτευσαν από τα δεινά του πολέμου ως εάν ήσαν βάρβαροι κατακτηταί, κλείομεν τα σπίτια μας όταν μας ζητούν εν δωμάτιον επί ενοικίω και φθάνομεν εις το άκρον άωτον της οικτρότητος να αφαιρέσωμεν την πολεμικήν σημαίαν των από τον βράχον της Ακροπόλεως, όπου κατ’ ευγενή και αβρόφρονα διάθεσιν εκυμάτιζεν παραπλεύρως της κυανολεύκου».

Για να μην υστερήσουν προφανώς σε δουλοπρέπεια, τα «Αθηναϊκά Νέα» της επομένης καταδικάζουν απερίφραστα «την βρωμερότητα όλων εκείνων των εμπόρων που αισχροκερδούν εις βάρος των Γερμανών στρατιωτών, λησμονούντες κατά τον ασυνειδητότερον τρόπον την ιπποτικήν απέναντί μας στάσιν του στρατού της κατοχής» –και, μαζί μ’ αυτούς, όσους Ελληνες «φθάνουν μέχρι της ηθικής πωρώσεως και της ασεβείας προς τας ιερωτέρας παραδόσεις του πολιτισμού μας, ώστε να δικαιολογούν εις τας ιδιαιτέρας συνομιλίας των τας ωμότητας που διεπράχθησαν εν Κρήτη» κατά των εισβολέων, «στιγματίζοντες ούτω το ελληνικόν όνομα και παρουσιάζοντες εις τα όμματα του κόσμου ως μίαν πρωτόγονον ζούγκλαν την πατρίδα μας».

Ελληνογερμανικές Θερμοπύλες

Οι παραδοσιακοί δεσμοί κατακτημένων και κατακτητών συνιστούν ένα ακόμη δημοφιλές μοτίβο της πρώιμης κατοχικής περιόδου.

«Η ελληνογερμανική φιλία δεν είναι νέα», υπενθυμίζει λ.χ. στους αναγνώστες της η «Καθημερινή» (22/5/1941). «Χρονολογείται από της ελληνικής επαναστάσεως, κατά την οποίαν οι Γερμανοί φιλέλληνες έχυσαν το αίμα των διά τας ελευθερίας μας, από της εποχής κατά την οποίαν ανελάμβανον, διά των Βαυαρών σοφών, την πρώτην μας κρατικήν οργάνωσιν».

Μια πτυχή της γερμανικής προπαγάνδας που αναπαράχθηκε μ’ ενθουσιασμό από τον Τύπο, ήταν οι προσπάθειες των κατακτητών να ταυτιστούν με την ελληνική αρχαιότητα.

Ενθουσιώδες φωτορεπορτάζ στην πρώτη σελίδα της «Βραδυνής» (1/7/1941) μας πληροφορεί λ.χ. ότι «τμήματα αλπινιστών του Γερμανικού στρατού κατοχής ωργάνωσαν και εξετέλεσαν πρότινος παρά τας Θερμοπύλας, παρουσία του αρχηγού της Στρατιάς Ανατολής Στρατάρχου Λιστ και άλλων ανωτέρων αξιωματικών αναπαράστασιν της περιφήμου μάχης των Θερμοπυλών, μεταξύ Ελλήνων και Περσών».

Στις φωτογραφίες οι μισοί αλπινιστές φορούν χλαμύδες και περικεφαλαίες, οι δε υπόλοιποι είναι μασκαρεμένοι (όχι σαν αρχαίοι Πέρσες αλλά) σαν αφρικανική ή μελανησιακή φυλή.

Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ θα δώσει μια νέα ώθηση σ’ αυτό το αίσθημα δημόσιας ταύτισης, καθώς στις απόμακρες ιστορικές αναγωγές προστίθεται πλέον η απτή αντικομμουνιστική συμπόρευση.

«Το έργον το οποίον αναλαμβάνουν ήδη τα γερμανικά όπλα θα παραμείνη ιστορικόν εις τα χρονικά της Ευρώπης», αποφαίνεται η «Καθημερινή» στο κύριο άρθρο της (24/6/1941). «Η χειρονομία αύτη του Φύρερ είναι εξ εκείνων αι οποίαι δημιουργούν αφετηρίας κοσμογονικών εξελίξεων. Η αναληφθείσα σταυροφορία είναι σταυροφορία πανευρωπαϊκή, έχουσα ως μοναδικήν της επιδίωξιν την εξασφάλισιν του μέλλοντος της ηπείρου μας, αλλά και του κόσμου ολοκλήρου. [...] Ο αγών τον οποίον αναλαμβάνει ο Αξων εναντίον της ερυθράς βαρβαρότητος αποτελεί υπόθεσιν της ανθρωπότητος όλης».

Η «Εστία», πάλι, αναδημοσιεύει ως κύριο άρθρο (4/7/1941) ένα κείμενο του Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ για «τη σημασία του αγώνος που ανέλαβε η Γερμανία κατά των Σοβιέτ», σύμφωνα με το οποίο η διαφαινόμενη νίκη του Ράιχ «αποδεικνύει πόσον η ελευθερία και το μεγαλείον του Γερμανικού έθνους ταυτίζονται με την ελευθερίαν και το μεγαλείον της Ευρωπαϊκής ηπείρου».

Αρχαία Ελλάδα και Γ΄ Ράιχ έχουν κάτι κοινό σ’ αυτό το σχήμα: την αναγόρευσή τους σε προασπιστές του «ευρωπαϊκού πολιτισμού» απέναντι στην «ασιατική βαρβαρότητα». Ο Μαραθώνας και οι Θερμοπύλες, εξηγεί η «Πρωία» (16/3/1944) διαστρέφοντας κάθε έννοια Ιστορίας, «ήσαν αγώνες των πολιτισμένων ανθρώπων εναντίον της εξισωτικής και ισοπεδωτικής δυνάμεως της ύλης».

Ο Μέγας Αλέξανδρος, πάλι, «ηθέλησε να κτυπήση το κακόν εις την ρίζαν του, να διαλύση δηλ. το Κράτος της ύλης που ήταν το κράτος των Περσών» −όπως ακριβώς η σύγχρονη μετεμψύχωσή του, ο Αδόλφος, τα δίνει όλα για την κατάλυση της τωρινής ενσάρκωσης του υλισμού: «Ο μαχόμενος σήμερον Γερμανός Γρεναδιέρος έχει την συναίσθησιν ότι αγωνίζεται διά την ιδίαν ιδέαν διά την οποίαν προ δυόμιση χιλιάδων ετών ηγωνίζετο ο Κυναίγειρος και ο Φειδιππίδης. Το Στάλινγκραντ δύναται προσφυέστατα να το παρομοιάσει κανείς με τις Θερμοπύλες».

Αν αμφέβαλλε κανείς για τις προοπτικές των απογόνων του Κυναίγειρου στο Ράιχ των μαχόμενων συνεχιστών του, το ρεπορτάζ της προηγουμένης για τον εορτασμό της γερμανικής «Ημέρας των Ηρώων» στον Αγνωστο Στρατιώτη -πανομοιότυπο σε όλες τις εφημερίδες- φρόντιζε να διασκεδάσει κάθε εθνικιστική ανησυχία: «Μ’ εκτίμησι και σεβασμό χαιρέτισαν οι Γερμανοί στρατιώται που βρέθηκαν εκεί τον ελληνικό εθνικό ύμνο και την Γαλανόλευκή μας. Τα σέβεται ο Γερμανός τα σύμβολα αυτά, γιατί νιώθει την ανάγκη της ξεχωριστής υπάρξεως καθ’ ενός λαού, που την θεωρεί απαραίτητη για την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πολιτισμού και για την πρόοδο κι εξέλιξι του πολιτισμού αυτού. Δεν πιστεύει ο Γερμανός στο διεθνιστικό ισοπέδωμα των λαών που θα έχη ως συνέπειά του την εξαφάνισι της ιδιαίτερης ψυχής κάθε λαού. Ο Γερμανός πιστεύει αντίθετα στην κατανόησι των εθνών και στην μεταξύ τους συνεργασία, που δεν την θεωρεί δύσκολη αν επικρατήση η καθαρή λογική».

Στο πλαίσιο αυτό, καταβάλλεται προσπάθεια να διαλυθούν κάποιες επικίνδυνες παρεξηγήσεις για τη φυλετική ρίζα του κακού: το γενεαλογικό δέντρο του Καρλ Μαρξ παρατίθεται λ.χ. πρωτοσέλιδα με κάθε λεπτομέρεια, για να συνειδητοποιήσουν οι αναγνώστες πως «ο πρόπαππος ούτος του Μπολσεβικισμού, αδιάφορο αν αν εγεννήθη εις την Γερμανία, ήτο γνησιότατος Εβραίος που εβαπτίσθη χριστιανός»· το νερό δε του βαφτίσματος «δεν είναι αρκετόν διά να ξεπλύνη την καταγωγήν, [...] δεν αλλάσσει την φυλήν ενός Νέγρου, ενός Εσκιμώου ή ενός Εβραίου» («Καθημερινή», 17/11/1943).

«Ο Κάρολος Μαρξ ήτο Εβραίος», ξεκαθαρίζει από την πρώτη αράδα σχετικού άρθρου του και ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Πολύκαρπος («Τα Νέα - Σημαία-Θάρρος», 2/4/1944).

Ενας είναι ο εχθρός

Η δεύτερη φάση, από τις αρχές του 1943 ώς την απελευθέρωση, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πρωτίστως «αντεπαναστατική» και συμπίπτει με την εγχώρια ανάδυση ενός αντιΕΑΜικού συνεχούς, το οποίο καλύπτει όλο τον χώρο από την εθνικόφρονα αντίσταση ώς τον απροκάλυπτο δωσιλογισμό και συμπυκνώνεται θεσμικά με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Ράλλη, τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και την αναδιάρθρωση των ντόπιων σωμάτων ασφαλείας υπό την εποπτεία του αρχηγού των SS· συνδέεται όμως και με τον γενικότερο αναπροσανατολισμό της χιτλερικής προπαγάνδας, από την επαγγελία μιας ευρωπαϊκής «Νέας Τάξης» στην αντικομμουνιστική επιστράτευση κάθε είδους «εθνικών» εφεδρειών.

Κεντρικό στοιχείο της κατοχικής προπαγάνδας σ’ αυτή τη φάση γίνεται έτσι η επίκληση του «κομμουνιστικού κινδύνου», με επίκεντρο τις ποικίλες εκδοχές «ερυθράς τρομοκρατίας».

Σε μεγάλο βαθμό, η προπαγάνδα αυτή ασκείται με πανομοιότυπα ταυτόχρονα δημοσιεύματα σε όλες τις εφημερίδες –είτε πρόκειται για τη «συγκινητική συναδέλφωση των γερμανικών και ελληνικών όπλων» κατά τον επίσημο εορτασμό της (γερμανικής) «Ημέρας των Ηρώων» από την κυβέρνηση Ράλλη και τα Τάγματα Ασφαλείας στον Αγνωστο Στρατιώτη (15/3/1944), είτε για το πολυήμερο σίριαλ των «αποκαλύψεων» του προπολεμικού κομμουνιστή βουλευτή Εμμανουήλ Μανωλέα -συνεργάτη πλέον της Ασφάλειας- για «το αληθινό πρόσωπο του κομμουνισμού» (4-24/4/1943), είτε για πιο παιχνιδιάρικα ευρήματα, όπως η «ανακάλυψη» χρησιμοποιημένων... προφυλακτικών του ΕΛΑΣ στο δισκοπότηρο κάποιου χωριού της Βοιωτίας (21/4/1944).

Στις στήλες του κατοχικού Τύπου κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του και το δημοφιλές σχήμα των Καλύβα-Μαραντζίδη, η μετονομασία δηλαδή της αντικατοχικής Αντίστασης σε «εμφύλιο» πόλεμο.

«Παρά τας εκφρασθείσας επό έγκυρα ελληνικά χείλη ευχάς όπως το νέον έτος 1944 απομακρύνη από τον τόπον μας το φάσμα του εμφυλίου πολέμου», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε κύριο άρθρο του «Ελεύθερου Βήματος» (11/1/1944), «αι πρώται εβδομάδες του καινούριου χρόνου εβάφησαν, δυστυχώς, και αυταί με αίμα ελληνικόν. Δυο ακόμη Ελληνες, ο ναύαρχος Πινότσης και ένας δεκανεύς των ευζώνων εύρον τον θάνατον υπό τα δολοφονικά πλήγματα αγνώστων ίσως ακόμη εις τας αρχάς, αλλά πολύ γνωστών, δυστυχώς, εις την κοινήν γνώμην ανατρεπτικών κύκλων. [...] Τα σκοτεινά στοιχεία των αναρχικών κομμουνιστικών οργανώσεων, κλεισμένα μέσα εις τον φοβερόν κύκλον του μίσους και του εμφυλίου πολέμου, μη ακούοντα παρά την φωνήν της ταραγμένης των συνειδήσεως, οδηγούν χωρίς υπερβολήν τον τόπον εις αδιέξοδον».

Καθώς όμως «η κοινή γνώμη ολόκληρος αποδοκιμάζει κατά τον εντονώτερον τρόπον αυτάς τας δολοφονίας», τελικά «το κράτος θα λάβη, και οφείλη να λάβη, σκληρά μέτρα διά να απαλλάξη κατά τρόπον ριζικόν τον εθνικόν οργανισμόν από τας δολοφονικάς μαφίας των κομμουνιστικών οργανώσεων».

Δεν λείπουν πάντως και πιο προωθημένες, πανανθρώπινες συλλήψεις αυτού του «εμφυλίου» −στην υπηρεσία, πάντα, της κατοχικής ευταξίας.

«Θα εξακολουθήσει η αδελφοκτονία;», αναρωτιέται έτσι ο τίτλος κύριου άρθρου καλαματιανής εφημερίδας («Τα Νέα - Σημαία - Θάρρος», 20/4/1944), με τον διευκρινιστικό υπότιτλο «Σκέψεις για το Πάσχα ενός Γερμανού στρατιώτη στην Ελλάδα».

Το συμπέρασμα είναι, φυσικά, δεδομένο: «Πέντε χρόνια τώρα διαρκεί ο πόλεμος, πέντε αιματόβαφα χρόνια. Πρέπει όμως να κρατήσουμε για να κερδίσουμε την Νίκη για μας, για την Ευρώπη».

«Δύο άκρα»

Μίγμα πρωτόγονου αντικομμουνισμού και απειλητικού κομφορμισμού αποτελούν επίσης τα συνθήματα που διανθίζουν τις πρώτες σελίδες αθηναϊκών κι επαρχιακών εφημερίδων αυτής της δεύτερης περιόδου.

Χαρακτηριστικά δείγματα, από τον χανιώτικο «Παρατηρητή»: «Ο κομμουνισμός αφαιρεί και διαρπάζει τα πάντα: Τα αγαθά σου, τ’ αμπέλια σου και το τελευταίο γαϊδουράκι σου» (16/2/1944)· «Μην ακούεις τα αποπλανητικά λόγια των Μπολσεβίκων. Κοίτα τη δουλειά σου και το σπίτι σου» (18/2/1944)· «Οποιος αγαπά την θρησκείαν του, την πατρίδα και την οικογένειάν του αποστρέφεται τον κομμουνισμόν» (19/2/1944)· «Θέλεις να εορτάσης και άλλα χρόνια το Πάσχα; Να μισής τον κομμουνισμόν!» (13/4/1944)· «Η θυσία του Χριστού δεν θ’ αφήση ποτέ να νικήση ο άθεος μπολσεβικισμός» (14/4/1944)· «Μόνον με την φιλήσυχον στάσιν και την νομιμοφροσύνην προς τα στρατεύματα κατοχής θα δυνηθή ο Λαός να διέλθη άνευ άλλων συμφορών τας σκληράς ημέρας του πολέμου» (23/5/1944)· «Ενώ η Γερμανία υποστηρίζει και την εθνικήν οικονομίαν της Ελλάδος, οι κομμουνισταί και τα αντεθνικά στοιχεία προσπαθούν όσον, όπου και όπως δύνανται να επιδεινώσουν την θέσιν του υποφέροντος ελληνικού Λαού» (25/5/1944).

Δεν λείπει ούτε η διαβόητη θεωρία των «δύο άκρων», στη χιτλερική της φυσικά εκδοχή: «Η Ευρώπη θα ζήση. Δεν θα πέση θύμα των συνησπισμένων εχθρικών δυνάμεων του εβραιοκαπιταλισμού και του μπολσεβικισμού» (9/6/1944).

Παρά τον αμήχανο λυρισμό τους, κάποια άλλα συνθήματα μοιάζουν πάντως με κακόγουστη φάρσα: «Σαν σήμερα οι Γενναίοι αλεξιπτωτισταί, τα καμαρωτά πουλιά του Γερμανικού Στρατού, ήλθαν στα ψηλά της Κρήτης δένδρα και έψαλαν κι εκεί το ιερό τραγούδι της ελευθερίας και σωτηρίας του κόσμου εκ του μπολσεβικισμού» (20/5/1944).

Την εικόνα ολοκληρώνουν τα τεκμήρια μιας «πανεθνικής» κινητοποίησης στο πλευρό των κατοχικών αρχών. Ενίοτε εμφανώς εκβιασμένα, όπως οι συλλογικές δηλώσεις νομιμοφροσύνης ολόκληρων κοινοτήτων ή οι ενυπόγραφες αποκηρύξεις «συμμοριτών» από στενούς συγγενείς τους, στον επαρχιακό ιδίως τύπο.

Κι άλλοτε πάλι οφθαλμοφανώς ειλικρινέστερα, όπως η καταγγελία της «ανοήτου απεργίας» και των συνακόλουθων «εκτρόπων» των «αναρχικών στοιχείων» από τους εκπροσώπους «του παραγωγικού κόσμου της χώρας» (εμποροβιομηχανικά επιμελητήρια), μετά τη συνάντησή τους με τον οικονομικό υπερυπουργό Σωτήριο Γκοτζαμάνη («Ελεύθερον Βήμα», 13/9/1942). Ή οι ύμνοι των χρηματιστών προς τον Ιωάννη Ράλλη, για «την κατάληψιν της αρχής υπό τας παρούσας συνθήκας» (Καθημερινή 16/4/1943).

Αν πιστέψουμε άλλωστε τον παράνομο δεξιό αντιστασιακό Τύπο των ημερών, ο αδερφός του νέου πρωθυπουργού, Γεώργιος Δ. Ράλλης, ήταν ένας από τους μεγαλοκερδοσκόπους «πέντε Γιώργηδες» που ανεβοκατέβαζαν εκείνο τον καιρό την τιμή της λίρας στο αθηναϊκό Χρηματιστήριο...

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Οταν οι Γερμανοί ήταν φίλοι μας
H ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου 1942, δεν έκοψε μόνο έναν κρίσιμο δίαυλο ανεφοδιασμού του Ρόμελ στο πολεμικό μέτωπο της Βόρειας Αφρικής. Ως παράπλευρη συνέπεια επέφερε...
Οταν οι Γερμανοί ήταν φίλοι μας
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
«Ανάγκη περισσοτέρας αυτοπειθαρχίας»
Γερμανική Κατοχή και οικονομικές μεταρρυθμίσεις: Η έκθεση «Το χρηματοοικονομικό σύστημα και τα έξοδα κατοχής στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, 1941-1944», εντοπίστηκε στα αρχεία των...
«Ανάγκη περισσοτέρας αυτοπειθαρχίας»
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ντούτσε, ο γίγαντας!
Παραμονές της 28ης Οκτωβρίου, δεν θ’ ασχοληθούμε με το έπος της Αλβανίας, αλλά με όσα ακολούθησαν. Αντί για το πασίγνωστο «κορόιδο Μουσολίνι», την προσοχή μας θ’ αποσπάσει η εξύμνηση του Ιταλού δικτάτορα τα...
Ντούτσε, ο γίγαντας!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
«Ολίγον» δωσίλογος;
Στις 29 Ιανουαρίου 1971 η χούντα αποφασίζει να τιμήσει τον δωσίλογο στρατηγό Αθανάσιο Χρυσοχόο, δίνοντας το όνομά του σε δρόμο της Θεσσαλονίκης ● 47 χρονια μετά, η απόφαση ανατράπηκε μετά από γνωμοδότηση του...
«Ολίγον» δωσίλογος;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ποιος λογόκρινε τον «Παύλο Μελά»;
Η χουντική προπαγάνδα σαν «απαγορευμένη αλήθεια» ● Eνας αστικός μύθος ακροδεξιάς κοπής ξαναγράφει τον τελευταίο καιρό στο Διαδίκτυο την ιστορία της χούντας και της Μεταπολίτευσης, με άξονα μια κινηματογραφική...
Ποιος λογόκρινε τον «Παύλο Μελά»;

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας