Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επανέρχομαι στη Στέγη για δεύτερη συνεχή εβδομάδα -οι δραστηριότητές της είναι άλλωστε τόσες και τέτοιες πια, που απαιτούν συνεχή ενημέρωση.

Αυτή τη φορά φιλοδοξώ να καταπιαστώ με το τρίτο κατά σειρά «Fast Forward Festival» που παρουσιάστηκε πρόσφατα υπό την επίβλεψη της Κάτιας Αρφαρά και ειδικεύεται κατά κάποιον τρόπο στον σύγχρονο, πρωτότυπο και επιτυχημένο τρόπο παραστασιακής απεικόνισης ανησυχιών και εκφράσεων της σκηνής διεθνώς.

Κάτι τέτοιο, τόσο αόριστο πλέον… Γιατί αυτό που συμβαίνει στη διεθνή σκηνή -και για το οποίο ακολουθεί κατά πόδας η Στέγη- είναι ένα πείραμα απέναντι στο οποίο το απλό «θέατρο» μοιάζει πια πολύ συγκαταβατικό, πολύ στατικό, πολύ παλιό, το οποίο ίσως αποδειχθεί ανατρεπτικό για κάθε παραστασιακή τέχνη του μέλλοντος.

Φαίνεται πως αναδύεται ένα «θέατρο» που συνυπολογίζει ανάμεσα στα άλλα και τη μετατόπιση των μαζικών αναφορών εξαιτίας των νέων τεχνολογικών μέσων επικοινωνίας και έκφρασης. Για ακόμη μία φορά φαίνεται πως η τεχνολογία πρώτη συγκροτεί μια νέα εικόνα του εαυτού μας και του κόσμου. Και έπειτα έρχεται η τέχνη να μιλήσει γι’ αυτήν.

Στις εκδηλώσεις του φεστιβάλ είδα παραγωγές να τίθενται απέναντι σε αυτό το δεδομένο: Οι μισές χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να ανιχνεύσουν νέες ευαισθησίες.

Και οι άλλες μισές ζητούν από τον θεατή να σπάσει το φίλτρο της πληροφόρησης, να σηκωθεί από την καρέκλα του, να βγει από το κέλυφος της τηλε-πληροφόρησης και να πάρει την κατάσταση-παράσταση στα χέρια του. Να δει τον κόσμο του άμεσα, συνειδητοποιημένα και χωρίς τεχνικές αυταπάτες.

Oταν ο θεατής σηκώνεται από την καρέκλα του

«Το σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας στην εξορία» του Τόμας Μπέλινκ ανήκει σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία δράσεων, που ζητούν από τον θεατή τους να δει ο ίδιος, και με τα μάτια του, την πραγματικότητα. Του ζητούν να ανεβεί σκάλες, να χαθεί μέσα σε διαδρόμους, να αισθανθεί «περίεργα». Να ανησυχήσει και, τελικά, να σκεφτεί πόση αλήθεια κρύβεται πίσω την τεχνητή ανάπλαση μιας μελλοντολογικής δυστοπίας.

Το θέμα στην «Ευρωπαϊκή Ιστορία» είναι μια κάπως συνωμοτική, κάπως αντιστασιακή περιδιάβαση του θεατή στο κοντινό μέλλον -κοντά στα 2050-, σε ένα κτίριο (για την περίπτωσή μας, το… υπουργείο Εργασίας στην Πειραιώς), όπου θα δει να εκτίθεται εν συντομία η ιστορία της λαμπρής και άδοξα νικημένης ιδέας της «Ενωμένης Ευρώπης».

Το περιβάλλον θυμίζει έντονα την καφκική ατμόσφαιρα αποπροσανατολισμού στους διαδρόμους ενός κτιρίου, με τους δύσθυμους φύλακες, τα κλειστά δωμάτια και την ενοχλητική αίσθηση ότι, όσο κινείσαι, παρακολουθείσαι και ενοχοποιείσαι ολοένα.

Εκεί, μέσα από κείμενα θα δεις την ιστορία της Ενωμένης Ευρώπης, με τα ταπεινά της εκθέματα (ας πούμε, ό,τι διασώθηκε), στην αρχική ακμή, την κατοπινή παρακμή και τη μοιραία κατάληξη στα ίδια χάλια από τα οποία λίγο-πολύ κάποτε ξεκίνησε.

Προφανώς έχει μεσολαβήσει και ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος (ύστερα από ανακωχή περίπου εκατό χρόνων) και τώρα, στην εξορία πια, ο επισκέπτης της έκθεσης διαβάζει τα μελαγχολικά κείμενα του Μπέλινκ για την πορεία και τα συμβάντα, ώς το τέλος. Περιέργως τίποτα δεν φαίνεται απίθανο. Αντίθετα, αν υπάρχει ένα σημείο ενδιαφέροντος στην όλη παραγωγή, είναι ακριβώς η μύχια εντύπωση όλων πως αυτό το μέλλον μοιάζει να υπάρχει ήδη εντός του παρόντος.

Η ίδια η ιδέα της παράστασης φέρνει στον νου λοιπόν το museum theatre, με τις δραστηριότητες που αφορούν τα μουσεία και τα εκθέματά τους. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση οι προθήκες του μέλλοντος εκθέτουν τον δικό μας φόβο. Και η περιήγηση στο μουσείο είναι από μόνη της μια δράση «συνειδητοποίησης».

Είναι ίσως η πιο απροκάλυπτα ευρωπαϊκόφιλη παράσταση που έχω δει και είναι ίσως η πιο διδακτική. Κάποια στιγμή μοιραία ήλθε στον νου ακόμα και εκείνη η παλιά ιστορία του Σκρουτζ από τον Ντίκενς. Θυμηθείτε πως κι εκεί ήταν τελικά το πνεύμα του Μέλλοντος και η έκθεση πεπραγμένων του, που έφερε στον γερο-παραλυμένο αληθινό σοκ και την πλήρη ηθική μεταμόρφωσή του.

Στο τέλος η ξενάγησή μας ολοκληρώνεται διπλά: με τον τρόπο του Ορέστη και τον τρόπο της Αθηνάς.

Ο καλλιτέχνης βάζει σαν προτελευταίο σταθμό μια δική του εγκατάσταση: είναι ένα φωτεινό σημείο σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, σαν σημάδι ενοχής και ικεσίας, ένα γράμμα προς κάποιο μελλοντικό αναγνώστη. Και έπειτα ακολουθεί η αληθινή Εξοδός μας από το κτίριο, από την ταράτσα του Κτιρίου.

Εκεί η αντίληψη αλλάζει απροσδόκητα. Στην ταράτσα περιμένει μια Αθήνα παράξενη στην αντίφασή της, εξωτική στη φθορά, καθόλου απωθητική, αλλά ασφαλώς δυσοίωνη. Το μάτι μας όμως δεν μένει στην πόλη που κείτεται μπροστά μας. Κατευθύνεται προς το βάθος, σε έναν Παρθενώνα που λάμπει στο στερέωμα.

Με το βλέμμα στη βάση της Ευρώπης, οι Ερινύες μοιάζουν να κατευνάζονται (κι αν δεν χάνονται, τουλάχιστον πείθονται), ο ικέτης Ορέστης λυτρώνεται και βυθίζεται στον μύθο. Η πόλη στο τέλος διασώζεται. Και η Ευρώπη πάλι ανασαίνει. Δεν ξέρω τι είδους αντίληψη δημιούργησε στους ξένους θιασώτες της η ίδια παράσταση όταν παίχτηκε στο εξωτερικό.

Στην Αθήνα όμως, στο τέλος υπάρχει μια τροφοδοσία φυσική και τοπική, που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Ο Μπέλινκ θα πρέπει να νιώθει πολύ περήφανος, γιατί δημιούργησε μια παράσταση που ζει, αλλάζει και διδάσκεται από τους τόπους όπου συναντάει. Να ένα αληθινά ριζικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Φαντάζομαι ότι στη Στέγη θα πρέπει να προσέξουν το φεστιβάλ σαν τα μάτια τους. Δεν έχουμε κανένα άλλο παρόμοιο. Και απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, μια τέτοια συλλογή παραγωγών, κάτω από ένα τέτοιο «ειδικό» πρίσμα, δεν πρέπει να συναντάται εύκολα ούτε και διεθνώς.