Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το να βλέπεις τον «Αύγουστο» σκηνοθετημένο από τον Μαρκουλάκη στο «Χορν» σού δημιουργεί την αίσθηση πως βρίσκεσαι στο σωστό μέρος, με καλό κρασί σε σωστό ποτήρι, κι από σωστό οικοδεσπότη.

Μπορεί το έργο του Tracy Letts να είναι σχετικά πρόσφατο -2007- αλλά όλα γύρω του- από τη σύλληψη της κεντρικής ιδέας μέχρι την τυπική πορεία του, όπως κάθε αμερικανικής επιτυχίας, από το Μπρόντγουεϊ στο Χόλιγουντ κι από εκεί στα αστέρια- όλα γύρω από αυτό μάς γυρίζουν στη χρυσή μεταπολεμική εποχή. Κοινωνικό δράμα, στην ουσία οικογενειακό μελόδραμα, με ηθογραφική σκευή και ιδεολογικό περιεχόμενο, συστατικά που έκαναν κάποτε την Αμερική κατεξοχήν χώρα κριτικής του ίδιου του ονείρου της.

Αυτή μάλιστα η ξεχωριστή ικανότητα που απέκτησε το αμερικανικό έργο καθώς πάλευε με τα όνειρά του από τη μια, κι από την άλλη με ένα θεατρικό περιβάλλον όπου τον πήχη θέτουν ουσιαστικά τα μιούζικαλ, οδήγησε σε μια ολόκληρη σειρά συγγραφέων που κατόρθωσαν να γεμίσουν πλατείες του Μπρόντγουεϊ με χαμένα όνειρα, προβληματικές οικογένειες, ανεστραμμένες προσδοκίες κι απόκληρους νέους. Ο Letts χαιρετίστηκε από την αμερικανική κριτική -με κάποια ανακούφιση αν διακρίνω καλώς- ως τελευταίο πρόσωπο αυτής ακριβώς της γενεαλογίας.

Τίποτα πιο σωστό για τον «Αύγουστο»: στα χέρια του Letts μια μάλλον στενάχωρη ιστορία αμερικανικής οικογένειας περιγράφεται με τον πλέον ευχάριστο τρόπο. Το πώς το καταφέρνει αυτό απαιτεί ολόκληρο δοκίμιο. Φαντάζομαι όμως διατηρώντας απόσταση από τα πρόσωπά του, ώστε να είναι ταυτόχρονα αναγνωρίσιμα και οικεία «σαν δικά μας», μακρινά και διογκωμένα σαν «καρικατούρες».

Και από την άλλη βάζοντας στον ρεαλισμό του μια δόση θανάτου και δύο τρέλας. Ο «περίεργος θάνατος» του πατέρα φέρνει κοντά τις κόρες του από τα τρία σημεία του αμερικανικού ορίζοντα, πίσω στη διαλυμένη, άρρωστη, ανισόρροπη και γλωσσικά ανεξέλεγκτη μητέρα. Στο σπίτι των Γουέστον υπάρχει πράγματι κάτι σάπιο: πράγμα ακόμη πιο επικίνδυνο, όταν πρέπει να αντιμετωπίσει όπως τώρα τη θύελλα ατομικισμού, ματαίωσης και αποτυχίας που χτυπά από παντού τα παράθυρά του.

Είναι αξιόλογο το έργο του Letts, ασφαλώς και είναι. Οπως το δίδαξε ο Μαρκουλάκης έχει διασκεδαστικές στιγμές, δηλητηριώδεις ατάκες, σοφιστικέ κυνισμό και αδιάλειπτο ρυθμό. Ιντριγκάρει σπουδαίες ερμηνείες στο πλαίσιο του γενικότερου ρεαλισμού.

Κι από την άλλη, κάτω από το καπάκι, διαθέτει και όλα τα υπόλοιπα: διάχυτο ποιητικό ρεαλισμό με συμβολισμούς (ήδη στον μελαγχολικό τίτλο ή στο ότι η μητέρα έχει καρκίνο στο στόμα, μεταφορικά και συμβολικά) και εκείνη τη σκληρή ευαισθησία με την οποία οι Αμερικανοί κρύβουν (ή αποκαλύπτουν) τα δικά τους φοβισμένα πορτρέτα της Γουλφ.

Κατά την άποψή μου έχει και ορισμένα ελαττώματα, που επισήμαναν εξαρχής κιόλας οι κριτικοί: είναι ας πούμε μακρύ και αρκετά ανοικονόμητο, ορισμένες φορές εξωφρενικά αιχμηρό, κάποιες άλλες δύσκολα πιστευτό (όπως όταν εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα εξασφαλίζει πια τόσα φάρμακα από τους γιατρούς της). Και βέβαια για ορισμένους θα φανεί υπερβολικά «σωρευτικό», τουλάχιστον όσο αφορά τα μελανά σημεία της κακόμοιρης οικογένειας Γουέστον.

Προτιμώ όμως να σταθώ σε σημεία που ίσως περάσουν απαρατήρητα. Λόγου χάρη στο γεγονός ότι ο «Αύγουστος» γράφτηκε στο τέλος της «εποχής Μπους», όταν η Αμερική χρειαζόταν (ακόμη) μια εκ των έσω κριτική της νεοσυντηρητικής αίγλης της. Ή στο ότι γράφτηκε όταν στους κύκλους των διανοούμενων απλώθηκε μια αίσθηση βαθύτερης μελαγχολίας, που άγγιξε στεγανά της αμερικανικής Πολιτείας. Θυμίζω ότι το έργο έχει και υπότιτλο: «Osage County».

Αυτό είναι ένα πολύ ξεχωριστό, συγκεκριμένο σημείο της Αμερικής, που πήρε το όνομά του από τη μετοίκηση αυτόχθονων στην Οκλαχόμα στα τέλη του 19ου αιώνα. Να ένα κλειδί λοιπόν: ανήκει στην Ινδιάνα υπηρέτρια -το πιο σιωπηλό μέλος του έργου- που στη στάση της, στο ήθος της κρύβει το χαμένο μυστικό για τους υπόλοιπους. Πιστεύω μάλιστα ότι η κεντρική σκηνή του έργου βρίσκεται στη συνάντηση που γίνεται στη σοφίτα ανάμεσα σε αυτήν και στη 15χρονη εγγονή της οικογένειας.

Η μια κρατάει ένα φυλακτό για να μη χάσει την ψυχή της. Η άλλη την έχει ήδη χαμένη και την αναζητά -όπως και όλοι οι άλλοι- στα φάρμακα και την ψυχεδέλεια. Μια φυλή απλώθηκε με τη βία σε ξένα χώματα και δεν κατάλαβε τίποτα. Απέκτησε χρήματα και άνεση, αλλά δεν απέκτησε ποτέ ούτε μεταφυσική, ούτε καν ψυχή. Στη συνύπαρξη των γενεών που συμβαίνει στο σπίτι των Γουέστον δεν υπάρχει επικοινωνία, ούτε επαφή. Δεν υπάρχει «συνέχεια».

Μη βιαστείτε λοιπόν να κοροϊδέψετε τις ασυναρτησίες της μητέρας Βαϊολέτ. Κάποιες ακουμπούν σκληρές κι ενοχλητικές αλήθειες. Η Βαϊολέτ είναι αδιαμφισβήτητα ρόλος για σπουδαία ηθοποιό. Η Θέμις Μπαζάκα οφείλει να δημιουργήσει στον θεατή την αίσθηση ότι η Βαϊολέτ είναι, εκτός από χαμένο, και ένα αδικημένο πλάσμα. Και παρά τις δυσκολίες, το καταφέρνει.

Η Μαρία Πρωτόπαππα παίζει την πρωτότοκη κόρη -και την πλέον δυναμική- με όλο το φορτίο ευθύνης και σκληρότητας που απαιτεί ο συνεχιστής της οικογένειας Γουέστον. Κάπως υποδεέστερες δραματικά είναι οι δύο αδελφές της, τις οποίες υποδύονται η Βίκυ Βολιώτη και η Μαρίνα Ασλάνογλου –ο κίνδυνος όμως να καταφύγουν σε τυπολογίες (η μια κάπως «μαγκιόρα», η άλλη χαζοχαρούμενη) δεν αποφεύγεται πάντα. Η Μαρία Κατσιαδάκη μοιάζει αρκετά διαφορετική από την αδελφή της -είναι πιο λαϊκή και πιο γήινη. Ισως αυτό να είναι το σωστό: δεν παύει όμως να δημιουργεί πρόβλημα στην αντίληψη του θεατή.

Οι ανδρικοί ρόλοι μοιράζονται ισάξια και αποκτούν μεγαλύτερη αξία καθώς, σε αντίθεση με τις γυναίκες, συνεχίζουν να κρύβουν τα μυστικά τους καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Ο Μάνος Βακούσης κρατάει την εισαγωγή του έργου και το μέγα μυστήριο: γιατί αυτοκτόνησε ο πατέρας της οικογένειας;

Ο Κώστας Ανταλόπουλος αναλαμβάνει τον ενοχικό ρόλο του συζύγου της Πρωτόπαππα, ο Νίκος Αλεξίου έρχεται ως ήθος από έργα του Μάμετ. Για ακόμη μία φορά εξαιρετικός ο Αλέξανδρος Μυλωνάς στον δίσημο ρόλο του θείου μεταξύ δράματος και κωμωδίας. Ο Θύμιος Κούκιος παίζει τον ρόλο ενός ερωτευμένου με την πρώτη ξαδέλφη του, ανιψιού της Βαϊολέτ: θέλει ίσως περισσότερο ανάπτυξη, αλλά και έτσι αποτελεί ένα από τα στηρίγματα της παράστασης.

Ειδικό βάρος δίνω, όπως εξήγησα, στη σιωπηλή αλλά εύγλωττη Ινδιάνα της Aurora Marion και, ως αντίβαρό της, στη 15χρονη έφηβο της Σίσσυ Τουμάση. Δίνουν δύο γλυκές, πειστικότατες και εξαιρετικά γλαφυρές παρουσίες. Συμβολικό και εντυπωσιακό (ως οφείλει) το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή, άριστη η μετάφραση του Μανώλη Δούνια.