Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σκηνή Dorfman του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας, στις όχθες του Τάμεση, μέχρι τα μέσα Αυγούστου θα είναι μεταμορφωμένη σε ένα χωριάτικο σπίτι της Σκιάθου. Εκεί, μέσα στην πανέμορφη ελληνική φύση, τη μέρα ακριβώς που γίνεται το πραξικόπημα, 21 Απριλίου 1967, εγκαθίσταται μαγεμένο ένα μποέμ ζευγάρι Βρετανών καλλιτεχνών.

Και ξεκινάει το θεατρικό έργο «Sunset at the Villa Thalia» (Ηλιοβασίλεμα στη βίλα Θάλεια). Το έγραψε ο 50χρονος Alexi Kaye Campbell, μισός Ελληνας από τον μπαμπά του, μισός Αγγλος από τη μαμά του. Το Kaye είναι το αρχικό του πατρικού του επωνύμου (Κουμουνδούρος), το Campbell ανήκει στη μαμά του και το κράτησε για τους δικούς του λόγους.

Είναι γνωστός συγγραφέας, με ένα τουλάχιστον έργο του, το «Pride» με την τολμηρή γκέι θεματολογία, να έχει διακριθεί διεθνώς. Ζει και κάνει καριέρα στην Αγγλία, και όχι μόνο στο θέατρο, δικό του ήταν το σενάριο της ταινίας «Γυναίκα από χρυσό» με την Ελεν Μίρεν. Κι ενώ μιλάει τέλεια ελληνικά, αφού εδώ έχει μεγαλώσει, κι ενώ έρχεται πολύ συχνά, μας είναι περίπου άγνωστος.

Δεν πρέπει, όμως, να υπάρχει αυτή τη στιγμή στο Λονδίνο πιο θερμός υποστηρικτής της Ελλάδας. Και όχι γιατί το έργο του διαφημίζει ασύστολα τις ομορφιές της και αντηχεί από τη «Φραγκοσυριανή». Αλλά γιατί, βαθιά πολιτικό, βοηθάει τους Βρετανούς να καταλάβουν λίγο καλύτερα τη σημερινή Ελλάδα της κρίσης. Με έναν, ίσως, λοξό τρόπο.

Το έργο, που εξελίσσεται με συναρπαστικό σασπένς, επικεντρώνεται στη σχέση των Βρετανών μποέμ, που λέγαμε, με ένα περίεργο ζευγάρι Αμερικανών. Τον Χάρβεϊ, στέλεχος της CIA, με το χεράκι του μπλεγμένο τόσο στο δικό μας πραξικόπημα όσο και της Χιλής.

Και τη σύζυγό του Τζουν (την ερμηνεύει η διάσημη Ελίζαμπεθ ΜακΓκόβερν του «Ragtime» του Φόρμαν και του «Downton Abbey»). Κεντρικό, όμως, θέμα αναδεικνύεται η επίδραση των ξένων στη φτωχή Ελλάδα. Οι ειλικρινά αριστεροί και κουλτουριάρηδες Βρετανοί αγοράζουν για ένα κομμάτι ψωμί το πανέμορφο χωριάτικο σπίτι. Και η νεαρή Μαρία με τον ηλικιωμένο πατέρα της Σταμάτη παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς.

Ολα τα παραπάνω τα συζητήσαμε με τον Αλέξη. Αφού πρώτα μας τράβηξαν την προσοχή τα 4 αστεράκια που έβαλαν στην παράσταση ο «Γκάρντιαν» και οι «Τάιμς».

• Oταν το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας σάς ζήτησε ένα καινούργιο έργο, γιατί αποφασίσατε να γράψετε κάτι για την Ελλάδα;

Πολύ απλά ένιωθα την ανάγκη να ανταποκριθώ, να απαντήσω με τον δικό μου, προσωπικό τρόπο στην κρίση της Ελλάδας, αλλά και την ευρύτερη παγκόσμια, που όλοι ζούμε. Ηθελα να μιλήσω για τις πραγματικές ρίζες της κρίσης στην Ελλάδα. Να το κάνω, όμως, με έναν υπαινικτικό, έμμεσο τρόπο.

• Είναι αλήθεια ότι για να γράψετε το «Sunset at the Villa Thalia» ήρθατε στην Ελλάδα; Τι σας κινητοποίησε πάνω απ’ όλα;

Ναι, το έγραψα στη Σύρο, όπου έχουμε ένα οικογενειακό σπίτι. Αυτό που πάνω απ’ όλα με κινητοποίησε για να το γράψω είναι η αδικία που αισθάνομαι γύρω μου. Βεβαίως, πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει ευθύνες για τη σημερινή δύσκολη κατάστασή της – τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής τάξης και της πλουτοκρατίας, αλλά και τα πολλά χρόνια κακοδιοίκησης και διαφθοράς.

Αυτό, όμως, που με εξέπληξε περισσότερο ήταν ότι οι άνθρωποι που πληρώνουν βαρύτερα το κόστος δεν είναι αυτοί που προκάλεσαν την κρίση. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι το έργο μου σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι αφιερωμένο. Οτι είναι μια θυμωμένη φωνή υπεράσπισής τους.

• Τοποθετείτε τη δράση του έργου το 1967 και το 1976, λίγο πριν και λίγο μετά τη χούντα. Σας ήταν πιο εύκολο να μιλήσετε για τη σημερινή Ελλάδα χρησιμοποιώντας μια παλιότερη, ταραγμένη πολιτική περίοδο;

Ως θεατρικός συγγραφέας συχνά αναφέρομαι στο παρελθόν προσπαθώντας να φωτίσω το παρόν. Ψάχνω τις ιστορικές ρίζες και τις αιτίες καταστάσεων που σήμερα, εκ των υστέρων, τις παρατηρούμε με κάποια γνώση αλλά και με ένα αίσθημα ειρωνείας. Επίσης, με το «Ηλιοβασίλεμα στη βίλα Θάλεια», ήθελα να γράψω και κάτι λίγο πιο αυτοβιογραφικό. Να χρησιμοποιήσω τις αναμνήσεις από τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων στη Σκιάθο.

• Γράφοντας το έργο νιώθατε ένα είδος καθήκοντος και υποχρέωσης να μιλήσετε εξ ονόματος των Ελλήνων; Να είστε καλός, ευγενικός και γεμάτος κατανόηση;

Είναι αλήθεια πως θα μπορούσα να έχω γράψει ένα άλλο έργο, που να έχει περισσότερο κριτική διάθεση απέναντι στην Ελλάδα και τους Ελληνες. Αλλά όσο ευρύ κι αν φαίνεται το θέμα του έργου και οι αναφορές του στα συντρίμμια που αφήνει ο νεοφιλελευθερισμός στο διάβα του, το κέντρο βάρος του εξακολουθεί να ανήκει στους Ελληνες, που δεν είχαν λόγο πάνω στη μοίρα τους και πλήρωσαν το κόστος της απληστίας των άλλων.

• Γιατί διαλέξατε ως κεντρικούς χαρακτήρες ένα ζευγάρι Βρετανών κι ένα Αμερικανών;

Είμαι μισός Ελληνας και μισός Βρετανός, αλλά έχω ζήσει και στις ΗΠΑ. Οι τέσσερις χαρακτήρες του έργου αντιπροσωπεύουν μία πλευρά του εαυτού μου, ένιωθα, δηλαδή, την ανάγκη να κάνω θέατρο τις εσωτερικές μου συγκρούσεις. Επίσης, αν και η ίδια η Ελλάδα είναι ένας βασικός χαρακτήρας του έργου, ήθελα να ρίξω φως και στους μεγάλους παίκτες της παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στη μεγαλύτερη διάρκεια του 20ού αιώνα πρωταγωνιστές ήταν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Eίμαι πεπεισμένος ότι με την εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού, που επέβαλαν στη Χιλή oι Αμερικανοί υποστηρικτές της οικονομικής θεωρίας του Μίλτον Φρίντμαν και στη συνέχεια την προασπίστηκαν ο Ρίγκαν και η Θάτσερ, οι ΗΠΑ και η Αγγλία συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του σημερινού παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Με πάθος εναντίον του Brexit

• Τι θα ψηφίσετε στο δημοψήφισμα για την παραμονή της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση;

Θα ψηφίσω με πάθος εναντίον του Brexit. Και τρέμω μήπως τελικά υπερισχύσει. Πάνω από όλα είμαι Ευρωπαίος. Πρέπει να μείνουμε ενωμένοι και να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας σαν μια οικογένεια. Εχουμε πολλά να αλλάξουμε στην Ευρώπη, αλλά και πολλά να υπερασπιστούμε.

• Ο πιο ενδιαφέρων, πλούσιος και ερεθιστικός χαρακτήρας του έργου σας είναι, όμως, ο Χάρβεϊ, ο πράκτορας της CIA.

Σιχαίνομαι το «μαύρο-άσπρο» και στο θέατρο, αλλά και στη ζωή. Κοιτάω, άλλωστε, τον ίδιο μου τον εαυτό, βλέπω τις ανησυχίες μου, τα ερωτήματα με τα οποία παλεύω και καταλαβαίνω ότι δεν είναι ένα μόνο πράγμα, είμαι κάτι απ’ όλα. Μέσα από τις αντιφάσεις μου προσπαθώ να βρω ποιο είναι το σωστό, τι μπορεί να με πάει μπροστά.

Ο Χάρβεϊ στο έργο είναι λίγο σαν τον… καπιταλισμό: έχει μια γοητεία και πολλά στραβά. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, όταν γράφεις ένα θεατρικό έργο, προσέχεις να εκφράσεις το ίδιο σοβαρά όλες τις απόψεις. Τους επιτρέπεις να παλέψουν πάνω στη σκηνή, μήπως και υπάρξει ένα είδος κατανόησης.

Πιστεύω κι εγώ αυτό που λέει ο Χάρβεϊ όταν αναλύει τη σχέση τραγωδίας και δημοκρατίας. Οτι σκοπός του θεάτρου είναι να φύγεις από την παράσταση γεμάτος ερωτήματα και παθιασμένος να τα συζητήσεις. Οτι το θέατρο μπορεί να σε αλλάξει, να σε ταρακουνήσει.

• «Το Mamma Mia του σοβαρού θεάτρου», «Ο Alexi Kaye Campbell έπρεπε να χορηγείται από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού» και διάφορα ανάλογα σχόλια διάβασα στον αγγλικό Τύπο. Τόσο εσείς αλλά και ο σκηνοθέτης της παράστασης, Σάιμον Γκόντγουιν, είχατε την πρόθεση να αναδείξετε την ομορφιά της Σκιάθου, ακόμα και σε ένα κατά βάση πολιτικό έργο;

Πιστεύω ότι ένα πράγμα διαπερνά το έργο – και το πολύ όμορφο σκηνικό της Χίλντεγκαρντ Μπέτσλερ: μια πραγματική αγάπη για τα τοπία και τη μυθική ομορφιά της Ελλάδας, τη δύναμη που έχουν να φέρνουν τους ανθρώπους αντιμέτωπους με τον εαυτό τους, να τους προκαλούν τις πιο ουσιαστικές ερωτήσεις για την ανθρώπινη ύπαρξη και την κοινωνία.

Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα στο έργο. Η αρχέγονη ομορφιά και η γυμνή απλότητα του ελληνικού τοπίου σπρώχνουν τους χαρακτήρες να δουν κατάματα ποιοι πραγματικά είναι. Ετσι, το έργο γίνεται κι ένας φόρος τιμής στην Ελλάδα -αρχαία, σύγχρονη και αιώνια- και στον ρόλο της στη δημιουργία της δυτικής, αλλά και παγκόσμιας συνείδησης.

• Η καταπληκτική σκηνή του τέλους είναι γραμμένη κυρίως στα ελληνικά. Βάζετε υπέρτιτλους;

Α, όχι, ούτε υπέρτιτλοι ούτε τίποτα. Γιατί, τελικά, αποφάσισα η τόσο ουσιαστική σκηνή όπου η μικρή Μαρία υπόσχεται στη γιαγιά της ότι θα αγαπά και θα φροντίζει πάντα το πατρικό σπίτι, να παιχτεί μόνο στα ελληνικά.

Το κοινό καταλαβαίνει τα πάντα από την ερμηνεία των καταπληκτικών ηθοποιών. Για μένα ήταν απαραίτητο η τελευταία σκηνή να ανήκει αποκλειστικά στους Ελληνες, που διεκδικούν τη χώρα τους. Να δείξω ότι γλώσσα και χώρα είναι ένα πράγμα. Και όσο πιο πολύ έβλεπα τη σκηνή στις πρόβες τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι επιβαλλόταν να παιχτεί στα ελληνικά.

• Πώς υποδέχεται το κοινό το έργο;

Καταπληκτικά! Το θέατρο είναι γεμάτο. Ερχονται, φυσικά, πολλοί Ελληνες και η δική τους αντίδραση είναι διαφορετική από των Βρετανών – συγκινούνται, ειδικά στην τελευταία σκηνή. Αυτό που με έχει εντυπωσιάσει, όμως, είναι οι κριτικές, που είναι εντελώς μοιρασμένες. Υπάρχουν μερικές κακές, σχεδόν θυμωμένες.

Νομίζω ότι μερίδα των Βρετανών ενοχλείται γιατί το έργο αποκαλύπτει την υποκρισία που μπορεί να κρύβεται πίσω από την προοδευτική, φιλελεύθερη βρετανική κουλτούρα. Το είχαμε, πάντως, συζητήσει στο Εθνικό ότι θα ενοχληθούν κάποιοι, ειδικά στον δεξιό Τύπο, ιδιαίτερα τώρα με την υστερία γύρω από το Brexit. Eμένα, όμως, μου φτάνει που ο Μάικλ Μπίλινγκτον της «Γκάρντιαν», ο Πάπας της θεατρικής κριτικής, αγάπησε τόσο πολύ το έργο μου.

• Θα ήταν ωραία να το δούμε και στην Ελλάδα. Εχετε κάνει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση;

Η δουλειά μου γενικά είναι λίγο γνωστή στην Ελλάδα, κανείς δεν έχει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτήν. Κι ας παίχτηκε πριν από λίγα χρόνια το «Pride». Ελπίζω να αποκτήσω μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα τώρα, που έγραψα για το Εθνικό της Αγγλίας ένα έργο για την Ελλάδα.

Για μένα το ιδανικό σενάριο θα ήταν να παιχτεί στην Αθήνα η λονδρέζικη παράσταση. Αλλωστε, το Εθνικό Θέατρο το είχε προτείνει στον Γιώργο Λούκο, αλλά ήταν την εποχή που δεν ήξερε αν θα μείνει στο Φεστιβάλ και ήταν όλα φλου. Δεν έχω άλλες επαφές με τον ελληνικό θεατρικό κόσμο. Επίσης, κακά τα ψέματα, επικρατεί τώρα μια μόδα στο ελληνικό θέατρο, πηγαίνει πιο πολύ προς το γερμανικό. Ισως το δικό μου να φαίνεται λίγο κλασικό και βρετανικό…

• Ξέρετε καλά την Ελλάδα. Τι πιστεύετε για τον Αλέξη Τσίπρα και την κυβέρνησή του;

Αυτό που ξέρω είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν υποφέρεται άλλο. Ετσι στηρίζω οποιονδήποτε αναλαμβάνει τη λύση των τεράστιων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Δεν μπορώ, όμως, να έχω μια ξεκάθαρη, σαφή άποψη για τον Τσίπρα, αφού δεν ζω στην Ελλάδα.

Εχει κι αυτός μπροστά του την ίδια με όλους μας αγωνία: πώς να φτιάξουμε μια δίκαιη και ισότιμη κοινωνία, που να επιτρέπει στις ελεύθερες επιχειρήσεις και τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες να ανθήσουν. Δεν είμαι σε καμιά περίπτωση σοσιαλιστής της παλιάς σχολής. Αλλά δεν παύω να πιστεύω ότι οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού είναι ακραίες και άδικες και καταλήγουν να καταστρέφουν τον κοινωνικό ιστό. Πρέπει να πολεμάμε κάθε εξτρεμισμό – όχι μόνο τον θρησκευτικό, αλλά και τον οικονομικό και τον ιδεολογικό.

Φεμινίστριες και LGBT απειλούν την πατριαρχική κοινωνία

• Εχετε γράψει το «Pride», έργο εμβληματικό για την γκέι κοινότητα. Πώς ζήσατε, λοιπόν, το μακελειό στο κλαμπ του Ορλάντο;

Ηταν κάτι τραγικό. H μεγάλη αλλαγή που συντελείται στην εποχή μας είναι η αμφισβήτηση της πατριαρχικής κοινωνίας. Από όπου κι αν προέρχεται, από το φεμινιστικό ή το κίνημα των LGBT, είναι απειλητική για ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ακόμα και για μας τους ίδιους, όσο προοδευτικοί κι αν θέλουμε να είμαστε.

Δεν είναι τόσο εύκολο να δεχτεί κανείς ότι ο κόσμος μας δεν είναι δυαδικός, αποτελούμενος από άνδρες και γυναίκες. Οτι άλλο είναι το βιολογικό και άλλο το κοινωνικό φύλο. Οτι το γένος είναι κάτι το ρευστό -και δεν το λέω επειδή είμαι γκέι. Καταλαβαίνω ότι πολλές κοινωνίες -συντηρητικές δυτικές, αλλά κυρίως μουσουλμανικές- δεν είναι έτοιμες να δεχτούν αυτή την εξέλιξη.

Και η αίσθηση της απειλής γίνεται μεγαλύτερη από την ταχύτητα με την οποία αλλάζουν τα πράγματα στην εποχή του ίντερνετ. Νιώθω τυχερός που ζω στην τόσο ανοιχτή Αγγλία. Και με την ευκαιρία, βρήκα πολύ θετικό που ο Τσίπρας και η ελληνική Βουλή ψήφισαν το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια.