Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι περιττό να πούμε ότι η νέα παραγωγή των Rimini Protokoll δημιούργησε εκατέρωθεν προσδοκίες ανάμεσα σε αυτούς που είχαν παρακολουθήσει τις προηγούμενες δουλειές τους και ανέμεναν την ίδια έκπληξη ως έκπληξη και σε όσους πάλι ιντριγκαρίστηκαν από το ίδιο το εγχείρημα ανεβάσματος επί σκηνής -με όποιον τρόπο- του πιο καταραμένου μάλλον βιβλίου αναφοράς ενός ούτως ή άλλως καταραμένου αιώνα.

Στην Ελλάδα μάλιστα -με βάση πάλι τους Rimini- έχει διαμορφωθεί μια κάποια σκηνή «ντοκουμέντου», που με παρόμοιο τρόπο ασχολείται με θέματα της σύγχρονης πολιτικής μας συνείδησης.

Με άλλα λόγια όλοι ανέμεναν από την παράσταση κάτι πριν τη δουν – και η παρατήρηση ότι η ίδια είχε σχεδόν εξαντληθεί από το ξεκίνημά της κιόλας είναι μάλλον εύστοχη. Στο τέλος τέλος τι άλλο έμενε να πει κανείς για την αίσθηση της ενοχής πέρα ας πούμε από όσα είπε σε διάφορες συνεντεύξεις-ποταμούς ο απόγονος του διοικητή του Αουσβιτς, με το όνομα των «Ες» πάνω του σαν κληρονομικό νόσημα; Και τι αληθινά περιμέναμε από μια τέτοια πρόταση; Να καλέσει επί σκηνής σύγχρονους εκφραστές του ναζισμού;

Να μας πείσει μήπως ότι ο Χίτλερ ήταν ένας αληθινά κακός, αλλά και πολύ μέτριος συγγραφέας; Ή μήπως να μας κάνει να ασχοληθούμε σοβαρά με το πρόβλημα που έχουν οι Γερμανοί αν πρέπει να διαβάζουν τον «Αγώνα» στα σχολεία τους, έστω και σε υπομνηματισμένη μορφή;…

Το χειρότερο όμως στη δική μας προαίρεση είναι πως για εμάς πλέον, και για τους δικούς μας λόγους, το θέατρο-ντοκουμέντο έχει εξελιχθεί σε μια μορφή πολιτικότερη, καταγγελτικότερη, με το δικό μας ταμπεραμέντο, και ασφαλώς με τη δική μας αντίληψη για το τι σημαίνει μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση για ένα θέμα…

Οτι κάποιοι μάλιστα συνέδεσαν τα γεγονότα στην Πειραματική με το ανέβασμα της Στέγης, τουλάχιστον δείχνει ότι και «γινάτι» υπήρχε και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε -καλώς ή κακώς- τέτοια ζητήματα απέχει από την αντίστοιχη περισσότερο πολιτισμική παρά καθαρά πολιτική διαπραγμάτευση της πραγματικότητας από τους Rimini.

Αντ’ αυτού η παρέα των πρωτοποριακών διαχειριστών της σκηνικής πραγματικότητας προχώρησε ένα ή πολλά βήματα παραπέρα. Αυτόματα έρχεται στον νου το δικό τους παλιότερο «Κεφάλαιο» – εκείνο όμως είχε μια κάποια ιδιοσυγκρασιακή τρέλα, μια αύρα που έκανε τα πράγματα χαριτωμένα και στο τέλος μάλλον αθώα. Και πώς αλλιώς; Οσο ακραία και να διαβάσει κανείς την Ιστορία, θα ήταν παράλογο να καταλογίσει στο «Κεφάλαιο» έστω κι έναν φόνο.

Ο «Αγώνας» του Χίτλερ όμως είναι τελείως διαφορετική υπόθεση. Αυτός βαρύνεται με 6.000.000 φόνους Εβραίων που έγιναν στ’ όνομά του, κάτω από τη δική του ιδεολογική και πολιτική κάλυψη. «Ο Αγών μου» είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται και σαν εγκληματικό εργαλείο. Διανεμήθηκε σε όλη την προπολεμική Γερμανία (και όχι μόνο…), διαβάστηκε και -το πλέον «περίεργο»- επέδρασε τότε όσο κανένα άλλο.

Μετά απλώς ξεχάστηκε, θάφτηκε, χρησιμοποιήθηκε για κάθε άλλο καθαρτήριο λόγο, απαγορεύτηκε, με την ίδια ενοχή με την οποία κρύβουμε ένα μαχαίρι κάτω από τη γη νομίζοντας ότι έτσι κρύβουμε και τον φόνο.

Γιατί όμως εξακολουθώ να ομιλώ με το «εμείς», όταν -και γι’ αυτό άλλωστε κατηγορήθηκε η παράσταση από πολλούς- τα πράγματα μοιάζει να αφορούν μονομερώς τους Γερμανούς; Είχα την τύχη να δω την παράσταση με μια γνώστρια της σύγχρονης γερμανικής συνείδησης και μου επιβεβαίωσε ό,τι υποψιαζόμουν. Το «στίγμα» μεταφέρεται από τη μια γενιά στην επόμενη, και μάλιστα με τον φόβο τής σχεδόν αταβιστικής σχέσης ενός έθνους με το έγκλημα, με τον φόβο πως λίγο να αφεθεί και θα «ξανακυλήσει».

Λοιπόν η παράσταση των Rimini έρχεται να ελέγξει αν πάσχουμε όλοι από τον ίδιο «αταβισμό». Αν θέλουμε να δούμε τον εαυτό μας ειλικρινά και ξάστερα, μακριά από την ομίχλη της απόστασης και του εθνικού καθορισμού, με την πνοή της Χρυσής Αυγής στην πλάτη, πρέπει κάποτε να δούμε τα πράγματα όπως είναι. Και από εδώ ακριβώς η παράσταση αφήνει στην άκρη τον Χίτλερ για να ασχοληθεί με τα φαντάσματά του.

Την ώρα της παράστασης θυμήθηκα ένα παλιό ανάγνωσμα, στριφνό και παράξενο, που νομίζω ότι μου δίνει το καταλληλότερο εργαλείο ανάλυσης της νέας πρότασης των Rimini. Θυμάστε τα «Φαντάσματα του Μαρξ» του Ντεριντά και τον θόρυβο που είχε τότε προκαλέσει στην ντόπια διανόηση; Αυτός ο «Αγών μου» των Rimini είναι ίσως η απλούστερη, «λαϊκότερη» εφαρμογή του Αποδομισμού σε ένα βιβλίο που δεν ανήκει πλέον στο «νόημά» του αλλά στους φορείς του.

Τι είναι λοιπόν ο «Αγών μου», λένε οι Rimini; Δεν είναι απλά ένα «βιβλίο» με την καθιερωμένη έννοια. Σαν τέτοιο «καίγεται», «απαγορεύεται», «θάβεται», «γίνεται κομπόστ», «μεταφράζεται» και «διανέμεται» σε έντυπη μορφή ή ψηφιακώς. Μπορεί να γοητευτεί από αυτό ένας Εβραίος, ένας Τουρκογερμανός ράπερ, φίλος ενός φοβερού ισλαμιστή…

Μπορεί να διαφυλαχτεί από έναν βιβλιοθηκονόμο που κατά βάθος το σιχαίνεται (μαζί με τη δική του ναζιστική καταγωγή). Μπορεί ακόμα και να μεταφραστεί από μια 14χρονη με αριστερότατες ρίζες και παραφυάδες, με μια αδελφή η οποία βρέθηκε στον ένοπλο αγώνα κατά του καπιταλισμού…

Τέλος, μπορεί να γίνει αντικείμενο νομικής αντιπαράθεσης και εκδοτικής δραστηριότητας ή το θέμα μιας χιουμοριστικής αντιπαράθεσης ερωτημάτων καλών για παρέα με πίτσα («Θα το δίνατε στο παιδί σας να το διαβάσει; – Οσοι λένε ναι, να πάνε παρακαλώ αριστερά! Οι άλλοι, στα δεξιά… Οσοι σκέφτονται ‘χμ’ στο κέντρο!»).

Αυτός είναι ο λόγος που δραματουργικά η παράσταση έμοιαζε και αληθινά ήταν «αόριστη» ή «πολιτικά ασαφής». Δεν είχε στόχο να διατυπώσει κάτι για το ίδιο το βιβλίο, πόσο μάλλον για τον συγγραφέα του, όσο για την αληθινή επικινδυνότητά του, η οποία δεν εντοπίζεται στο διάβασμα, στη μελέτη, στο ύφος ή στα ίδια τα επιχειρήματά του. Μα τότε πού στο καλό εντοπίζεται; Λυπάμαι, αλλά αυτό είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση – καλώ τον Χέρμαν Μπροχ να απαντήσει. Ας μη διαβάσουμε τον «Αγώνα» σαν υπνοβάτες, γιατί θα ξυπνήσουμε στον εφιάλτη του.

Δεν αμφιβάλλω ότι θα μπορούσε να είναι πιο σύντομη, ίσως εντατικότερη στον ρυθμό της. Οπως και θα μπορούσε –γιατί όχι;- να είναι πράγματι λίγο περισσότερο «άγρια»… Αλλά για την υπόγεια, μεταμοντέρνα, αποδομητική πολιτική ανάγνωση εκ μέρους της ενός κεντρικού για την αυτογνωσία μας σημείο ενοχής του περασμένου αιώνα, ούτε λόγος.

Η εικόνα του βιβλιοθηκονόμου που σωρεύει πάνω του δέκα οκάδες «Αγώνες» σε διάφορες γλώσσες ή η έρευνα για τον «Αγώνα» στη δημόσια βιβλιοθήκη της Αρκτικής μιλούν από μόνες τους: πώς μπορεί ένα τόσο μέτριο αστείο να έγινε κάποτε ο εφιάλτης της Ιστορίας τους; Κάποτε; Και μόνο της δικής τους Ιστορίας;