Δυσκολεύομαι φέτος να περιορίσω τον αριθμό των παραστάσεων που θα καλύψουν το αφιέρωμα. Αν εξαιρέσει κάποιος τις δυο-τρεις, που δικαιωματικά μπαίνουν στον κατάλογο με τις καλύτερες στιγμές της χρονιάς, υπάρχουν και αρκετές άλλες, οι οποίες φοβάμαι ότι ανήκουν στον χώρο των επιλαχουσών. Υποψιάζομαι ότι ακόμα και μετά τις τελευταίες αναλαμπές της μνήμης, οι περισσότερές τους σύντομα θα καταχωνιαστούν αδίκως στο ευρύχωρο συρτάρι της θεατρικής ιστορίας.
Πώς γίνεται αυτό; Φαίνεται πως ο πήχης στο ελληνικό θέατρο έχει ανεβεί αισθητά. Και μέσα στον θόρυβο και τη βουή είναι δύσκολο να εντοπιστεί το ανεπεξέργαστο διαμάντι. Δεν είναι μικρός ο αριθμός των παραγωγών που προκάλεσαν την περασμένη χρονιά θετικά σχόλια, ευμενείς κρίσεις, προσδοκίες για κάτι μεγαλύτερο και σπουδαιότερο στη συνέχεια. Αλλά μόνο για τη συνέχεια…
Ακόμα και όσες «διακρίνονται», ξεχωρίζουν ή προκαλούν κάποιο θόρυβο έχουν δρόμο ακόμη για να γίνουν αληθινά «αξιομνημόνευτες».
Αυτό αποτελεί λίγο-πολύ την πρώτη γενική παρατήρηση για τη χρονιά που πέρασε: η ελληνική σκηνή, παρά τη γενικότερη κρίση, έχει φτάσει πια σε ένα επίπεδο παραγωγών επαρκώς ικανοποιητικών, τουλάχιστον τόσο ώστε να παράγει τουλάχιστον δέκα με είκοσι παραστάσεις τον χρόνο που αξίζουν να συζητηθούν ευρύτερα.
Κάπως παλιότερα, κάτι τέτοιο σήμαινε λίγο-πολύ μια κοινή συναίνεση ως προς την αξία τους, γενικόλογα· τώρα σημαίνει κάτι πολύ γενικότερο. Το ελληνικό θέατρο είναι πια «συζητήσιμο», ιδιαίτερα η νεότερη γενιά: προκαλεί, σκανδαλίζει, θυμώνει, δημιουργεί προσδοκίες και απογοητεύει, οραματίζεται και εκπίπτει, μελαγχολεί και σατιρίζει.
Παραμένει πολυδιάστατο, υπερπληθωρικό, ανερμάτιστο και κάπως παρορμητικό. Μοιάζει να μην κουράζεται από την κρίση, αλλά ούτε και να την απορροφά.
Πιστεύει σε συλλογικότητες, δημιουργεί σχηματισμούς και κολεκτίβες. Αλλά συνεχίζει να τρέφεται από τις σάρκες του και το διαπερνά ακόμα μια περίεργη ψυχική κατάσταση, που άλλοτε στρέφεται προς τη μελαγχολία κι άλλοτε εκβάλλει στον κυνισμό.
Προτείνω, λοιπόν, κάτι διαφορετικό: αντί να δούμε μονοδιάστατα τις παραστάσεις που ξεχώρισαν στη χρονιά, να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας και σε κάποιες παραγωγές, που με κάποιο τρόπο κουβαλούν και συμπυκνώνουν μερικά από τα χαρακτηριστικά του θεάτρου της περιόδου. Η κρησάρα εδώ δεν θα είναι αξιολογική: θα είναι μάλλον υφολογική, αλλά και θυμική.
Το πρώτο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι πως για ακόμη μια φορά είδαμε θέατρο πολύ και μικρό σε κλίμακα. Πολύς και από λίγο Τσέχοφ, πολύς και από λίγο Σέξπιρ. Αυτή η σμίκρυνση ως προς τη διανομή, τη διασκευή και τη σκηνοθετική άποψη είναι μάλλον απότοκο της κρίσης όσο και της γενικότερης συνθήκης στον χώρο του εναλλακτικού θεάτρου.
Ωστόσο, είναι νομίζω και μια γενικότερη τάση: ομάδες και συντελεστές φέρνουν το κλασικό έργο κοντά μας, με μικρά σχήματα και μικρές παραγωγές. Επιδιώκουν μέσω αυτού μια συνάντηση, είτε με το κοινό, είτε –κυρίως, πιστεύω- με τους συγγραφείς. Μια ειλικρινή επαφή: στην κλίμακα την ανθρώπινη και στο μέτρο των περιστάσεων, αναβαπτισμένη στον χώρο της καλλιτεχνικής απορίας.
Το έχουμε πει και παλιότερα: ένα από τα κλειδιά για να κατανοήσει κάποιος το τι κάνουν οι νέοι θεατράνθρωποι –ειδικά σε αυτές τις ιδιόρρυθμες απόψεις τους για το αρχαίο δράμα και το κλασικό θέατρο- είναι να καταλάβει πρώτα πως οι ερωτήσεις τους, ακόμα κι αν μοιάζουν παιδαριώδεις, αφελείς, πρωτόλειες, παραμένουν αληθινές, τίμιες και βασικές.
● Ετσι και φέτος πρέπει να κατανοήσουμε την «επιστροφή» των Blitz στον Τσέχοφ με τον «Vanya. Δέκα χρόνια μετά» στο Θέατρο Τέχνης. Λίγα πράγματα ουσίας. Για λίγους φίλους. Και για λίγες παραστάσεις.
Αξίζει να θυμόμαστε αυτήν την παράσταση; Νομίζω πως ναι. Δεν ανήκει στον χώρο των επιτυχιών, διαθέτει όμως τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση του εργαστηρίου, την επιστροφή στην έρευνα και τη μέθοδο.
● Παρόμοια, στον ίδιο δρόμο, βρίσκονται οι «Υπνοβάτες» του Μπροχ από τον Θέμελη Γλυνάτση στη Στέγη. Κάτι από την τελετουργία του πρωτότυπου κειμένου και την ικανότητά του να διαγράψει την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού στα μύχια της άρρωστης προπολεμικής γερμανικής κοινωνίας. Και μια περίεργη αίσθηση εργαστηρίου, χωρίς πορίσματα, αλλά με έντονη την οσμή της φρέσκιας, σοβαρής ματιάς στα πράγματα.
Η συγκεκριμένη ματιά του Γλυνάτση ανήκει ασφαλώς στην αναμενόμενη πια στροφή του θεάτρου μας προς μεγαλύτερα κείμενα, όχι θεατρικά, με βάθος και ουσία φιλοσοφική.
● Κάπου εκεί εντοπίζεται και ο «Σωσίας» του Ντοστογιέφσκι της Εφης Μπίρμπα.
Ο Αρης Σερβετάλης προσθέτει ακόμα έναν σπουδαίο ρόλο στην καριέρα του και η ίδια η Μπίρμπα δημιουργεί μια εικαστική εγκατάσταση παραγωγής του Εγώ καθώς ελίσσεται, μετασχηματίζεται, κρύβεται και εγκαθίσταται στην υπόθεση του μείζονος έργου του συγγραφέα.
Μια τάση που παρατηρούμε τελευταία στο ελληνικό θέατρο θέλει τον συγγραφέα να επιστρέφει στη βάση της συζήτησης, μετά τη μεταδραματική απομάκρυνσή του στον χώρο του συμπληρώματος, και μάλιστα σε εκ νέου διάλογο με τα μέσα της εποχής. Αυτή τη φορά όμως το θέατρό μας δεν καταφεύγει στις παλιότερες λύσεις του «νοήματος»: τώρα ζητάει μια ισότιμη, αμφίδρομη ανταλλαγή μεταξύ σκηνής και λόγου, συγγραφέα, σκηνοθέτη και της υπόλοιπης ομάδας.
● Σ’ αυτό το πλαίσιο ο «Φαέθων» του Δημητριάδη από τον Δημήτρη Καραντζά έχει, πιστεύω, τη σημασία του. Πολλοί αξιολόγησαν την παράσταση ως μία από τις καλύτερες προτάσεις της χρονιάς. Προσωπικά έχω αρκετούς δισταγμούς για το ίδιο το έργο του Δημητριάδη -έχω ακόμα και για την αναγνωρισμένη ερμηνεία του Περικλή Μουστάκη στον ρόλο του πατέρα-κτήνους.
Ωστόσο, το κρίσιμο είναι πως ο Καραντζάς επιμένει στον Δημητριάδη, επιστρέφει σ’ αυτόν και μάλιστα με ένα πολύ διαφορετικό έργο. Η παράσταση αποδεικνύει ότι ο νέος σκηνοθέτης δεν επαναπαύεται. Εχει το θάρρος να ανοιχτεί σε τοπία αδιερεύνητα και επικίνδυνα.
Υπάρχει και μια άλλη τάση που πρέπει να σημειώσω εδώ: Είναι η τάση του περιρρέοντος κυνισμού, της επιτηδευμένης ελαφρότητας, της δήθεν αδιαφορίας στην όψη του παιχνιδιού.
Αυτός ο μεταμοντέρνος τρόπος να δείξει κανείς την αντίδρασή του στα έτοιμα σχήματα του σοβαρού δραματολογίου, στα κλισέ του κλασικού, στη σπουδαιοφανή ερμηνεία είναι εξαιρετικά έντονη τάση στο θέατρό μας και ίσως αποτελεί το αντίπαλο δέος στο «αλλόκοτο» (βλ. Weird) ύφος του.
Χαρακτηρίζει πολλές νεανικές παραστάσεις, δίνει μορφή ακόμα και στον εντελώς πρόσφατο «Ριχάρδο» του Χουβαρδά στο Εθνικό.
● Την προηγούμενη χρονιά όμως έχουμε ίσως την πιο έντονη παρουσία του σ’ αυτό το περίεργο, προσωπικό όσο δεν παίρνει άλλο, αφελές μέχρι εξοντώσεως, πόνημα της Λένας Κιτσοπούλου, με τον ιλαροτραγικό απίθανο τίτλο «Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα…, ή η Ανουσιότητα του να ζεις».
Η Κιτσοπούλου εδώ δεν μιλάει απλά για τον σαρκασμό. Τον ενσωματώνει και τον περιφέρει. Σε άλλους αυτό αρέσει δικαιολογημένα, σε άλλους πάλι, εξίσου δικαιολογημένα, προκαλεί εξανθήματα. Μπορεί όμως να κουβαλήσει το ίχνος μιας γενιάς που έχει προσέλθει στην τέχνη για να αναρωτηθεί για μια νέα ευαισθησία.
● Δείτε εξάλλου την ίδια την Κιτσοπούλου ως συγγραφέα στον «Μουνή» που ανέβασε ο Παντελής Δεντάκης στον Νέο Κόσμο με επιτυχία: μια ελληνικότητα που διαλύεται και που ανασυντίθεται μαγικά από έναν ρεαλισμό ριγμένο σε ρυπαρά ύδατα.
● Μια αναφορά ακόμα για μία από τις πολλές μονολογικές παραστάσεις που ανέβηκαν στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Ο μονόλογος «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» του Κώστα Σωτηρίου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, με την Ελένη Ουζουνίδου υπήρξε, μαζί ασφαλώς με την κάπως παλιότερη «Κατερίνα» του Κορτώ και της Παπαληγούρα, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες καταθέσεις της χρονιάς.
Και αυτό γιατί επιχειρεί το κοίταγμα της μικρο-ιστορίας από την –όσο κι αν ακούγεται περίεργο– σπάνια μεριά των αληθινά αμετάκλητα και αμετανόητα δεξιών.
● Μπορώ να περάσω έτσι σ’ αυτό που όλοι τέλος πάντων περιμένουν σε ένα τέτοιο άρθρο: στην αναφορά στον «Αμλετ» του Χουβαρδά στη Στέγη. Πρώτον, γιατί είναι ένας αληθινά σπουδαίος Αμλετ, που καταδύεται στα σκοτεινά διαμερίσματα μιας διεφθαρμένης κοινωνικής και συλλογικής ζωής, με έναν εντυπωσιακό κεντρικό ήρωα, ερμηνευμένο από τον Χρήστο Λούλη. Και έπειτα επειδή είδαμε –επιτέλους– μια παράσταση μεγάλης κλίμακας, και σε όλα της μεγάλης: στην πρόθεση, στο πείραμα, στο αποτέλεσμα.
● Και από κοντά, πάλι στη Στέγη, ο «Βυσσινόκηπος» του Νίκου Καραθάνου. Το αριστούργημα του Τσέχοφ στην πιο εντυπωσιακή απόδοση του σκηνοθέτη. Μια αναφορά στη μελαγχολία και το πικρό χιούμορ του Τσέχοφ.
Και μια ευθεία πρόσκληση προς το κοινό να αφήσει για λίγο τα σχήματα του κλασικού έργου και να δει τον «Βυσσινόκηπο» σαν μια νησίδα παιδικότητας, αλλοπαρμένης, επίμονης και καταστροφικής.
● Νομίζω ότι μπορούμε κάπου εδώ να θυμηθούμε και το πιο ανάλαφρο, παλιό εκείνο «Λίλιομ» του Μόλναρ από τον Θωμά Μοσχόπουλο στην Πόρτα. Και ίσως κάπου εκεί και τη μαύρη ποπ κωμωδία «Μότζο» του Μπάτεργουερθ. Υπήρξαν και τα δύο επιτυχίες. Και έδωσαν μια νότα διαφορετικού ρεπερτορίου μέσα στη χρονιά, σε αξιόλογα ανεβάσματα.
● Από το Φεστιβάλ οι περισσότεροι τυχεροί θυμούνται τουλάχιστον ένα μόνο: τη «Νέκυια» του Ομήρου και το «Kάλεσμα στον ήλιο» στην Επίδαυρο. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός συνομιλεί με τον Gensho Umewaka και την ιαπωνική παράδοση. Θέατρο της Ανατολής και της Δύσης ανατέλλουν απαστράπτοντα στο ίδιο σημείο του ορίζοντα. Και φέρνουν μια μεγάλη στιγμή για τους θεατές τους, της Επιδαύρου, για το θέατρο Νο και για τον Ομηρο. Ποιος μπορεί να αρνηθεί πια ότι είναι πολλοί οι δρόμοι του ανθρώπου που οδηγούν στο ίδιο τέρμα: τον άνθρωπο;
Και δύο ξένες παραστάσεις
■ Θα ήθελα όμως να επιστρέψω τη μνήμη και σε ακόμα δύο επισκέψεις ξένων παραγωγών στο θέατρό μας την περασμένη χρονιά. Πρώτα στην επάνοδο του Mαρτάλερ με την «Κρέμα και Μαρέγκα»: Ο Ελβετός σκηνοθέτης εισχωρεί στον κόσμο του Λαμπίς και στον ρυθμό του. Και εκεί κάθεται ήρεμα ήρεμα με ένα χαμόγελο στα χείλη. Σε πολλούς αρέσει, σε άλλους –όπως εγώ– προκαλεί αισθήματα βαθιάς και ακατανίκητης απορίας.
Δεν πειράζει. Είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης και κάθε επίσκεψή του είναι κέρδος για όλους.
■ Και έπειτα στη συνταρακτική παραγωγή του Μίλο Ράου και του International Institute of Political Murder με τον τίτλο «Hate Radio». Η γενοκτονία της Ρουάντα και η κάλυψή της από τον εκεί ραδιοφωνικό σταθμό. Η φρίκη στα ερτζιανά μεταφέρεται σαν πανηγύρι αίματος και ραδιοφωνική φάρσα μίσους.
Το θέατρο ντοκουμέντο καθώς μεταφέρει μια πραγματικότητα που κατά βάθος ο νους του ανθρώπου αδυνατεί να περιγράψει. Μίλησε κανείς για «θέατρο»;
