Εφόσον αντιμετωπιστεί σοβαρά, δεν υπάρχει δυσκολότερο και ηθικά βαρύτερο τόλμημα απ’ τη δημιουργία έργων για παιδιά. Το αυτό ισχύει για τη σύνθεση όπερας για παιδιά˙ πόσο μάλλον σήμερα, που οι ιστορικές μυθολογίες έχουν εκτοπιστεί βάναυσα από τον ψηφιακό κόσμο του αγοραίου θεάματος και τα ανακλαστικά των ανυπεράσπιστων παιδιών έχουν εκμαυλιστεί στο έπακρο.
Ο συνθέτης Θοδωρής Αμπαζής διασκεύασε σε «όπερα για παιδιά» το πασίγνωστο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν «Η βασίλισσα του χιονιού» (1844). Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε πέρυσι στο θέατρο «Απόλλων» της Πάτρας από την Παιδική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, σε σκηνοθεσία του ίδιου. Φέτος ανέβηκε στην αθηναϊκή Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.
Το έργο του Αμπαζή προβλήθηκε και αυτοσυστήθηκε ως όπερα για παιδιά, στοχεύοντας να τα εισαγάγει στον κόσμο της λυρικής τέχνης «με τρόπο φιλικό και διασκεδαστικό». Ομως -το διατυπώνω κατηγορηματικά- αυτό που είδαμε στις 27/12/2015 δεν ήταν όπερα: ήταν απλώς ένα μέτριο μιούζικαλ.
Οποιοσδήποτε έχει παρακολουθήσει επιτυχημένες σύγχρονες όπερες, είτε για ενήλικες είτε για παιδιά, αντιλαμβανόταν άριστα πως το συγκεκριμένο έργο ουδόλως ανταποκρίνεται στις ακόμη σήμερα ισχύουσες βασικές συνιστώσες μιας όπερας.
Ο μελοποιημένος λόγος προσλάμβανε σταθερά μορφή απλούστατου, στροφικού τραγουδιού, μελωδικά αδιάφορου και κοινότοπου, δίχως μουσική πρωτοτυπία. Η συνεισφορά της ορχηστρικής μουσικής σε ατμόσφαιρες και δράση ήταν προσχηματική και ισχνή. Η δραματουργία έρρεπε/ενέδιδε σταθερά στην παρωδία με προτίμηση το μελό ή το γκροτέσκο, παραπαίοντας τελικά μεταξύ κωμικού και γελοίου.
Οι μουσικοαισθητικές, θεατρικές και σκηνικές αναφορές παρέπεμπαν στο μιούζικαλ, ενίοτε και στο αγοραίο τηλεοπτικό σίριαλ. Τέλος, οι φωνές ήσαν ηλεκτρικά ενισχυμένες.
Στην αναμέτρησή της με το τεράστιο, διόλου κωμικό, ούτε αθώο παραμύθι του Δανού Αντερσεν, η Σοφιάννα Θεοφάνους λείανε τις κοφτερές αιχμές του, «έχασε» την υποβλητική, βορινή του διάσταση, ισοπέδωσε την πολυώροφη αφήγησή του και «εξημέρωσε» την επικίνδυνη, ψυχολογικά αμφισήμαντη σαγήνη του, αντιπροτείνοντας αλλεπάλληλα χαζοχαρούμενα γκαγκ. Μοιραία, κατέληξε σε μια μορφή που έπασχε από δραματουργική ασάφεια.
Προβληματικότερο όλων υπήρξε το γεγονός ότι, σε ένα γεμάτο ρομαντικούς συμβολισμούς διδακτικό παραμύθι για την αγάπη και την ενηλικίωση, όλοι οι ανδρικοί χαρακτήρες ακυρώνονταν, παραπαίοντας σταθερά και ενοχλητικά μεταξύ του κλοουνίστικα κωμικού, του γελοίου και του ανδρόγυνου, διολισθαίνοντας τελικά στην γκέι καρικατούρα…
Προβληματικό ήταν και το καθαρά φωνητικό μέρος, με τους ηθοποιούς/μονωδούς να τραγουδούν (με «ψείρες) συλλαβικά και άτεχνα, κυρίως, όμως να φωνάζουν και να στριγκλίζουν υστερικά στις πρόζες. Δίχως να στερούνται ωραίων, ευρηματικών στιγμών, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί και κινησιολογία υιοθέτησαν μια (υποτίθεται) οικεία «παιδική» εικονογραφία, συνθέτοντας ένα θέαμα που θύμιζε μάλλον παιδική χαρά ή γιορτή Δημοτικού Σχολείου.
Ομως, στις (υποτιθέμενα) κωμικές σκηνές ελάχιστα παιδιά γελούσαν, ενώ στις (υποτιθέμενα) «γκόθικ» κάποια έβαλαν τα κλάματα˙ οι μικροί ανιψιοί μου, που συνόδεψα στην παράσταση, βαρέθηκαν αφόρητα. Τελικά σε τι ηλικίας –και είδους– παιδιά αποτεινόταν το έργο αυτό;
