Πρώτα η «Αντιγόνη» από το Εθνικό, τώρα οι «Επτά» από το ΚΘΒΕ, αμέσως μετά ο «Οιδίποδας Τύραννος», πάλι από το Εθνικό… Με την ευτυχή αυτή αλυσίδα σύσσωμος ο Θηβαϊκός Κύκλος μεταφέρεται στην Επίδαυρο, έστω και σε σειρά κάπως πρωθύστερη.
Και καθώς τα διεθνή γεγονότα γύρω μας τυχαίνει να βρίσκουν ακριβώς στον Κύκλο αυτό τη μυθική αναγωγή ή επιβεβαίωσή τους, νιώθουμε να παρακολουθούμε βδομάδα τη βδομάδα στην ορχήστρα της Επιδαύρου τη μετάκληση της τρέχουσας επικαιρότητας, παράλληλα με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα.
Το Κρατικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης κατέφθασε με τη φιλόδοξη παράγωγη των «Επτά επί Θήβας», σε σκηνοθεσία του, Λιθουανού στην καταγωγή μα Eλληνα στην ιθαγένεια πια, Τσέζαρις Γκραουζίνις. Και για τον σκηνοθέτη υπάρχει συνέχεια στη διαπραγμάτευση του ίδιου μύθου: Πριν από λίγα χρόνια είχε σκηνοθετήσει, πάλι στην Ελλάδα, τον «Οιδίποδα». Αυτοί οι «Επτά» φαίνεται να μοιράζονται αρκετές ομοιότητες με εκείνη την παράσταση.
Τα κοινά στοιχεία που σημειώνω είναι η χαρακτηριστική για τον σκηνοθέτη ποιητική διαπραγμάτευση, μαζί με τη σεβαστική απόδοση της νέας καίριας μετάφρασης του Γιώργου Μπλάνα∙ η σκηνογραφική λιτότητα εκ μέρους του συνεργάτη του Κένι ΜακΛέλαν, με τη χρήση λίγων, αλλά έντονων σκηνικών στοιχείων (στους «Επτά», για να ακριβολογούμε, το εξής: μια ξύλινη σκάλα…)∙ σωματικότητα που εκδηλώνεται στην ερμηνεία ηθοποιών και την παρουσία του Χορού∙ καθώς και η διάχυτη μελοδραματική συγκίνηση, που κινείται εντός ορίων και στην οποία συνδράμει η έως και «κινηματογραφική» μουσική επένδυση του Δημήτρη Θεοχάρη και ο θαυμάσιος φωτισμός του Αλέκου Γιάνναρου.
Αυτά όμως ανήκουν περισσότερο στο κριτικό δελτίο της παράστασης παρά στην αύρα που αποπνέει. Η τελευταία κλείνεται σε μία και μόνο λέξη: «θεατρικότητα». Ο στόχος του Γκραουζίνις μοιάζει εξαρχής να ήταν ακριβώς αυτός, να φανερώσει ή να αποδείξει ότι το σκυθρωπό, γεωμετρικό, αρειμάνιο και απροσέγγιστο εν πολλοίς αριστούργημα του Αισχύλου (για κάποιους το απόλυτο δείγμα της δραματουργικής του κορύφωσης) μπορεί να εκλύσει στον σύγχρονο μέσο θεατή αληθινό ενδιαφέρον, καθαρή συγκίνηση και -γιατί όχι;- σαγήνη.
Εργο «μεστόν Αρεως»
Το πέτυχε αυτό η παράσταση του ΚΘΒΕ; Νομίζω ναι. Σε εγκλώβιζε στον ρυθμό της και σε ένα συνεχώς επιταχυνόμενο τέμπο, σε μια δίνη που περιστρεφόταν ολοένα και γρηγορότερα καθώς σε παρέσυρε στο κέντρο. Αυτό από μόνο του είναι μια επίδειξη, αν μη τι άλλο, δεινότητας εκ μέρους του σκηνοθέτη. Ο ίδιος όμως θέλησε περισσότερα.
Θέλησε να μπολιάσει το έργο του Αισχύλου με στοιχεία της σύγχρονης οπτικής, να εκσυγχρονίσει ώς ένα βαθμό τον πυρήνα του. Να το πω όσο πιο απλά: θέλησε να δείξει ή να εντάξει το «μεστόν Αρεως» αυτό έργο του αρχαίου δράματος σε ένα αντιπολεμικό κλίμα.
Το εγχείρημα θυμίζει κάπως την πρόσφατη πραγμάτευση της «Ιλιάδας» από τον Λιβαθινό και κατά τη γνώμη μου φανερώνει την ίδια απλουστευτική προσέγγιση της αρχαίας αντίληψης για τη βία και τον πόλεμο. Το αν οι «Επτά» είναι «αντιπολεμικό έργο», όπως είχε υποστηρίξει κάποτε ο Τσαρούχης, είναι ζήτημα της δικής μας, πολύ πρόσφατης απόφασης να θεωρούμε ότι τα πράγματα λειτουργούν και «εκ του αντιθέτου».
Ετσι πράγματι οι «Επτά» δείχνουν αντιστρόφως τα δεινά του πολέμου. Σε ένα πρώτο όμως επίπεδο, άμεσα και απροσχημάτιστα, αποκαλύπτουν μια πολεμική δραματική μηχανή, ένα έργο απαράμιλλο σε πυγμή, αποφασιστικότητα, στρατηγική ιδιοφυΐα και τόλμη, που δρα σε ένα περιβάλλον πολύ «ομηρικό», γεμάτο ιαχές, αλαζονεία, φρίκη και τρόμο.
Κάτι τέτοιο τέλος πάντων δεν υπάρχει στην παράσταση του ΚΘΒΕ. Στα πρώτα λεπτά μάλιστα δεν υπάρχει καν το πλέον… αναμενόμενο: η ταραχή της πόλης λόγω της επικείμενης πολιορκίας, η οποία μεταφέρεται στα λόγια και στην πανικόβλητη ικεσία του Χορού. Και για πούμε την αλήθεια, είναι γεγονός πως από κάθε άποψη η αρχή της παράστασης κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική υπήρξε.
Μπροστά μας βρέθηκε πάλι αυτός ο πανταχού παρών Χορός των τελευταίων δεκαετιών, ο αυτοαναφορικός, ανερμάτιστος και στερεότυπος, με το βλέμμα να κοιτάζει κάπου αόριστα στο κενό, τη σπασμωδική κίνηση, το σπάσιμο γόνατου και μέσης… Και που, μεταξύ άλλων, φαινόταν υπερβολικά φλεγματικός για την περίσταση. Ο αδρός Ετεοκλής του Χρίστου Στυλιανού (στην παράσταση της Παρασκευής) από τη σκάλα στην οποία έχει ανεβεί, προσπαθώντας να οργανώσει τη σωτηρία της Θήβας, μάλλον άδικα τον κατηγορεί ότι «σκούζει».
Ή μήπως κι ο ίδιος υπερβάλλει στην αντίδρασή του; Είναι αληθινά μια πολύ «ρωσική» ερμηνεία από τον ηθοποιό: Ο ήρωάς του -μακριά από το ατσαλάκωτο παρουσιαστικό και το μυθικό του πρότυπο- παρουσιάζεται φανερά ταραγμένος, ίσως φοβισμένος.
Είναι φανερό πως τα «νεύρα» του πηγάζουν όχι μόνο από την ηγετική ευθύνη, αλλά κι από την εσωτερική του ανασφάλεια. (Μια παρενθετική παρατήρηση εδώ, σε θέση απολογίας: επιφυλάσσομαι να σχολιάσω την ίδια παράσταση και με τον Γιάννη Στάνκογλου στον κεντρικό ρόλο – η διπλή διανομή, δεν είναι απλώς «τεχνικό ζήτημα». Μας επιφορτίζει με το καθήκον της δεύτερης προοπτικής.)
Χειρόφρενο και απογείωση
Καλές ιδέες ίσως, αλλά η παράσταση τρέχει ακόμα με το χειρόφρενο τραβηγμένο. Η κατάσταση θα αλλάξει άρδην μετά την είσοδο στην ορχήστρα του «Ανιχνευτή»-Αγγελου (Γιώργου Καύκα). Από το σημείο αυτό και μετά η παράσταση απογειώνεται. Και πώς γίνεται αυτό; Με έναν τρόπο που θέλει ανάλυση.
Με δυο λόγια: ο Ετεοκλής αντί να περιγράψει ποιητικά, όπως συμβαίνει στο πρωτότυπο, τους άξιους πολεμιστές που θα αναλάβουν την υπεράσπιση της κάθε πύλης, τους επιλέγει από τον Χορό.
Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμα δυσκολότερα, ο καθένας από αυτούς φοράει κάθε φορά, από ένα σωρό που βρίσκεται μπροστά του, ορισμένα εξαρτήματα πανοπλίας, στην πραγματικότητα σκύβαλα και σιδερικά, που φέρνουν στον νου περισσότερο Δον Κιχώτη, παιδικό παιχνίδι, παρά τους τρομερούς πολεμιστές που ο στρατηγός περιγράφει. Είναι δυνατόν αυτοί οι απλοί πολίτες να γίνουν Φύλακες της πόλης;
Μπορούν να τα βάλουν με τα (κυριολεκτικά) θεριά που την απειλούν; Είναι αυτό μήπως κάποιο είδος (αντιπολεμικού βέβαια) σχολίου εκ μέρους του σκηνοθέτη, κάποιο ας πούμε χιούμορ για την ηρωική «παρενδυσία των ηρώων του»;
Τίποτα από αυτά. Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά για να ανεχθούμε την όποια παρωδία, μπαλαφάρα ή παλιμπαιδισμό. Η πόλη κινδυνεύει αληθινά – δεν είναι ώρα για αστεία. Προτιμώ να δω την έμπνευση του σκηνοθέτη κάτω από ένα τελείως διαφορετικό πρίσμα. Εδώ σε έναν διαρκώς επιταχυνόμενο ρυθμό, σταδιακά αλλά ολοένα και εντονότερα, η πόλη μπαίνει στον ρυθμό του πολέμου.
Είναι μια διαδικασία στρατιωτικοποίησης, που πάνω στη σκηνή αποκτά τα στοιχεία της ενσωματωμένης στο θέατρο τελετής, ενός θεάτρου μέσα στο θέατρο. Ο Χορός δεν «δίνει» τα μέλη του για ήρωες, αλλά συμμετέχει σε ένα πολεμικό δρώμενο (αφρικανικής ας πούμε σωματικότητας) που μετουσιώνει τους πολίτες σε μαχητές, κάνει απλούς ανθρώπους να φορέσουν «ό,τι βρουν μπροστά τους» και τους χαλυβδώνει στη μάχη, ώστε να υπερασπιστούν την πόλη με ανάστημα μεγαλύτερο από το μπόι τους. Πρόκειται για μια μαγική τελετή που μετατρέπει τα «ξόρκια» του Ετεοκλή σε πολιτική δύναμη.
Από εκεί και πέρα παράξενοι συνειρμοί είναι δυνατόν να γεννηθούν στον καθένα. Προσωπικά βλέπω στο «ξεροντάουλο», που κάποια στιγμή παιγμένο από τον Βασίλη Παπαγεωργίου ακονίζει ηχητικά τον Χορό, το Μεσολόγγι. Η αρχαία ορχήστρα γίνεται μέσα μου για λίγο «τ’ αλωνάκι»∙ κι ο κοστουμαρισμένος α λα μάτριξ Ετεοκλής φοράει τη φορεσιά του Μπότσαρη.
Θανάσιμοι εναγκαλισμοί
Να προλάβω εδώ τον αντίλογο: το τραγικό φορτίο του Ετεοκλή (στην περίφημη σκηνή της ένδυσης) μοιράζεται κατ’ ανάγκην σε πολλούς και μοιραία αποδυναμώνεται. Φτάνει ωστόσο κάποτε η στιγμή που και αυτός ο ήρωας θα μείνει «άπολις».
Οταν θα συναντηθεί με τον αδελφό του, ο Χορός θα έχει πια απομακρυνθεί στο βάθος κι ο Ετεοκλής θα είναι πια ο υπερβατικά καθορισμένος, ο μυθικά «μόνος». Είναι μια ειρωνεία που συχνά λησμονούμε: αυτός που καθορίζει το μέλλον της πόλης αποτελεί και το απόστημα στο κέντρο της.
Ο θάνατος των δύο αδελφών που μεταφέρεται με τον Κήρυκα (Αλέξανδρος Τσακίρης) αποδίδεται σκηνικά με μια σειρά «θανάσιμων εναγκαλισμών» μεταξύ Ετεοκλή και Πολυνείκη, ιδέα που δημιουργεί διάχυτη συγκίνηση και έχει το προτέρημα να εμφανίζει στο τέλος και τους δύο επί σκηνής σαν «παρόντα σώματα».
Τα φώτα κλείνουν για λίγο, για να ξεκινήσει έπειτα το «νόθο», κατά τους μελετητές, επίμετρο των «Επτά»: η Αντιγόνη (Νάντια Κοντογεώργη) επιχειρεί τη μεταφορά στο επόμενο επεισόδιο του Κύκλου, καθώς μαζί με την Ισμήνη (Ιώβη Φραγκάτου) νεκροφιλά τους αδελφούς της. Είναι φανερό ωστόσο ότι το επίπεδο γενικά χαμηλώνει – όλα μοιάζουν μελοδραματικά κι εκβιασμένα.
Ωστόσο και εδώ η παράσταση διατηρεί αίσθηση του μέτρου, αν και δυστυχώς δεν αποφεύγει την εκ νέου επιστροφή στον αρχικό Χορό της στερεοτυπικής παράδοσης: σχήματα πάλι και συνεκφωνήσεις στην ορχήστρα, παλιομοδίτικα πράγματα. Αναρωτιέμαι δικαίως μήπως πρόκειται για μια ειρωνική υπόδειξη του σκηνοθέτη…
