Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πάντως, από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης υπάρχει κάποιο αναμφισβήτητο κέρδος. Είναι η δεύτερη φορά που παρακολουθούμε το ακροτελεύτιο έργο του μεγάλου μοντερνιστή στη σκηνή μας, δεύτερη φορά που νιώθουμε την ίδια αμηχανία. Στην περίπτωση του Δημήτρη Καραντζά μάλιστα, όπως πάντα, το θέμα δεν είναι μόνο το τι ήθελε να πει ο δραματουργός με τους «Νεκρούς» του, αλλά και πώς το αντιλαμβάνεται ο σκηνοθέτης που το παρουσιάζει.

Ο Καραντζάς -είμαι σίγουρος γι’ αυτό- είχε μπροστά του μια έτοιμη λύση: θα μπορούσε να θολώσει τα νερά μεταξύ ρεαλισμού και συμβολισμού, -κάτι από εξπρεσιονισμό, μια δόση παραλόγου, ένα σκηνικό στην άκρη και δύο «μεγάλες» ερμηνείες- και ιδού μια ήσυχη βραδιά στο Υπόγειο. Κάνει όμως κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό: Προσπαθεί να σπάσει το θεατρικό τσόφλι για να φτάσει στο μεδούλι του έργου, στο κέντρο της αρχικής του πρόθεσης.

Νομίζω ότι το καταφέρνει. Μόνο που αυτό που αποκομίζει είναι πολύ άβολο. Ο Ιψεν, λέει η δική του πρόταση, δεν έγραψε με τους «Νεκρούς» ένα ακόμη έργο, το 55ο στη σειρά αριστούργημα. Κατέθεσε στη θέση του ένα αντι-θέατρο για τον καλλιτέχνη και την τέχνη, μια εξόδιο εξομολόγηση αμφισβήτησης και αγωνίας. Αβολο ασφαλώς συμπέρασμα για εκείνον που θεωρείται ο βασικός πυλώνας του σύγχρονου θεάτρου.

Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο πιστεύει σε αυτό το μήνυμα των «Νεκρών» ένας νέος καλλιτέχνης – εδώ που τα λέμε, δεν θα ήθελα διόλου να πιστεύει… Το έργο του Ιψεν δεν είναι παραμυθία της τέχνης, αλλά ξύπνημα από τον λήθαργό της, ή τουλάχιστον τράνταγμα για όσους αδυνατούν να ξυπνήσουν. Είναι επίσης ένα έργο πολύ «ειδικό», πολύ συγκεκριμένο.

Αφορά κυρίως όσους έχουν νιώσει ότι μπορούν να αφιερώσουν τη ζωή τους στον πνευματικό ορίζοντα, αρνούμενοι τις χαρές και τα χρέη της καθημερινής ζωής… Οχι πως υπάρχει κάποια λύτρωση ή κάποια λύση εδώ. Για αυτούς τους λίγους, οι υπόλοιποι, εμείς, θα κινούμαστε πάντα στο περιθώριο της αληθινής ζωής, περιορισμένοι στις πέντε αισθήσεις και στη ζωούλα μας. Μόνο με όμοιους θα νιώθουν ένταση και θέρμη, μόνο με όμοιους θα νιώθουν ότι ανήκουν σε έναν κόσμο πολύ ευρύτερο, πολύ ουσιαστικότερο και πολύ «ανώτερο», έναν κόσμο περιφραγμένο από την τέχνη και μυστικό.

Νιώθει άραγε αυτό το (πολύ πραγματικό) ρίγος ο σκηνοθέτης; Στην παράσταση του Τέχνης πάντως στο δικό της όνομα καταργείται ακόμη και ο… Ιψεν που γνωρίζαμε. Πέντε ηθοποιοί παίζουν τον έναν και αυτό ρόλο σε πολλές εκδοχές, αυτο-τσαλακώνοντας την εικόνα τους, καταργώντας τα όρια μιας τέχνης που οφείλει να στηρίζεται μεταξύ άλλων στη «σοβαρότητα» της δικής τους όψης.

Οτι το σκηνικό της Πουλχερίας Τζόβα και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη παραπέμπουν σε χώρο ψυχοθεραπείας, είναι μάλλον υπερβολικά προφανές – το μη αυτονόητο είναι ίσως πως κάθε ηθοποιός σε αυτή την παράσταση προσέρχεται έτοιμος να καταργήσει τον εαυτό, τη θέση και το κύρος του. Στη θέση τους τοποθετεί την ειρωνεία –για το ίδιο το έργο-, τον αυτοσαρκασμό και μια επικίνδυνη για κάθε καλλιτέχνη «ναυτία».

Το έργο έχει γραφτεί, είπαν κάποτε, από τα κατακάθια της ιψενικής γραφής. Μπορεί το κοινό να ακολουθήσει μέχρι εκεί; Οι περισσότεροι -όπως είναι λογικό- θα σταθούν στα εξωτερικά στοιχεία της διδασκαλίας των «Νεκρών»: στο πώς έδεσε (ή όχι) το ρεαλιστικό με το συμβολικό περιβάλλον, πού είναι το περίφημο σκηνικό της τρίτης πράξης, τι στο διάολο γυρεύει αυτό το άγαρμπο μπαλέτο στη μέση μιας ερμηνείας, τι σόι «ηχητική δραματουργία» του Δημήτρη Καμαρωτού συνοδεύει την παράσταση; Πού βρίσκεται τέλος πάντων το ενδιαφέρον σε όλα αυτά;

Πουθενά δεν βρίσκεται, γιατί η παράσταση δεν ανεβάζει την εξωτερική αλλά την εσωτερική δραματουργία του. Ανεβάζει το μήνυμα, όχι το μέσον. Ανεβάζει το φώνημα, όχι τη λέξη. Ανεβάζει τον ήχο, όχι τη μουσική.

Μου αρέσει να παρακολουθώ τον Δημήτρη Καραντζά γιατί νομίζω ότι είναι εξυπνότερος από την κριτική που τον ακολουθεί. Αυτό ανεβάζει πολύ το ρίσκο τού να είσαι θεατής του – δεν έχω δει μέχρι τώρα παράσταση δική του που να μην αντιδράσω. Εδώ νομίζω ότι προτίμησε να μείνει πιστός στον Ιψεν και να αρνηθεί το κοινό του.

Εκανε μια παράσταση όχι μόνο εκτός των προσδοκιών, αλλά και ενάντια στην ίδια την «ιψενική παράδοση». Είναι μια παράσταση περίεργη, αταξινόμητη, στιγμές σχεδόν ανυπόφορα ειρωνική. Είναι ένας Ιψεν που δεν λέει «παίξτε με», λέει «ακούστε με».

Εχει σπουδαίους συνεργάτες: Η Ερη Κύργια παρέδωσε όχι μόνο μια ξεχωριστή μετάφραση, αλλά έναν ολόκληρο, ξεχωριστό Ιψεν. Στη δική της συμβολή βρίσκεται το έρμα μιας ζωής που μεταφέρεται στο γέρμα της.

Στο δικό της πόνημα ο μισός λόγος ανήκει στους ζωντανούς και ο άλλος μισός στους νεκρούς. Το μισό έργο έρχεται από τα βουνά και το άλλο μισό από τη θάλασσα. Ποιο από τα δύο είναι πρόζα και ποιο ποίηση μένει σε εμάς να αποφασίσουμε.

Θα ήθελα να σταθώ βέβαια στον ρόλο της Ρένης Πιττακή. Αν όλα τα παραπάνω έχουν κάποιο έρεισμα αλήθειας, η ηθοποιός επέλεξε για να τιμήσει τη μέχρι σήμερα πορεία της στο θέατρο να τιμήσει μαζί τέχνη και καλλιτέχνη. Το πώς γίνεται αυτό, μας το δείχνει η ίδια: με πίστη, αυταπάρνηση, ανησυχία, απορία και δέος. Τέτοιος είναι ο ρόλος της στην παράσταση.

Ο Περικλής Μουστάκης δίνει για δεύτερη φορά την ερμηνεία ενός δασκάλου. Εχω την εντύπωση ότι νιώθει όσο κανένας τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την τρίτη πράξη από τις προηγούμενες στο έργο. Είναι ένας ποιητής, απόλυτα ξοδεμένος, που ανεβαίνει – στο δικό του στερέωμα σαν ωραία παραδοχή της ήττας του και σαν ωραία ψευδαίσθηση της τελικής του νίκης.

Η Μαρία Κεχαγιόγλου μαζί με τον Μιχάλη Σαράντη παίζουν το αντίβαρο αυτής της ψευδαίσθησης. Είναι και οι δύο οι άνθρωποι οι χωμένοι στο σώμα τους. Εδώ όμως υπάρχει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους άλλους, τους «αλαφροΐσκιωτους».

Σαν να υπάρχει κάποιος ομφάλιος λώρος ανάμεσά τους, που κόβεται οριστικά στο τέλος, όταν κάποιοι μένουν στα χαμηλά και άλλοι χάνονται στις κορυφές των βουνών.

Ο τα πάντα θωρών Θάνατος της Αλεξίας Καλτσίκη φοράει τη φορεσιά καλόγριας και δίνει την τελική λύση στα πράγματα. Για όλους. Στον σύντομο ρόλο του ο Μενέλαος Χαζαράκης αποδεικνύεται επαρκέστατος.