ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον ξέρουμε πια καλά τον Πορτογάλο διευθυντή της Αβινιόν, συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιό, Τιάγκο Ροντρίγκες. Εχουμε -με τη συνδρομή της Στέγης- παρακολουθήσει τα τελευταία έργα του. Κι όμως κάθε φορά η έκπληξή μας είναι εξίσου μεγάλη. Για το πώς επανέρχεται στο προσκήνιο με μια ιδέα τόσο απλή μα και τόσο ανεπιτήδευτη. Για το πώς όταν άλλοι για να προκαλέσουν συγκίνηση στο σημερινό κοινό γεμίζουν τη σκηνή με φασαρία, αυτός επιμένει στο χαμηλόφωνο. Και για το πώς όταν το θέατρο γκρινιάζει σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ότι πάσχει τάχα από «έλλειψη θεμάτων», αυτός αποδεικνύει περίτρανα πως αρκεί να βάλεις τον Ανθρωπο στο κέντρο, για να δημιουργήσεις εκ του μηδενός και με τα πιο λιτά μέσα το σύμπαν όλο. Μπορείς ακόμα, όπως συμβαίνει εδώ, να φτιάξεις ένα κόσμο επιστημονικής φαντασίας, σε ένα ταξίδι που χωρίζει (ή ενώνει) έναν χαμένο πατέρα με την εξίσου χαμένη κόρη του.

Θα το διατυπώσω και πιο «συνθηματικά»: όσο το ευρωπαϊκό θέατρο διαθέτει στις τάξεις του έναν Ροντρίγκες, μπορεί να ελπίζει. Η «Απόστασή» του ξεκινά από κάτι που απασχολεί τελευταία την επικαιρότητα, το σχεδιαζόμενο ταξίδι στον Αρη. Ενώνει λοιπόν αυτό το θέμα με τις συλλογικές ανησυχίες μας για την πιθανή κατάρρευση της ανθρωπότητας λόγω της αλόγιστης χρήσης των πόρων που τη συντηρούν. Και φτιάχνει με αυτά ένα επιστολικό θεατρικό έργο μεταξύ κάποιου γιατρού, που ζει την εποχή της «Τέταρτης Κατάρρευσης» της Γης στα 2077, και της κόρης του, που αποφασίζει να μετοικήσει στον Αρη σαν μέλος μιας αποστολής που αποτελείται από τους «Επιλήσμονες», όσους δηλαδή επιδιώκουν να φτιάξουν στον πλανήτη μια νέα ανθρωπότητα ισότητας και δικαιοσύνης, λησμονώντας όσα άφησαν πίσω τους.

Συμπληρώνω από κοντά το εξής. Η κόρη συμμετέχει σε κάτι παραπάνω από ένα ερευνητικό «ταξίδι» στον Αρη: είναι η ίδια μέλος μιας αποίκισης που φέρει τα παλιά στοιχεία των Πουριτανών που ταξίδεψαν κάποτε στον Νέο Κόσμο, με τα βιβλικά αναγνώσματα της Εξόδου να δίνουν ώθηση στα σκαριά τους. Για κάποιον λόγο (μένει μέχρι τέλους αδιευκρίνιστο) επιλέγει να δοθεί ψυχή τε και σώματι στην Αποστολή. Κι ας οδύρεται ο πατέρας της, κι ας προσπαθεί να τη συγκρατήσει στη Γη, σημειώνοντας μάλιστα τις υποψίες του για όσους ελέγχουν την επιχείρηση… Η ίδια έχει γίνει φορέας μιας παλιάς μνήμης της ανθρωπότητας, που ακόμη κάνει κύκλους ανάμεσα στην παλιά και τη νέα Γη της Επαγγελίας.

Η μόνη τους λοιπόν επικοινωνία στο εξής θα γίνεται μέσω μηνυμάτων που πάνε και έρχονται, ακολουθώντας αυστηρά πρωτόκολλα και διασχίζοντας εκατομμύρια μίλια «απόστασης». Κι αυτό περίπου είναι όλο… Για μιάμιση ώρα ο διάλογος δύο ηθοποιών δι’ αλληλογραφίας, μέσω αλλεπάλληλων μηνυμάτων από μια φθίνουσα Γη προς έναν ανοίκειο και μακρινό πλανήτη…

Ακούγεται απειλητικά φεστιβαλικό, το ξέρω. Μα εδώ έρχεται ο Ροντρίγκες να μας θυμίσει πως από κάτι τέτοιες ιδέες το θέατρο παίρνει πίσω τα δάνεια που έδωσε κάποτε στις συγγενείς του τέχνες. Στην «Απόσταση» δεν υπάρχει ίχνος διακτινισμού σε κάποιο διαστημικό «αύριο», σε επιδεικτικά αστρόπλοια ή σε φουτουριστικές εγκαταστάσεις. Οπως και λείπει η κάθε αναφορά σε κινηματογραφικούς ερειπιώνες μιας Γης ερημωμένης και παραπαίουσας. Αρκούν μια-δυο αναφορές για να δώσουν το παραπάνω πλαίσιο. Κι ύστερα στρεφόμαστε σε ό,τι ενδιαφέρει πάντα το καλό θέατρο: στο «μέσα» σύμπαν.

Στο σύμπαν που φέρνει κοντά τα πρόσωπα παρά τις σκοτεινές εποχές, παρά τα πολιτικά ζητήματα και παρά την απόσταση που τα χωρίζει. Κι ας τοποθετείται το έργο του Ροντρίγκεζ στα έσχατα του κόσμου, μιλάει τελικά για ανθρώπους που ποτέ δεν απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο, όπως ο ένας κουβαλά τον άλλο μέσα του. Η δική του «Απόσταση» αφορά μια εσωτερική οδύσσεια.

Μιλάει ακόμα για όσα οι άνθρωποι κουβαλούν με τη μορφή της μνήμης, στηριζόμενοι σε τόσο λίγα: κάποιες παλιές φωτογραφίες, ένα πικάπ (τι περίεργες αλήθεια αντίκες για το 2077!), κάποιο αγαπητό κάποτε σε δικά μας πρόσωπα τραγούδι (μουσική επιμέλεια του Πέντρο Κόστα). Μα να που με αυτά βγαίνει από τα σώματα φως. Το μέλλον περιγράφεται ανακαλώντας πράγματα που ανήκουν στο παρελθόν, με τα κτερίσματα μιας ανθρωπιάς που αντιστέκεται και ελπίζει. Αυτό που αναπτύσσει η «Απόσταση» είναι τελικά μια μελλοντολογική αρχαιολογία.

Το τέλος του έργου βυθίζεται βέβαια στη σιωπή, τη μοναξιά και τη λήθη. Μοιάζει σαν να ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένο το κενό. Μα υπάρχει πίσω από αυτά κάτι που απομένει. Είναι η κατάφαση μιας αγάπης που ταξιδεύει στον αιθέρα με την ταχύτητα της σκέψης. Αδύνατον να φύγει θεατής από τη «Στέγη» χωρίς το κρυφό χαμόγελό της στα χείλη, τη βαθιά κατανόηση του μηνύματος που κρύβεται στο έργο του Ροντρίγκες. Η «Απόσταση» καταλήγει σε μια μελαγχολική θριαμβολογία για όσα αντέχουν.

Κι όπως εξετάζονται όλα αυτά, να που ξεπηδά απρόσμενα και κάτι που οφείλω να σημειώσω χωριστά. Στην «Απόσταση» υπάρχει ίσως η πιο καίρια απόδοση της άνοιας που έχω προσωπικά δει στο θέατρο. Οπως είπαμε, σύμφωνα με τους κανόνες του ταξιδιού, η κόρη οφείλει να λησμονήσει όσα τη συνδέουν με τη Γη, είτε για να μειωθεί η νοσταλγία, είτε για να δοθεί απόλυτα στους στόχους της νέας ζωής της. Μα ο τρόπος που αποδίδεται αυτή η σταδιακή αμνησία της δεν μπορεί να μη φέρει στον νου πολλών εμπειρίες από δικά τους πρόσωπα. Αυτό κάνει το θέατρο – συγκινεί ακόμη και σαν πλάγια απεικόνιση προσώπων και ζητημάτων που έχουμε όλοι συναντήσει.

Αφήνω κατά μέρος τη δραματουργική μαεστρία του συγγραφέα, που κατορθώνει με έξυπνες αλλαγές στον ρυθμό, κορύφωση της έντασης, συγκοπές και επιταχύνσεις, να διατηρήσει μέχρι τέλους την προσοχή μας. Η «Απόσταση» έχει αναπτυχθεί σε μια περιστροφική σκηνή (η σκηνογραφία του Φερνάντο Ριμπέιρο, τα κοστούμια του Χοσέ Αντόνιο Τενέντε), με τον πατέρα και την κόρη να αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, το γιν και το γιανγκ, που αν και τόσο μακριά μεταξύ τους, στην πραγματικότητα το ένα αποτελεί το έτερο μισό του ίδιου στοιχείου. Καθώς η σκηνή περιστρέφεται αποδίδει τη δίνη του χρόνου και τον ίλιγγο της απόστασης, φορτωμένη, αντί για μελλοντολογικά στοιχεία, με τα στοιχεία ενός πεσμένου δέντρου και ενός βράχου, δείγματα μιας Γης και ενός Αρη εξίσου αφιλόξενων (φωτισμένων έξοχα από τον Ρούι Μοντέιρο).

Δύο σπουδαίοι ηθοποιοί, ο Αντάμα Ντιόπ και η Αλισον Ντεσάμπ, γίνονται ο πατέρας και η κόρη αντίστοιχα, που ακολουθούν ο καθένας την πραγματική και μεταφορική τροχιά του γύρω από τον άλλον. Η κόρη ειδικά γίνεται από το μικρό κοριτσάκι που ακολουθούσε το πατέρα του, σαν δορυφόρος, ο μετεωρίτης που θα ταξιδέψει μακριά του και έπειτα ο νέος πλανήτης που θα διεκδικήσει την αυτονομία του. Μέχρι το ταξίδι της πίσω από τον Ηλιο που θα διακόψει την επικοινωνία με τον πατέρα – και τη λήθη της, τέλος, που θα σβήσει μοιραία κάποτε τη σχέση τους. Για μιάμιση ώρα οι δυο τους γίνονται το ένα και τα πάντα στη σκηνή του θεάτρου και του μυαλού μας.

Τι είναι ωστόσο αυτό που κάνει την «Απόσταση» τόσο βαθιά συγκινητική; Ισως η ήσυχη αποκάλυψη πως οι μεγαλύτερες αποστάσεις δεν είναι ποτέ «αστρονομικές». Οτι γεννιούνται αργά, ανεπαίσθητα στον χρόνο, στη μνήμη και στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν την κατάλληλη στιγμή. Ο Ροντρίγκες κατορθώνει να μετατρέψει τη σιωπηλή ανθρώπινη εμπειρία σε ένα θέατρο ευαισθησίας και λεπτότητας. Σε μια βαθιά ανθρώπινη ελεγεία για την αγάπη, την απουσία και την επιθυμία των ανθρώπων να παραμείνουν κοντά ο ένας στον άλλον. Σε κάτι τόσο απλό και τόσο μεγάλο.