Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επανερχόμαστε πανηγυρικά στις «Τρεις αδελφές» και στον Τσέχοφ κάθε φορά που θέλουμε να επανασυνδέσουμε το θέατρο (το νεανικό μας θέατρο) με τις ρίζες της αποστολής του.

Από την πλατεία Βικτωρίας μέχρι τον Κεραμεικό απλώνεται και φέτος το δικό του δίχτυ, καθώς μπλέκει ματαιωμένους ανθρώπους με μάταια σχέδια, με τρόπο ούτε δραματικό ούτε και κωμικό, με τρόπο ούτε καν ιδιαίτερα συνταρακτικό για όλους εμάς, τους «απέξω».

Επιμύθιο άλλωστε κάθε ιστορίας του, καταληκτική φράση κάθε έργου του, θα μπορούσε να είναι πάντα η εξής: «Κανείς δεν άκουσε ποτέ ξανά κάτι για αυτούς…»

Αυτή η μελαγχολική διαπίστωση για το πεπρωμένο και μαζί η επιθυμία για πρόσκαιρη, καταδικασμένη αντίσταση σε αυτήν ακριβώς την αφάνεια, γέννησε μεταξύ άλλων τον σύγχρονο θεατρικό μοντερνισμό.

Και έγινε για πάνω από εκατό χρόνια βασικός πυλώνας της αποστολής του.

Η νέα παράσταση του Δημήτρη Μυλωνά ξεκινάει από μια αληθινά εξαιρετική ιδέα, απλή και ουσιαστική τόσο, ώστε να απορεί κάποιος που κανείς άλλος δεν στήριξε την ανάγνωση των «Αδελφών» σε αυτήν.

Πράγματι το έργο ξεκινάει σε στιγμή επικάλυψης του ετήσιου μνημόσυνου για τον θάνατο του πατέρα (ανώτερου στρατιωτικού, πράγμα που στα συμφραζόμενα της τσαρικής Ρωσίας σήμαινε αυστηρή πειθαρχία μαζί με μια δόση διαφωτισμού και προοδευτικής ματιάς στην ανατροφή των παιδιών του) με τα γενέθλια της μικρότερης αδελφής Ιρίνα.

Σε αυτό το περιβάλλον χαρμολύπης το πλέον κρίσιμο είναι πως οι αδελφές βρίσκονται μετέωρες ανάμεσα στην ανασφάλεια και το πένθος για τον πατέρα από τη μια, και σε μια ένοχη αλλά υπαρκτή αίσθηση πρωτόγνωρης ελευθερίας από την άλλη.

Θεωρητικά -πολύ θεωρητικά, βεβαίως…- νιώθουν για πρώτη φορά ανεξάρτητες, αυτεξούσιες, νέες ακόμη και πιθανόν αρκετά ευέλικτες ώστε να ορίσουν το μέλλον τους.

Για πρώτη φορά τις βλέπουμε όπως είναι χωρίς να διαμεσολαβεί το φίλτρο άρρενα κηδεμόνα: όχι τρεις αδελφές, μα τρεις ώριμες γυναίκες, καθεμία με τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες και τα όνειρά της…

Αυτό δυστυχώς που δεν γνωρίζουν σήμερα και που θα αντιληφθούν μοιραία μετά -μαζί μ’ αυτές κι εμείς- είναι πως έξω από τα πρώτα τείχη υψώνονται κι άλλα.

Και μετά κι άλλα, κι άλλα… με κάποια ν’ αφορούν το φύλο, κάποια την εποχή, κάποια τις συνθήκες της καθημερινότητας, κάποια άλλα τις κοινωνικές συμβάσεις και κάποια, τέλος, -τα μακρινά, απροσπέλαστα και τραγικά- τα ίδια τα όρια της ανθρώπινης υπόστασης.

Μοιάζουν μελαγχολικά όλα αυτά; Ασφαλώς και ναι, αλλά εδώ η περίφημη ρωσική αύρα του Τσέχοφ είναι μέρος του μηνύματος κι όχι το μέσον.

Θέλω να πω ότι το πιο σημαντικό στην προσπάθεια του νέου σκηνοθέτη (που έχει ήδη δοκιμαστεί και στον συνθετικό, πολυσυλλεκτικό «Τσέχοφ» του πριν από λίγο καιρό) δεν είναι μόνο να μας πει κάτι το καινούργιο για τις «Τρεις αδελφές», αλλά να το ενσωματώσει στη σκηνική πράξη σε κάτι άλλο πέρα από το βαρύ χνώτο του παραδοσιακού ρεαλισμού.

Ο Τσέχοφ πάντα κινδυνεύει να σκεπαστεί με σκόνη νωθρότητας, λες και οι ήρωές του συμπεριφέρονται σαν πορτρέτα της αιωνιότητας. Μέγα σφάλμα.

Οι αδελφές έχουν κάθε δικαίωμα να είναι ακόμα άγνωρες, χαριτωμένες, επιπόλαιες, με διάθεση για χαζομάρες, αστεία, φάρσες και πειράγματα.

Το χειρότερο για το θέατρο του Τσέχοφ είναι να το φορτώσεις εκ των προτέρων με όλη τη ματαίωση που η θεατρολογία προσδίδει στον κόσμο του.

Νομίζω ότι ο Μυλωνάς κατάφερε τρία πράγματα ταυτόχρονα:

Να μετατρέψει ένα ιδιαίτερο χώρο στον Κεραμεικό σε εργαστηριακό θάλαμο μελέτης των σημάτων που στέλνουν τα σώματα.

Να δοκιμάσει τη ρεαλιστική επιφάνεια του έργου, τοποθετώντας σε αυτό εμβόλιμα «επεισόδια» από διάφορα είδη θεάτρου (διαλυτικό της σοβαροφάνειας).

Να μεταφέρει στους ηθοποιούς του την άποψη πως η ένταση δεν είναι πάντα κάτι ελεγχόμενο: άλλες φορές κρύβεται υποδόρια, άλλες φορές ξεσπάει με βία.

Με δυο λόγια, η ευθύνη της έκφρασής της ανήκει στον ηθοποιό, όχι στον σκηνοθέτη.

Με μόνο δυο-τρία στοιχεία η Δήμητρα Λιάκουρα πέτυχε να μεταφέρει σκηνογραφικά την ουσία του δραματικού περιβάλλοντος, στις επάλληλες εικόνες του πατέρα, στα ενδύματα μιας κατεστημένης ζωής. Βρήκα εξαιρετική τη μουσική του Παύλου Κατσιβέλη, συνοδό μιας παράστασης διάτρητης από συναίσθημα.

Και μαζί εξίσου ενδιαφέρουσα βρήκα την επιμέλεια κίνησης από τη Νατάσα Σαραντοπούλου, μελετημένη ώστε να μεταβάλλει τα σώματα σε μηνύματα.

Για ακόμη μία φορά θα επαναλάβω κάτι που αφορά τους νέους ηθοποιούς: πολλοί τους κατηγορούν ότι κάνουν στη σκηνή καμώματα, ακρότητες χωρίς λόγο.

Δείτε τους όμως πόσο σοβαροί στέκουν στα σοβαρά, πόσο στοχαστικοί στα στοχαστικά.

Και πόσο καλά οπλισμένοι είναι, με άρτια σωματική και πνευματική εξάρτυση.

Πρόκειται για δουλειά συνόλου, στην οποία το κάθε μέλος διακρίνεται ανεβασμένο στις πλάτες των υπολοίπων.

Το σημαντικό δεν είναι τόσο οι «αδελφές» όσο ο κόσμος, οι πόρτες που μεσολαβούν ανάμεσα σε αυτές και την ελευθερία: πέρα από τη γεμάτη επιθυμίες Μάσα της Μαρούσκας Παναγιωτοπούλου, την κάπως «κρατημένη» Ολγα της Βιβής Πέτση και την ενθουσιώδη και ματαιωμένη Ιρίνα της Ελεάνας Στραβοδήμου, οι υπόλοιποι αναδεικνύονται σε λεπτεπίλεπτους ρόλους, σε κινητικά και ψυχολογικά ευμετάβλητα όντα, γεμάτα αντιφάσεις, ερωτήματα και αδιέξοδα: Σπύρος Κυριαζόπουλος (Σολιόνι), Ευθύμης Μπαλαγιάννης (Κουλίγκιν), Γιώργος Χουλιάρας (Τσεμπουτίκιν), Κωνσταντίνος Δημητρακάκης (Τούζενμπαχ), Χρήστος Πλαΐνης (Βερσίνιν).

Εξαιρετικός ο Πάρις Θωμόπουλος σαν Αντρέι, ενώ η Νατάσα της Νατάσας Ζαγκλή όσο πρέπει εκδηλωτική.

Οι Εύα Γαλογαύρου και Νατάσα Σαραντοπούλου αποδίδουν ρόλους δανεισμένους (και) από το βοντβίλ, εμπλουτίζοντας τη σκηνική εμπειρία μας με νότες μιας πλατύτερης θεατρικότητας.