Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αν η “Αντιγόνη” του Σοφοκλή ήταν το έργο-κλειδί για τον προηγούμενο αιώνα, γιατί είχε να κάνει με δικτάτορες και υπακοή, το έργο μας γι’ αυτόν τον αιώνα είναι η “Μήδεια” του Ευριπίδη, γιατί εμπεριέχει βαθιά ερωτήματα: Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος και πώς κτίζουμε σήμερα μια κοινωνία;».

Ο Εντουαρντ Μποντ, ένας από τους τελευταίους μύθους του σύγχρονου βρετανικού θεάτρου, αναγνωρισμένος παγκοσμίως, εξακολουθεί στα 81 του χρόνια να είναι το ίδιο τολμηρός και προκλητικός όπως και τη δεκαετία του 1960. Τότε που στο έργο του «Saved» (Σωσμένος) μια σκηνή λιθοβολισμού ενός μωρού στο καροτσάκι του από αγριεμένους νέους αναστάτωσε τη Βρετανία και έγινε αφορμή να αλλάξει (προς το καλύτερο) η νομοθεσία για τη λογοκρισία.

Το πρωτοείδαμε κι εμείς στην Αθήνα, στην ιστορική πια παράσταση του Τάσου Μπαντή, στο «Εμπρός» (1990). Πριν από λίγες μέρες ο Μποντ παρουσίασε στην Αγγλία το πρώτο, εδώ και είκοσι χρόνια, νέο θεατρικό έργο του, γυρίζοντας την πλάτη στο «κέντρο», δηλαδή το Εθνικό Θέατρο, το Royal Court και το Royal Shakespeare Company, παλιά λημέρια του κάποτε.

Διάλεξε το θέατρο Secombe στο Σάτον, στα περίχωρα του Λονδίνου, και ανέλαβε ο ίδιος τη σκηνοθεσία. Η σκηνογράφος του, μάλιστα, είναι η Ελληνίδα Μάιρα Βαζαίου, που έκανε πρόσφατα τα σκηνικά στον «Μάκβεθ» της Αναστασίας Ρεβή στο ΚΘΒΕ.

Η επανεμφάνιση του (πολυπαιγμένου και στην Ελλάδα) Μποντ είναι έτσι κι αλλιώς είδηση πρώτης γραμμής. Εχει, όμως, και ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον. Το έργο λέγεται «Dea», από την κεντρική ηρωίδα του που, όπως γράφει η «Γκάρντιαν», μοιράζεται με τη Medea, τη δική μας Μήδεια, όχι μόνο τα τρία τελευταία γράμματα του ονόματός της, αλλά και περίπου τη βιογραφία της.

Πνίγει, δηλαδή, στην κούνια τους τα δίδυμα αγοράκια της πριν ετοιμαστεί για τη βραδινή έξοδό της με τον στρατιωτικό σύζυγό της, τον Ιάσονα, που έχει μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες.

Ανατριχιαστική σκηνή, ήδη οι αγγλικές εφημερίδες άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως το θέατρο Secombe αντιμετωπίσει προβλήματα λογοκρισίας, ενώ ο Μποντ δυσκολεύει τα πράγματα, έχοντας συμπεριλάβει και δύο σκηνές άγριων βιασμών, ο ένας νεκροφιλικός, αλλά και μια μητέρα που κάνει στοματικό έρωτα στον γιο της.

«Οταν γράφω, ούτε μου περνάει από το μυαλό ότι μια σκηνή μπορεί να σοκάρει, ακολουθώ απλώς τη λογική της κατάστασης -άλλωστε πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να σπρώχνει τα πράγματα στα άκρα αν θέλει να μας βοηθήσει να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς κάνουμε», επιμένει ο συγγραφέας σε συνέντευξή του στην «Γκάρντιαν».

Και εξηγεί τι είναι η ηρωίδα του, αυτή η γυναίκα που, ενώ γύρω της λυσσομανά ένας πόλεμος, κάνει μια φρικτή πράξη, εξορίζεται κι όταν συναντά κάποιον από το παρελθόν της έρχεται και πάλι αντιμέτωπη με την κοινωνία που την οδήγησε στα εγκλήματά της.

«Οι άνθρωποι σοκάρονται με τη Μήδεια γιατί σκοτώνει τα παιδιά της. Αλλά την ίδια στιγμή στέλνουμε με χαρά τα δικά μας σε πολέμους. Και κάπου διάβασα πως κάθε εβδομάδα σκοτώνεται ένα παιδί σε κάποιο σπίτι της Αγγλίας», δηλώνει ο Μποντ.

Σε ένα μικρό κείμενό του στο σάιτ του θεάτρου, αναλύοντας το «Dea», μοιάζει να προειδοποιεί την ανθρωπότητα.

«Στις μέρες που έρχονται θα δοκιμαστούμε όσο ποτέ άλλοτε. Τα όπλα μας είναι τώρα τόσο ισχυρά, που δεν μπορούμε να κερδίσουμε, όπως παλιά, πολέμους. Οι ηττημένοι απλώς θα συνέλθουν και θα πατήσουν το κουμπί. Τα όρια μεταξύ κρατών και ανθρώπων έπεσαν. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί, αλλιώς είναι σίγουρο ότι θα πεθάνουμε όλοι μαζί», γράφει.

Δεν έχει κανένα πρόβλημα που η πατρίδα του μοιάζει να τον ξεχνάει, την ίδια στιγμή που άλλες ευρωπαϊκές χώρες τον αποθεώνουν. Το έργο του «La mer» («Θάλασσα») συνεχίζει με τεράστια επιτυχία μέχρι τις 15 Ιουνίου στην Κομεντί Φρανσέζ σε σκηνοθεσία Αλέν Φρανσόν, ενώ στη Ρώμη παίζεται το «Lear».

Σε ερώτηση της «Γκάρντιαν» αν τον πειράζει που το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας δεν τον προσκαλεί ή που το εμβληματικό έργο του «Mπίνγκο», μια καταπληκτική θεατρική βιογραφία του Σέξπιρ, δεν βρήκε μια θεσούλα στον εορτασμό των 400 χρόνων από τον θάνατο του Βάρδου, ο Εντουαρντ Μποντ απαντά: «Αν ανέβαζαν ένα από τα έργα μου, θα ήταν για τα σκουπίδια. Γιατί δεν θα το καταλάβαιναν».