Οσο απίθανο είναι να ενωθεί -σαν να λέμε- η Βόρεια με τη Νότια Κορέα, τόσο και άλλο τόσο είναι να ενωθούν δύο άνθρωποι, τα έτερα ημίσεα, σε μια ενιαία και αδιάσπαστη ενότητα, με την αγάπη.
Ο Ζοέλ Πομερά, δεινός εκφραστής της γαλλικής εκδοχής του «παράδοξου θεάτρου» στη Γαλλία, τη φορά αυτή στρέφεται σε μία από τις διαχρονικότερες απορίες του γένους μας: γιατί οι άνθρωποι αποτυγχάνουν στην αγάπη; Πώς είναι δυνατόν να μεγαλώνουμε με αυτή για οδηγό, φάρο και γνώμονα, κι όμως να ζούμε μακριά της; Και γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να μιλούν για τον άλλο, ενώ φοβούνται πάντα να τον αγγίξουν;
Ερωτήματα τέλος πάντων διαχρονικά και μεγάλα, φερμένα στο χαρακτηριστικό περιβάλλον της αλληγορίας που καλλιεργεί ο Πομερά, μέσα σε ένα σπονδυλωτό έργο, σε μια σύνθεση μονοδραμάτων και ταχυδραμάτων, σε ένα είδος σκοτεινής ρεβί, αποτελούμενης από διάφορα νούμερα και επεισόδια.
Μια γυναίκα επιχειρεί να περιγράψει σε έναν δικαστή τι την οδήγησε στην αίτηση διαζυγίου –είναι, καθώς λέει, η έλλειψη αγάπης για έναν σύζυγο που κατά τα άλλα υπήρξε σπουδαίος σύντροφος στη ζωή της. Μια δεύτερη γυναίκα αποχαιρετά τον γιατρό, αλλά αδυνατεί να συγκρατήσει την ερωτική της επιθυμία γι’ αυτόν, ακόμα και μπροστά στον μέλλοντα σύζυγό της!…
Κάποια άλλη ζητάει από τον άντρα που την εγκαταλείπει να της επιστρέψει εκείνο το «κομμάτι» που της πήρε… Σε ένα άλλο, πιο χαριτωμένο επεισόδιο λίγο πριν από τον γάμο αποκαλύπτεται ότι ο γαμπρός μοίρασε την ίδια υπόσχεση όχι μόνο στην εκλεκτή της καρδιάς του, αλλά και σε άλλες ακόμη…
Στο πιο δραματικό ίσως επεισόδιο της παράστασης κάποιος αγωνίζεται να θυμίσει στη γυναίκα του, που νοσηλεύεται με άνοια, πρόσωπα και πράγματα που αγάπησε και που θα έπρεπε κανονικά να την ορίζουν… Ενας δάσκαλος πιο κει ανακρίνεται για την περίεργη συμπάθεια που δείχνει σε έναν μαθητή του και πιο πέρα ακόμη μια γυναίκα παζαρεύει τον έρωτα, χάνοντας και κερδίζοντας…
Είκοσι επεισόδια που, κατά την ομολογία του ίδιου του Πομερά, έχουν για αφετηρία τους την ψυχρή ανατομία του Μπέργκμαν, τον ερωτικό υπαινιγμό του Σνίτσλερ και, όπως θα πρόσθετα από τη μεριά μου, τον κλαυσίγελο του Τσέχοφ. Και πάνω από όλα αυτή τη διαβολεμένη ικανότητα του ίδιου του Πομερά να βγάζει από το πλέον κοινότοπο, ασήμαντο, έως και ανιαρό σημείο του ανθρώπινου δραματική ριπή και υπαρξιακό ρίγος.
Είναι, το ξέρουμε πια, τρομερός «διαλογίστας». Εξαίρετος «μινιατουρίστας». Και μέγας είρων. Αυτό το τελευταίο υποβάλλει την ατμόσφαιρα διαρκούς αμφιβολίας για το ποιος έχει το δίκιο, ποιος είναι το θύμα, ποιος τελικά ο νικητής. Και για το τι τελικά «είναι αυτό που το λέμε αγάπη».
Εχει όμως ακόμα ένα όπλο στο χέρια του. Λέγεται συνεργατικό θέατρο: Κάθε σκηνή, κάθε λέξη, πριν καταλήξει στο χαρτί, έχει πρώτα χαραχτεί στο σώμα των ηθοποιών της ομάδας και έχει αλεστεί ξανά και ξανά μέχρι να παραγάγει κίνηση και θέρμη και ενδιαφέρον.
Ετσι αυτό που τελικά παραλαμβάνουμε δεν είναι ένα θέατρο για τον άνθρωπο, αλλά εξαρχής το θέατρο του ανθρώπου. Η θεατρικότητα της κατάστασης και η από σκηνής απομάγευση της εξω-σκηνικής υποκρισίας. Είναι ένα μονοπάτι για κάτι μοναδικό και σπουδαίο. Που δύσκολα μεταφέρεται από άλλους, μακριά από εκείνους που το δημιούργησαν. Αυτό το πρόβλημα φαντάζομαι αντιμετώπισαν πριν από όλα το Θέατρο Τέχνης, ο σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης, η μεταφράστρια Μαριάννα Κάλμπαρη, όπως και η ομάδα που πέρσι μας είχε δώσει τον θαυμάσιο εκείνον Γκόρκι.
Και δεν ήταν αυτό μόνο. Το ίδιο το έργο, με όλες τις αρετές του, δεν είναι ούτε ισοϋψές ούτε ισομερές στις μικρο-ιστορίες του. Κάποιες από αυτές θα μπορούσαν ίσως και να παραλειφθούν χωρίς ιδιαίτερη σημασία, έτσι κι αλλιώς είναι από την αρχή φανερό ότι η παράσταση αρθρώνεται χωρίς ουσιαστική αλληλουχία.
Και από την άλλη είναι αλήθεια ότι όπως η μια ιστορία ακολουθεί την άλλη στο κλίμα αρνητισμού και ματαίωσης, ο θεατής κινδυνεύει να δυσανασχετήσει με αυτήν την Επιθεώρηση Μελαγχολίας. O,τι και να λέει ο Πομερά, η αγάπη είναι το θαύμα που περιμένουμε. Με αυτήν ζούμε, με τη δική της ελπίδα της επανένωσης.
Επειτα είναι και ορισμένα μικροπράγματα που διέφυγαν ίσως την επιμέλεια του σκηνοθέτη. Η αλλεπάλληλη, ας πούμε, είσοδος και έξοδος των προσώπων γίνεται από κάποιο σημείο και μετά κουραστική, όπως και οι φωτισμοί, που μάλλον στήθηκαν για να μεταφέρουν την «πομερική ατμόσφαιρα» αλλά αποδείχτηκαν απλώς ωχροί. Ακόμα και αυτός ο μεταλλικός λαβύρινθος του σκηνικού, αν και αναγνωρίζεται επισήμως ως εξαιρετική ιδέα, στην πράξη δεν καλο-λειτουργεί από το ύψος των καθισμάτων της πλατείας.
Τέλος πάντων, τίποτα από όλα αυτά δεν αρκεί για να χαλάσει μια καλή παράσταση. Δεν λείπει ούτε αυτή τη φορά η αίσθηση μιας επιμελημένης δουλειάς –ακόμη και αν προσωπικά μου έλειψε ο περσινός αιφνιδιασμός από κάτι αληθινά εξαιρετικό. Είναι πέρα από όλα η ικανότητα του ίδιου του Πομερά να βγάζει συγκίνηση από το πιο πυκνό και τετριμμένο, που προλαβαίνει τις επιμέρους παρατηρήσεις μας.
Είναι βέβαια και οι καλοί ηθοποιοί τού Τέχνης, μια ομάδα πια, ένα σύνολο πιστό στις αρχές του θεάτρου που το φιλοξενεί. Δικαίως από αυτό το σύνολο η Κωνσταντίνα Τάκαλου και η Ιωάννα Μαυρέα διακρίνονται ως μονάδες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι υπόλοιποι υστερούν.
Στις ρεαλιστικές υποσημειώσεις τους ανακαλύπτει κανείς μια ερμηνεία που αγγίζει τον βυθό –και αυτό για τόσο σύντομα σκετς φτάνει στα επίπεδα του κατορθώματος: Κλέων Γρηγοριάδης, Μαρία Καλλιμάνη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Δημήτρης Πασσάς, Χάρης Φραγκούλης, Χριστίνα Παπατριανταφύλλου και Ανθή Σαββάκη.
Η μετάφραση της Μαριάννας Κάλμπαρη είναι, όπως οφείλει, μεταγραφή μιας λέξης σε πράξη και σώμα.
