Είναι αληθινά μια ιδανική αρχή για το Φεστιβάλ -όσο δείχνει ότι αυτό αποτελεί ακόμη εκκύκλημα για την παρουσίαση συνεργασιών στο επίπεδο του νεότερου θεάτρου μας.
Είναι η δεύτερη φορά που οι Vasistas ανεβάζουν στη σκηνή τον Ευθύμη Φιλίππου, ύστερα από την παλιότερη, φεστιβαλική πάλι, συνύπαρξή τους με τα «Αίματα».
Και είναι η δεύτερη φορά που μέσω αυτού επιβεβαιώνουν την ανάρρησή τους σε ένα από τα πιο δημοφιλή, δημιουργικά και ουσιαστικά θεατρικά συγκροτήματα του καιρού μας.
Θυμίζω ότι η Αργυρώ Χιώτη και η ομάδα της ξεκίνησαν να δημιουργούν στο γενικό πλαίσιο της «μεταδραματικότητας».
Είναι όμως πλέον φανερό πως στο πρόσωπο του Φιλίππου βρήκαν όχι μόνο έναν «συγγραφέα», αλλά και τον δραματικό αγωγό μιας κοινής σκηνικής γλώσσας.
Το αποτέλεσμα εκπλήσσει και πάλι. Οπως και στα «Αίματα», έτσι και εδώ, στις «Απολογίες», είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε το κείμενο ανεξάρτητο από τη σκηνοθεσία και την απτή δημιουργική συμμετοχή της ομάδας.
Και το αντίστροφο, βέβαια.
Το θέατρό μας κινήθηκε προς τα εμπρός, ξανασυνάντησε τον συγγραφέα, αλλά όχι με τους παλιούς όρους.
Μιλούμε τώρα για μια σκηνική γλώσσα που αναπτύσσεται με τους όρους της ώσμωσης και της σύμπραξης, ένα καλλιτέχνημα κοινό, που βαδίζει, μιλάει και σημαίνει καθ’ ολοκληρίαν και αδιαλείπτως. Ενα ολιστικό έργο τέχνης.
Για τυπικούς λοιπόν λόγους και μόνο, δεν ξέρω αν είναι και το σωστό πια, προβαίνουμε στην αποκόλληση εκείνου του μέρους που αναλογεί στον συγγραφέα και το αποσπούμε από το οργανικό όλον.
Με την προειδοποίηση πως αν κάποιος δεν έχει δει την παράσταση, δύσκολα θα συλλάβει τη συμμετοχή του Φιλίππου στις «Απολογίες» του.
Στη σκηνή λοιπόν βρίσκεται αρχικά όχι ο λόγος, αλλά η μουσικότητά του.
Ενα σύνολο πολυφωνικό μεταφέρει με εξαιρετική λεπτότητα, αρμονία και αίσθηση λόγια που θα μπορούσαν να ανήκουν σε κάποιο τυπικό καθομολόγησης, με το στοιχείο αποδοχής μιας τιμωρίας σε περίπτωση παράβασης του όρκου.
Περίεργα «λόγια» – ο Φιλίππου είναι ειδικός στο να κάνει κάτι τετριμμένο να ακούγεται νέο και επιτελεστικό: «Αν μου αρέσει το κολύμπι, να …».
Η αίσθηση επισημότητας του αυστηρού τυπικού γεμίζει με λόγια απλοϊκά, -είναι αυτή η πρώτη μας σημείωση για τις «Απολογίες».
Το χιούμορ εδώ βρίσκεται στον τρόπο που πράγματα «ταπεινά» εισχωρούν με σοβαρότητα σε ένα επίσημο τελεστικό.
Υπάρχει στον Φιλίππου μια ειρωνική κριτική της ενήλικης σοβαρής γλώσσας, ένα είδος παρείσφρησης της παιδικότητας στον υψηλό κόσμο της ωριμότητας.
Μα ας τα αφήσουμε αυτά προς το παρόν. Ας μείνουμε για λίγο ακόμη μαγεμένοι από αυτήν την επίδειξη χορικότητας, μελωδικότητας κι απόκοσμης ομορφιάς που φέρνει η ομάδα εμπρός μας (η μουσική διασκευή και διδασκαλία του Henri Kergomar).
Τι ομορφιά, αλήθεια! Και έτσι που οι κοπέλες δένονται σε κυκλικό χορό, δίνουν από μακριά την αίσθηση μιας χοάνης, σαν πηγάδι που ρουφάει τα πάντα γύρω του (Ελένη Βεργέτη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Ματίνα Περγιουδάκη, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Αργυρώ Χιώτη).
Ποιος θα αντισταθεί στο μεθυστικό αυτό τραγούδι των Σειρήνων; Δύο τυχαίοι άνθρωποι -το «τυχαίοι» στον Φιλίππου αποτελεί μια επόμενη σημείωση- ζητούν, στην πραγματικότητα «ικετεύουν», να γίνουν μέλη της χορωδίας.
Επαναλαμβάνουν τα λόγια του μπροστά σε έναν απόκοσμο Εξεταστή (Ευθύμης Θέου), που έχει το ύφος παρουσιαστή σε τηλεοπτικό κυνηγητό αστέρων και ολοκληρώνουν την υποψηφιότητά τους με το εξής περίεργο: «Θα είμαι ειλικρινής»…
Προφανώς εκείνο που επιτρέπει τη μετάβαση από το τυχαίο ένα εγώ στο οργανωμένο εμείς είναι η απάρνηση της ατομικότητας, και μάλιστα η εθελούσια, απροκάλυπτη, ολοκληρωτική αυταπάρνηση.
Και σε αυτή τη μετάβαση το πρώτο πρώτο βήμα φαντάζει απλό: να πεις δημοσίως τα μυστικά σου.
Εις μάτην βέβαια περιμένει να ακούσει κανείς κάποια σπουδαία μυστικά, μια βαρυσήμαντη εξομολόγηση…
Κι όμως δεν είναι διόλου λίγο για εκείνον που μοιράζεται το μυστικό του με τους άλλους, με εμάς, δημοσίως, στο Φεστιβάλ.
Ο Φιλίππου είχε την εξής δαιμόνια ιδέα: το κείμενό του στηρίζεται στην προσωπική εκμυστήρευση των συντελεστών της παράστασης.
Αυτό και μόνο δίνει στα πράγματα μια βαρύτητα: τίποτα δεν είναι εδώ ψέμα, ούτε καν προσποίηση.
Το μαγικό στον Φιλίππου χτίζεται πάνω σε κάτι πολύ κοινά, δικά μας πράγματα, του μέσα κόσμου, πράγματα πολύ οικεία και πολύ πραγματικά.
Κι αυτό που τα κάνει «πραγματικά» είναι η πιντερική κρησάρα της μνήμης, που βγάζει στην επιφάνεια μόνο ό,τι στηρίζει το εδώ και το τώρα.
Δύο απολογίες στη σειρά, η 4 και η 5, δύο υποψηφιότητες, ανταγωνιστικές μεταξύ τους.
Ο 4 (Φιντέλ Ταλαμπούκας) είναι περισσότερο πειθήνιος ή περισσότερο απελπισμένος. Σαφώς προηγείται στην αρχή κι είναι μόνο η βιασύνη του, η ταραχή και το στρες του που θα τον προδώσουν.
Και έτσι θα μπει δεύτερος στην κούρσα, πίσω από τη μαχητικότερη συνυποψήφιά του, της επόμενης Απολογίας (Εύη Σαουλίδου). Αυτή δείχνει πιο πείσμων, ίσως ανατρεπτική.
Τι θα δώσει όμως τη λύση; Η τελική φοβερή θυσία της: θα απαρνηθεί τη φωνή της, θα υποκριθεί μια άλλη, γελοία, φωνή, για να κατακτήσει με αυτή την πολυπόθητη θέση της στον Χορό.
Μπορεί πλέον, παράφωνη και πλαστή, να τραγουδήσει το περιβόητο Μέλος των ευσεβών πόθων της ενταγμένης κοινότητας.
Είναι περιττό να τονίσω σε ποιον οδηγούν όλα αυτά. Οι «Απολογίες» αποτελούν προβολές του «Πύργου» του Κάφκα. Κι αρκετοί ακόμη θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι, παρά την κρυπτική συμβολιστική τους, οι «Απολογίες» είναι μάλλον διαφανείς ως προς το κεντρικό τους νόημα.
Προφανώς έχουμε μια (ακόμη) παραβολή για την ηθελημένη κοινωνικοποίηση, για τον ετεροπροσδιορισμό, για τον τελετουργικό ακρωτηριασμό κάθε ιδιαιτερότητας προς χάρη της ένταξης κ.λπ.
Καθώς όλα κινούνται σε γενικά σχήματα, όλοι μπορούμε να προσθέσουμε κι από κάτι.
Εγώ, λόγου χάρη, διακρίνω μια κριτική της ανόδου του φασισμού: το ενδιαφέρον σημείο βρίσκεται στο ότι μπορεί ο φασισμός ως θεωρία να μοιάζει απωθητική, η αισθητική του όμως ακόμη δημιουργεί μύχιες έλξεις.
Δείτε και τους εαυτούς μας. Τι προτιμάμε; Αυτό το υπέροχο, αρμονικό σύνολο από τη μια που θυμίζει την αιωνιότητα;
Ή από την άλλη, το άναρχο, ασήμαντο εκείνο ιδιαίτερο «ένα», που έχει κιόλας ξεχαστεί;
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το έργο του Φιλίππου, η παράσταση των Vasistas ανήκει στην πρωτοκαθεδρία του θεάτρου μας.
Μέσω αυτού ξένοι θεατές αναγνωρίζουν τη θέση του στο ανάγλυφο του παγκόσμιου καλλιτεχνικού χώρου.
Το κυριότερο: εκφράζει μια νέα, δυναμική θέση που θέλει το κείμενο να διαχέεται στην παράσταση.
Γι’ αυτό, χωρίς αμφιβολία, όταν οι «Απολογίες» ταξιδέψουν στο εξωτερικό, θα γίνουν ένας από τους πιο σκοτεινούς και εύγλωττους πρεσβευτές μας.
