Να πείσεις σημερινούς εφήβους να παρακολουθήσουν θέατρο; Τι πιο δύσκολο! Νομίζω πως θα έπρεπε όλοι οι νέοι ηθοποιοί που διεκδικούν με φιλοδοξία την είσοδό τους στη μεγάλη σκηνή να περάσουν κάποτε από αυτή τη δοκιμασία. Δεν είναι μόνο ζήτημα «τεχνικής». Πρόκειται για ζωτικό μάθημα θεάτρου που καταλήγει στην καρδιά της τέχνης τους. Και που, όπως πιστεύω, συνοψίζει και τη βασική ιστορία του.
Συνηθίζουμε να τρέχουμε τα παιδιά μας στο θέατρο όταν είναι μικρά, σπάνια ωστόσο τα ωθούμε να επισκεφτούν μια θεατρική παράσταση όταν μεγαλώσουν… Κι όμως είναι αυτή ακριβώς η ηλικία, της άγουρης συγκρότησης του εαυτού, στην οποία τέχνες όπως το θέατρο έχουν ίσως τη μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη επίδραση στη διαμόρφωση των νέων μας.
Φοβάμαι πως οι περισσότεροι δεν το νιώθουν αυτό. Ανησυχούν κιόλας μήπως το θέατρο «ανοίξει θέματα» τα οποία, όσο κι αν ξέρουμε κατά βάθος πως τα βλαστάρια μας τα γνωρίζουν, αρνούμαστε πεισματικά να τα θίξουμε, μην τυχόν και όταν βγουν στο φως δεν ξέρουμε πώς να τα μαζέψουμε πάλι πίσω…
Οχι, δεν εννοώ το «σεξ» – υπάρχουν κι άλλα τρομερά που μαζεύονται στο πίσω μέρος της εφηβικής αφέλειας: ο θάνατος, η απώλεια, το τραύμα, η ετερότητα, η άρνηση και τόσα άλλα. Τα οποία το θέατρο γνωρίζει πώς να τα παρουσιάσει με τρόπο ώστε να αφορούν τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί. Δεν σου δίνει «λύσεις», σου απλώνει το χέρι.
Η Σοφία Βγενοπούλου έχει προσφέρει πολλά σε αυτό το πεδίο τα τελευταία χρόνια, είτε εργαζόμενη στη νεανική σκηνή του Εθνικού είτε ανεξάρτητα.
Το τελευταίο της στοίχημα αφορά ένα εντελώς ξεχωριστό έργο, της Αμερικανίδας Λόρεν Γκάντερσον, που είχαμε δει και παλιότερα, μα που τώρα νομίζω πως αποκτά στα χέρια της ικανής σκηνοθέτριας και στη μετάφραση της Τζούλιας Διαμαντοπούλου νέα δυναμική.
Η δεκαεξάχρονη Κάρολαϊν (Λήδα Κουτσοδασκάλου), καθηλωμένη για σοβαρούς λόγους υγείας στο δωμάτιό της, έχει μάθει να κατοικεί έναν κόσμο αυστηρά οριοθετημένο: τέσσερις τοίχοι και πέρα από αυτούς μια πραγματικότητα προσπελάσιμη μόνο μέσω της οθόνης. Η εύθραυστη ισορροπία της θα διαταραχτεί όταν κάποιο απόγευμα ένα άγνωστο αγόρι, ο Αντονι (Στέργιος Μικρούτσικος), θα εισβάλει στον μικρόκοσμό της. Το αρχικό σοκ δίνει γρήγορα τη θέση του σε μια αμήχανη συζήτηση. Ο Αντονι ισχυρίζεται ότι η παρουσία του οφείλεται σε έναν απολύτως πρακτικό λόγο: μέχρι το επόμενο πρωί πρέπει να ολοκληρώσουν μαζί μια σχολική εργασία για τη λογοτεχνία, με θέμα τη λειτουργία των αντωνυμιών «Εγώ» και «Εσύ» στο «Τραγούδι του Εαυτού μου» του Αμερικανού ποιητή Ουόλτ Ουίτμαν.
Η Κάρολαϊν στην αρχή αντιστέκεται, όχι μόνο απέναντι στον απρόσμενο «επισκέπτη, αλλά και στην ίδια την ιδέα της συμμετοχής. Κι όμως, μέσα από αυτή τη σχεδόν τυχαία συνάντηση, το ποίημα και μαζί του ο Αντονι θα ανοίξουν μια ρωγμή στον αποκλεισμό της. Το «Εγώ» και το «Εσύ» παύουν να είναι γραμματικές κατηγορίες και μετατρέπονται σταδιακά σε ένα πεδίο εμπειρίας.
Αυτό που ακολουθεί είναι μια ιδιότυπη περιπλάνηση εντός των τοίχων, μια κίνηση χωρίς μετακίνηση. Κι έτσι η σχέση των δύο παιδιών, οικεία και αβέβαιη μαζί, θα εγγραφεί σε ένα αλληγορικό πλαίσιο, που θα οδηγήσει σε ένα τέλος χαμηλόφωνο και διαπεραστικό. Σε ένα φινάλε που μοιάζει να αναζητά και τελικά να υπονοεί μια μορφή απόλυτης Ενωσης με το(ν) Αλλο.
Το έργο κρύβει πολλές εκπλήξεις. Εχει ανατροπές, ξεσπάσματα, αποκαλύψεις. Μα έχει -το κυριότερο- μια κρυμμένη όραση που ακολουθεί τον μεγάλο Αμερικανό ποιητή στα βάθη του: έναν κόσμο που παρά τις αποστάσεις μικραίνει άμα κοιταχτεί αντίθετα, από το τέλος προς την αρχή του. Εκεί, μέσα στο μεγάλο ποίημα της ζωής, όλοι και όλα ενώνονται σε μια κοινή συνείδηση, πλατιά και ουράνια, γεμάτη φως.
Κι αν αυτό ακούγεται κάπως «αφηρημένο» για τα αυτιά των εφήβων μας, διόλου δεν στέκει μακριά τους. Είδα στην παράσταση της Πειραιώς νέους και νέες να προσηλώνονται στα διαδραματιζόμενα, να εμπλέκονται στην υπόθεση της παράστασης και στο τέλος σαν να φωτίζονται από το φως της. Αυτό το έργο, με την αμεσότητα, την αυθεντική γλώσσα και το αντι-νόημά του, τους κατέκτησε. Κατέκτησε μαζί με αυτούς και εμάς, τους μεγαλύτερους.
Χρειάζεται έργο καλό, καλή σκηνοθεσία, μα και καλή χημεία επί σκηνής. Τη φέρνουν οι δύο ερμηνευτές στους ρόλους τους: Στην ατίθαση, βαθιά τραυματισμένη Κάρολαϊν η Λήδα Κουτσοδασκάλου και στον «χαμένο» έφηβο Αντονι ο Στέργιος Μικρούτσικος. Οι δύο νέοι ηθοποιοί ανοίγουν και κλείνουν στη σκηνή σαν τα πέταλα του ίδιου άνθους, υπάρχοντας πότε χωριστά και πότε μαζί. Δίνοντας ένα ζευγάρι τόσο ρεαλιστικό και σημερινό, όσο και βαθιά ερωτικό και ποιητικό, ένα σχεδόν αγγελικό δίδυμο.
Απολύτως λειτουργικά στην απαιτητική σκηνή του «Κακογιάννη» αποδεικνύονται τα σκηνικά και κοστούμια της Αρτεμης Φλέσσα και η κίνηση στον χώρο της Σταυρούλας Σιάμου. Η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή αναδεικνύει για ακόμα μια φορά την κρυμμένη πίσω μεριά των πραγμάτων, ενώ οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη ακολουθούν τη ροή του αισθήματος όπως αυτό τρέχει στις πτυχώσεις της σκηνοθεσίας.
Μα το πλέον ενδεικτικό του ευρύτερου στόχου της Βγενοπούλου δεν βρίσκεται μόνο στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της πρότασής της. Πίσω λοιπόν από την «παράσταση για νέους», εργάστηκαν νέοι που συνέδραμαν στην παραγωγή: ο Αντώνης Αντωνόπουλος, βοηθός στη σκηνοθεσία, η Αγγελική Πολίτη, βοηθός στη σκηνογραφία, και η θεατρολόγος Εύη Μακαριάδου, που δούλεψε στην πολύτιμη δραματουργική έρευνα.
Κάπως έτσι το καλό θέατρο θυμίζει στους νέους -και σε εμάς- τη βαθύτερη λειτουργία του. Στην εποχή της διαρκούς υπεκφυγής της συγκίνησης το κατώφλι του αποκτά απροσδόκητη βαρύτητα: Καθιστά το(ν) Αλλο όχι απλώς ορατό, αλλά αναγκαίο.
Η δυσκολία του θεάτρου για εφήβους
Αν θεωρούμε μια φορά δύσκολο να παίζεις θέατρο σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας, ας αναλογιστούμε μονάχα τι σημαίνει να παρουσιάζεις ένα έργο κανονικής διάρκειας, σε σημερινούς εφήβους… Κι αν η σπασμωδική μετακίνησή τους στις καρέκλες από μια ώρα και μετά μπορεί να θεωρηθεί σημείο κάθε υγιούς νέου, έρχεται να προστεθεί σε αυτήν πλέον το φλέγον ζήτημα της διάσπασης της προσοχής λόγω του καταιγισμού των εικόνων που καταναλώνουν στα κινητά τους…. Προσθέτουμε την εξίσου φυσική ροπή τους προς την ειρωνεία, την κατεδάφιση, το πείραγμα και το «τζέρτζελο», για να καταλήξουμε στην αληθινά δύσκολη συνθήκη που αντιμετωπίζουν όσοι καλλιτέχνες αποπειρώνται να παρουσιάσουν σε παιδιά Γυμνασίου και Λυκείου κάτι απαιτεί από αυτά στοιχειώδη συγκέντρωση, ενσυναίσθηση και διαύγεια.
