«Τρίτο στεφάνι» – ΚΘΒΕ – Μονή Λαζαριστών
Για να ξεκινήσει καλά η χρονιά, ας απευθυνθεί το πρώτο σχόλιο της στήλης σε μια μεγάλη, πλατιά κι αναντίρρητη επιτυχία. Το μυθιστόρημα του Ταχτσή επιστρέφει λοιπόν για μια ακόμη φορά στο θέατρο και στον τόπο του κι όπως πάντα το κάνει με επιβλητικό τρόπο.
Τώρα όμως η τελευταία επιτυχία ωστόσο του Κρατικού Θεάτρου της Θεσσαλονίκης πρέπει να λογιστεί και με άλλα μέτρα, πέραν των καθαρά θεατρικών. Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θανάσης Παπαγεωργίου στη δοκιμασμένη διασκευή των Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Νιάρχου ξεπέρασε εξαρχής τα σύνορα της θεατρόφιλης κοινότητας και έγινε θέμα συζήτησης παντού στην πόλη. Οπου κι αν σταθείς, ακούς να μιλούν για το «Τρίτο Στεφάνι» σαν φίλοι, γείτονες και συντοπίτες της Εκάβης και της Νίνας.
Η παράσταση στη Μονή Λαζαριστών είναι από κάθε άποψη «χορταστική». Κρατάει κάτι λιγότερο από τρεισήμισι ώρες, έχει τη γνωστή μυθιστορηματική δομή (πράγμα που κατά καιρούς βέβαια βάζει το θέατρο να κυνηγά το μυθιστόρημα από πίσω), έχει μια κεντρική σπουδαία παρουσία, της Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, στον ρόλο της Εκάβης.
Και έχει ακόμη: τριάντα περίπου ηθοποιούς του Κρατικού να κρατούν τα μύρια πόσα πρόσωπα του έργου, δύο (!) περιστροφικές σκηνές στα πλάγια, μία κυλιόμενη στο βάθος, μια πλατφόρμα στα ψηλά, ένα προσκήνιο μπροστά μας.
Εχει την εξαιρετική (κι ίσως την πιο λειτουργική παρέμβαση βίντεο σε παράσταση μεγάλης παραγωγής που έχω δει) συνεργασία του Στάθη Μήτσου στο εικονικό περιβάλλον. Τη λιτή αλλά ουσιώδη σκηνογραφία του Γιώργου Πάτσα, με τα προσεκτικά επιμελημένα κοστούμια της Λέας Κούση.
Και ασφαλώς τη μουσική επένδυση του Δημήτρη Μαραμή, δημιουργικά αυθεντική, μουσικολογικά σχολιαστική για το περιβάλλον, το ήθος και τη συλλογική δεξαμενή των αισθημάτων και ονείρων στην οποία τα πρόσωπα του Ταχτσή εμβαπτίζονται.
Στο τέλος, εκείνο που προσωπικά αναγνωρίζω σαν το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της παράστασης είναι η ίδια η σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου. Οχι τόσο για τη ματιά του στο έργο του Ταχτσή – ο Παπαγεωργίου έχει εργαστεί πενήντα χρόνια για να μπορέσει να διαβάσει το «Τρίτο Στεφάνι» σε βάθος που λίγοι άλλοι θα φτάσουμε ποτέ. Εκείνο που με εντυπωσίασε είναι η εκ μέρους του επίδειξη τόσο σκηνοθετικής επιδεξιότητας στη διεύθυνση ενός κατ’ ουσίαν λαϊκού έπους με ρυθμό, ένταση, αυθεντικό χιούμορ κι ευγενική συγκίνηση.
Το αποτέλεσμα είναι πέρα από όλα τα θεωρητικά σπουδαία γύρω από το καθαυτό έργο (αξίζει να διαβάσει κανείς τα σύντομα κείμενα στο πρόγραμμα του Θωμά Κοροβίνη και της Σοφίας Ιακωβίδου), η παράσταση η ίδια να είναι μια επίδειξη καλού θεάτρου μεγάλης κλίμακας. Κρατάει είπαμε τρεισήμισι ώρες: μα αυτές γλιστρούν μέσα μας όπως το νερό σε διψασμένους.
Και έτσι το Στεφάνι παραδίδεται στους κατόχους του. Πρώτα στο θέατρο ή μάλλον στη «θεατρικότητα», που ας μη γελιόμαστε με αυτήν εμβολιάστηκε εξαρχής η σχεδόν τρισδιάστατη γραφή του Ταχτσή.
Επειτα στην ίδια την πόλη: γιατί υπάρχει στο έργο ένα ρεύμα εντοπιότητας, μια κιβωτός γεμάτη μνήμες, αναφορές, οσμές και πρόσωπα, ώστε κάποτε το κείμενο ίσως να ανήκει όχι μόνο στους φιλόλογους και στους γλωσσολόγους αλλά και στους λαογράφους. Και, τέλος, επιστρέφει στους συμπολίτες του. Η προσωπική, οικογενειακή ιστορία του συγγραφέα σε φόντο πολιτικό, ηθογραφικό και με στοιχειώδη ιδεολογική βάση, εκβάλλει στο συλλογικό ποταμό της νεοελληνικής ταυτότητας.
Στην περίπτωση του «Τρίτου στεφανιού» υποψιάζομαι ότι αυτό είναι το μέγα ζήτημα, το μυστικό στοιχείο της αλχημείας που μπορεί να μετατρέψει τον χαλκό σε χρυσάφι. Το στοιχείο της «ιθαγένειας» στην πιο ουσιώδη μορφή της, όχι σαν στοιχείο γραφικότητας αλλά σαν θεώρηση και στάση ζωής.
Στον γυναικωνίτη του Ταχτσή λειτουργείται η αόρατη Ιστορία της χώρας, μαζί με μια φιλοσοφία που δεν μεταφέρεται ούτε διδάσκεται, αλλά «νιώθεται».
Σε αυτό το σημείο έρχεται η ίδια η Εκάβη της Ελισάβετ Κωνσταντινίδου. Γνωρίζω ότι η ηθοποιός ακολουθώντας την ιδιοσυγκρασία της έστρεψε αισθητά το κεντρικό πρόσωπο του έργου προς την ποιότητα του «κωμικού». Το βρήκα απολύτως νόμιμο.
Μπορεί ο Ταχτσής να έχει προικίσει τα πρόσωπά του με έρμα κυνισμού και σκοτεινής ύλης (εδώ η Εκάβη είναι απολύτως συμπαθητική), ωστόσο ακόμα και έτσι το κωμικό παραμένει βασική ποιότητα του ανθρώπινου δράματος, οχυρό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και ασφαλώς βασικό στοιχείο της ιθαγένειας: με το τι γελάς, κυρίως με το πότε γελάς, αναγνωρίζεις το γένος σου.
Δυστυχώς η υπόλοιπη διανομή είναι επαρκής μεν, αλλά χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, με αποτέλεσμα ο γενικός ενθουσιασμός να αυξομειώνεται ανάλογα με το αν η πρωταγωνίστρια βρίσκεται επί σκηνής ή όχι.
Παραβλέπω και ορισμένες περίεργες αποφάσεις της παραγωγής, που μπερδεύουν τους θεατές σχετικά με την ηλικία των προσώπων… και εστιάζω σε έναν ρόλο και ηθοποιό: ο Δημήτρης του Νικόλα Μαραγκόπουλου είναι ο μόνος πιθανόν ρόλος που κατορθώνει να διακριθεί στον γυναικείο κόσμο του «Στεφανιού» -και αυτό δεν είναι διόλου εύκολο.
Αποκλείεται να φύγει κανείς από το «Τρίτο Στεφάνι» χωρίς χαρά μέσα του. Χωρίς συναίσθηση μιας ελληνικής ποιότητας των πραγμάτων, που όπως είπε κάποτε γι’ αυτήν ένας φίλος του ποιητή -και ποιητής ο ίδιος- έκανε «οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».
