Το «Μαύρο Χιόνι» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το δεύτερο μέρος του φετινού αφιερώματος της «Πόρτας» στο μαύρο χιούμορ – οφείλουμε επομένως να του αφιερώσουμε από τη μεριά μας ένα δεύτερο, ξεχωριστό σχόλιο.
Κι αυτό όχι μόνο επειδή αυτή τη χρονιά το θέατρο της Μεσογείων παραδίδει σε όλους μάθημα ρεπερτορίου, θεματικής και αισθητικής συνάφειας, καλλιτεχνικής αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγωγών της.
Είναι που και το ίδιο το έργο του Μπουλγκάκοφ, όπως παραδίδεται -εισάγεται- στο θέατρό μας από τον σκηνοθέτη της παράστασης Κώστα Φιλίππογλου και τη δραματολόγο Δήμητρα Κονδυλάκη, επιβεβαιώνεται μέσω αυτής της παράστασης σαν από τα πλέον ενδιαφέροντα κάτοπτρα του περασμένου αιώνα: ημιτελές κι αυτό, σατιρικό και πικρό σαν όλα τα έργα του συγγραφέα του «Μαιτρ και της Μαργαρίτας», πιθανόν όχι λογοτεχνικά στο ύψος άλλων, δικών του, ωστόσο κι αυτό σπουδαίο δείγμα μιας «παραλίγο χαραμισμένης μεγαλοφυΐας», κατάλοιπο μιας τραυματικής προσωπικής και συλλογικής εμπειρίας.
Να σταθώ επομένως για λίγο στην ίδια τη διασκευή, τη μεταφορά του πολύτιμου έργου -που παραδίδεται με δύο τίτλους, σαν «Μαύρο χιόνι» και σαν «Ημερολόγιο ενός μακαρίτη»- στα ελληνικά θεατρικά γράμματα από τους συντελεστές της «Πόρτας».
Ενα σημείωμα στην αρχή μάς ειδοποιεί για το τραγικό τέλος του συγγραφέα του ημερολογίου, του Μαξούντοφ, που μετά την αυτοκτονία του παραδίδει μέσω του επιμελητή και αναγνώστη του τα στοιχεία της σύντομης και ζοφερής ζωής του.
Υπήρξε, λέει, συγγραφέας ενός αποτυχημένου μυθιστορήματος, όπως κι ενός παραλίγο επιτυχημένου θεατρικού – υπήρξε ακόμη προσωρινός αλλά πυρετώδης θαυμαστής των λογοτεχνικών κύκλων, θύμα της λογοκρισίας, του ασφυκτικού περιβάλλοντος μιας κομψευόμενης ορθότητας, θύμα ακόμα και έσωθεν διαδικασιών, που επιβάλλονται σε κάθε νέο συγγραφέα από τους διευθυντές ενός κατεστημένου θεάτρου, προκειμένου να ανεβάσουν το έργο του στη σκηνή.
Ο ατυχής αυτός νέος -κατάλληλος για ντοστογιεφσκικό ντιβάνι και τσεχοφικό φρέσκο- πρέπει να περάσει από όλες τις παραπάνω πύλες εγωπάθειας, συμβιβασμού, γραφειοκρατίας, πρέπει να διαβεί τις βαθμίδες της δικής του καφκικής «δίκης» -οι δύο παραγωγές της «Πόρτας» συνομιλούν, όπως είπα, η μια με την άλλη-, ώσπου στο τέλος πια να ξεχάσει το σημείο από το οποίο ξεκίνησε.
Ηταν κάποιο προσωπικό ξέσπασμα ελευθερίας, μια μοναχική κραυγή για βοήθεια, ένα αφήγημα που ξεκινούσε από το τέλος, έχοντας σαν πρώτη την ακροτελεύτια φράση ενός μυθιστορήματος: «οι νεκροί θα κριθούν κατά τα έργα τους»…
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ημι-αυτοβιογραφικό έργο, καθώς πολλά από τα στοιχεία του κουβαλούν τον ίδιο τον Μπουλγκάκοφ.
Καταρχάς μοιράζονται με τον ήρωα το ίδιο παρατσούκλι, έχουν κοινό πεπρωμένο (το «Μαύρο Χιόνι» ξεκινά να γράφεται το 1928, όταν ο συγγραφέας εξορίζεται από τα θέατρα της Μόσχας, και θυμίζει την περίπτωση της δικής του, παλαιότερης, «Λευκής Φρουράς»), για να μην πούμε πως ανταλλάσσουν τα παρασκήνια των μεγάλων-δασκάλων σκηνοθετών του Θεάτρου Τέχνης επί Στάλιν, πίσω από τους γλάρους και τις μεθόδους τους.
Δεν λέω όμως με αυτά κάτι νέο. Είναι γνωστό ότι ο Μπουλγκάκοφ αντιμετώπισε την ίδια τη ζωή σαν μυθιστόρημα και το περιβάλλον σαν αφορμή για άφθονη, πικρή σάτιρα.
Δεν βρίσκεται όμως εδώ τόσο «Χιόνι». Βρίσκεται στο αποκύημα μιας μεγαλοφυΐας, που ξεκινώντας από το προκείμενο στην πορεία ξεπερνά το πλαίσιο και τον ίδιο τον συγγραφέα του.
Το «Μαύρο Χιόνι» είναι γεμάτο ρεαλισμό και αληθινή οδύνη, αν διακρίνεται όμως για κάτι είναι για την περίεργη (ας πούμε καφκική) κατάδυση στον συμβολισμό, στο όνειρο και στο μυστήριο.
Ας μη λησμονούμε ότι ο Μαξούντοφ είχε ήδη αποπειραθεί μία φορά να θέσει τέλος στη ζωή του πριν από το τέλος του.
Με το πιστόλι στο στόμα τότε, τον διέκοψε το μακρινό άκουσμα του «Φάουστ»: «Μα αυτό δεν είναι η είσοδος του Μεφιστοφελή;» αναρωτήθηκε.
Και, τότε, πράγματι, βρόντος ακούστηκε στην πόρτα του. Ηταν ο εκδότης, που μυστηριωδώς ήρθε να διαβάσει το χειρόγραφο του «Μαύρου Χιονιού», και ο οποίος περιγράφεται πράγματι σαν δαιμονική παρουσία, σαν να είναι ο ίδιος ο Μεφιστοφελής…
Με αυτόν ο Μαξούντοφ θα υπογράψει πιθανόν σαν άλλος Φάουστ το συμβόλαιο του βιβλίου του (από την οποία ασφαλώς πρέπει να απαλειφθούν κάτι ενοχλητικοί όροι όπως «αρχάγγελος» και «παράδεισος»), για να ζήσει όπως κι ο Φάουστ, «αληθινά».
Και ωστόσο, όπως εκείνος, τίποτα δεν θα τον γεμίζει σε αυτήν τη ζωή.
Η απορία και η αυταπαξίωσή του θα διογκώνονται διαρκώς, ώσπου να φτάσει κάποτε στην πραγματική «κόλαση»: στη μεταφορά του έργου του στο σοβιετικό θέατρο.
Υπάρχει μια ονειρική διάσταση σε όλα αυτά, κάτι το αμφιλεγόμενο, ασαφές και απειλητικό, μια δυστοπική ματιά προς κάτι που υπερβαίνει το ιστορικό πλαίσιο της συγγραφής (τη σταλινική περίοδο), και το ανάγει σε μελέτη του εσωτερικού λαβύρινθου.
Να το πω κι αλλιώς: Σε μια κινηματογραφική μεταφορά του έργου, θα ευχόμουν τη σκηνοθεσία να υπέγραφε ο Ντέιβιντ Λιντς…
Στην «Πόρτα» είδαμε μια εξαιρετικά μελετημένη, δουλεμένη και ρυθμισμένη παράσταση σωματικού θεάτρου· θεάτρου που επιμένει μεταξύ άλλων στη χορογραφημένη, συλλογική ευθύνη της κίνησης.
Το εξπρεσιονιστικό στοιχείο στο έργο, εδώ μεταφέρεται με την γκροτέσκα διόγκωση των μορφών, τον νευρόσπαστο χαρακτήρα, τον καρικατουρίστικο πείραγμα που αρμόζει στη σάτιρα.
Δεν παρατήρησα ωστόσο και την άλλη όψη του: την επίφαση του υποκειμενικού βλέμματος.
Δεν έχουμε αμφιβολία για τα όσα περιγράφει ο Μαξούντοφ, αμφιβάλλω όμως για το πόσο αντικειμενικός είναι στην κρίση του, αν αυτό που φτάνει σε εμάς είναι η αλήθεια ή η παραποίησή της από μια μελαγχολική κι ανυπόμονη καρδιά.
Στη διδασκαλία πάντως του Φιλίππογλου υπήρχαν όλα εκείνα που κάνουν μια παράσταση ευχάριστη και «ουσιώδη».
Το χιούμορ, η ένταση, ο ρυθμός. Τα σκηνικά της Ολγας Μπρούμα δείχνουν ένα βεστιάριο, σαν σημείο «θεατρικού μυθιστορήματος» (όπως λέγεται το Μαύρο χιόνι), έργου για το θέατρο και τη μάσκα.
Ωραία τα κοστούμια της Μαργαρίτας Δοσούλα και πάντα ουσιαστική η μουσική των Lost Bodies.
Στις ερμηνείες, ο μελαγχολικός Μαξούντοφ του Τάσου Δημητρόπουλου, δίπλα στον ιδιόρρυθμο σκηνοθέτη του Κώστα Φιλίππογλου και τους υπόλοιπους θιασώτες του παραλόγου, Εύα Αγγελοπούλου, Δημήτρη Δρόσο, Γιάννη Γιαννούλη και Γιάννη Στεφόπουλο, συνθέτουν ένα αληθινό ανσάμπλ, εργαλείο θεατρικότητας και όργανο θεάτρου.
Ας ξορκίζουν τον δαίμονα του θεάτρου όσο θέλουν κι αυτοί, και πριν από αυτούς ο Μαξούντοφ κι ο Μπουλγκάκοφ – ποιος τους πιστεύει;
Αυτό που βλέπουμε εμείς θα αποθεώνει πάντα κατά βάθος ό,τι επιφανειακά στηλιτεύει.
