Το νέο έργο του Γιώργου Βέλτσου στο «Νέο Ρεξ» διαβάζεται πιθανόν σαν ένα δοκίμιο για τη δραματικότητα της Ιστορίας, ωστόσο από θεατρική άποψη, όταν τέλος πάντων ανεβαίνει στη σκηνή, γίνεται έργο για την ιστορικότητα του δράματος.
Θέλω να διατυπώσω κάτι απτό: Την εντύπωσή μου ότι στη σκηνή του Ρεξ αυτό που συντελείται είναι κατ’ αρχήν ο ίδιος ο Χρόνος, και μάλιστα στις τρεις εκδοχές του: σαν παρόν, παρελθόν και μέλλον, όσα συνέβησαν με αυτά που συμβαίνουν και με εκείνα που θα συμβούν, σε μία και μόνη στιγμή συνάντησης και επικάλυψης.
Και αυτή η μόνη στιγμή είναι η Μάγκντα Γκέμπελς. Το απόλυτο αποτέλεσμα του ναζισμού και η πιο εφιαλτική του πραγμάτωση. Η γυναίκα «πρότυπο» και η γυναίκα-Μήδεια. Οχι μόνο σαν αυτή που υπήρξε κάποτε, ας πούμε στη «βιογραφία της», αλλά και σαν εκείνη η γυναίκα που δεν υπήρξε, σαν μια άλλη, αόρατη, απροσέγγιστη και φαντασιακή Μάγκντα.
Πιθανόν για τον σύντροφό της, τον Γιόζεφ Γκέμπελς, το σκοτάδι που απλώνεται να είναι το ίδιο βαθύ. Αλλά τουλάχιστον γι’ αυτόν το πηγάδι νιώθουμε πως έχει κάποιο τέρμα: Είναι η κοινοτοπία του κακού;
Η πολιτική φιλοδοξία; Η μισαλλοδοξία; Η σχιζοφρένεια; Μια ψυχαναλυτική περίπτωση ή κάτι πέρα από αυτήν, στην καθαρή τρέλα; Ο Γιόζεφ κινείται σε κάποια μακρινά αλλά αισθητά όρια, μπορεί τουλάχιστον να συνομιλήσει με τον Χίτλερ, τον Φρόιντ ή την Αρεντ και μέσω αυτών να «ερμηνευθεί» ή να παρερμηνευθεί…
Αλλά η Μάγκντα Γκέμπελς! Το πρόσωπό της πέφτει ακόμα στο ίδιο πηγάδι, οι πράξεις της μένουν για πάντα καταραμένες, πέρα από τον Διαφωτισμό και την ανθρώπινη κατάσταση, για πάντα απροσέγγιστες, αθεώρητες, ανιστόρητες, άλογες. Οφείλουν να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά σε ένα νιτσεϊκό παλίμψηστο, ανερμήνευτες στο διηνεκές, σε ένα παρελθόν που γίνεται μαζί παρόν και τετελεσμένος μέλλων.
Το δράμα της, ο μύθος της Γκέμπελς, για να γίνει θέατρο, αίσθηση και σώμα, μπορεί να ακολουθήσει μόνο έναν δρόμο: να αποκτήσει μια κάποια ειδική «ιστορικότητα», μια βιογραφία ειδικού τύπου, μια ιστορία καταραμένη με τη βάσανο του Σίσυφου. Μια ιστορικότητα του δράματος.
Εγκεφαλικό αλλά εύληπτο
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι έχουμε πια στο ελληνικό θέατρο πολλαπλές προσεγγίσεις αυτής της κατάστασης. Το «Μάγκντα Γκαίμπελς» φέρνει στον νου αντίστοιχες πραγματεύσεις του Δημητριάδη, συνομιλεί πλάγια με το «Μένγκελε» του Τριαρίδη και ανοικτά με το εξίσου φορτισμένο από τα ίδια φαντάσματα «Julius» του Κωνσταντίνου Χατζή.
Εδώ όμως υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο όλα γίνονται πολιτική. Γιατί οι εκπρόσωποι του λάθους, λέει ο Βέλτσος, οι ταξιδιώτες του αφόρητου κύκλου αίματος και παραφροσύνης, παραμένουν μπροστά μας αμετανόητοι.
Και τώρα ακόμη που ξέρουν, και τώρα που έχουν τα πάντα συμβεί. Είναι οι ίδιοι με πριν, με την ίδια ασάλευτη πεποίθηση, την ίδια «θέληση». Μήπως γιατί είναι αυτοί οι νικητές;
Αλλάζεις κάπως τα λόγια και τις εικόνες σου, και μπροστά σου εμφανίζεται πάλι το φάντασμα του ναζισμού σαν εκπληρωμένη προφητεία. Το φάντασμα της Γκέμπελς, η περίπτωση της μάνας που σκότωσε τον εαυτό της μέσα από τα παιδιά της, είναι ακόμη ενεργό, στις πολιτικές της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης…
Περιττό να πω ότι σε αυτό το σημείο το έργο χάνει μέρος από την προηγούμενη σημασία του. Αν πιστέψεις για πολύ στην Γκέμπελς είναι δύσκολο να την εφαρμόσεις στη Μέρκελ. Και το αίμα των παιδιών δεν απέκτησε ποτέ το χρώμα του χρήματος. Αυτά λέει ο Μύθος.
Από πολλές απόψεις, η «Μάγκντα Γκαίμπελς» είναι ίσως το πιο θεατρικό έργο που έχω δει μέχρι σήμερα από τον Βέλτσο. Παρά τη στατικότητα και εγκεφαλικότητά του, είναι προσβάσιμο και εύληπτο, και από θεατές αρκετά απορροφημένους στη δράση, όπως εγώ. Εχει ενδιαφέρον κι από μια άλλη άποψη: φέρνει ρόλους που παίζονται σε τρίτο πρόσωπο, σε τρίτο χρόνο και χώρο. Είναι ένα θεατρικό στοίχημα.
Νέα σκηνή με προβλήματα
Η σκηνοθέτιδα Αντζελα Μπρούσκου είχε να διαχειριστεί όμως κοντά σε αυτό και κάτι ακόμα: Πως με δική της παράσταση άνοιξε ένας νέος χώρος, και μάλιστα, με τη θεατρικότητα του μιούζικ-χολ. Το φευγαλέο Ρεξ της μιας και μόνης νύκτας καθελκύεται λοιπόν στα σκοτεινά νερά της Ιστορίας. Δεν είναι εύκολο για κανέναν.
Για τους θεατές, πρώτα, που κάθονται σε ένα περιβάλλον κρύο, που δεν έχει ακόμα «ζεσταθεί». Για τους καλλιτέχνες, έπειτα, που πρέπει να διαχειριστούν μια άλλη κλίμακα στην τοποθέτηση του σώματος και της φωνής τους. Για τη σκηνοθέτρια, τέλος, που είναι υποχρεωμένη να δοκιμάσει το αξιόπλοον ενός νέου σκάφους εν πλω. Προσωπικά είδα πως το νέο Ρεξ δημιούργησε πρόβλημα ακουστικής και πως η απόσταση της πλατείας από τη σκηνή δεν αποβαίνει προς όφελος της συγκέντρωσης.
Νομίζω πως η Μπρούσκου κατανόησε πλήρως τα παραπάνω και προσπάθησε -τι άλλο να κάνει;- να μετατρέψει το πρόβλημα σε άποψη. Η σκηνοθεσία της ήταν ένα σκοτεινό καμπαρέ, με τα πρόσωπα να διατηρούν κάτι από την ενέργεια της σκηνής του μιούζικ-χολ.
Εστησε ένα θέατρο που αλλάζει διαρκώς κατά τη διάρκεια της παράστασης, άλλοτε με ανοικτή και άλλοτε με μισόκλειστη αυλαία, που αλλάζει την ποιότητα των σκηνών του με ταχύτητα, φέρνοντας πότε τον ψυχρό άνεμο του θανάτου, άλλοτε έναν αρρωστημένο ερωτισμό, κάποτε ακόμα και ένα μαύρο χιούμορ, χιούμορ με ζωντανά φαντάσματα και νεκρές πραγματικότητες.
Ισως η Μπρούσκου μπορεί καλύτερα από τον καθένα να το κάνει αυτό – να αποδώσει ένα περιβάλλον ψύχωσης, σχιζοφρένειας και αλλοφροσύνης σαν πραγματικότητα θεάτρου. Το μόνο πρόβλημα είναι πως για μια ακόμη φορά η παράσταση προέβαλε την οξυμένη έκφραση, την κραυγαλέα ερμηνεία, τον γενικό παροξυσμό. Πράγματα όχι κατ’ ανάγκην «αφύσικα», αλλά που τα ᾽χουμε δει πάλι και πάλι…
Η Παρθενόπη Μπουζούρη έδωσε μια Γκέμπελς πίσω από τα όρια και της παράνοιας. Η δική της Γκέμπελς ζει μόνο για αυτό το βράδυ τής κατ’ εξαίρεσιν παρουσίας. Κι αυτή η αέρινη, πύρινη αλλά και παγωμένη ύπαρξη, η διαπερατή από το φως και το σκοτάδι, γίνεται μάρτυρας του Μίσους και του Σκότους. Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου παίζει τον Γιόζεφ Γκέμπελς με την πειθώ ενός όπλου που σημαδεύει.
Στην ερμηνεία του μπορεί κανείς να διακρίνει τη διεστραμμένη μεγαλοφυΐα, το σκοτάδι της εξουσίας, όπως και τη βία που ξεκινάει από μια αρρωστημένη παιδικότητα. Ο Δημήτρης Κίτσος γίνεται ρόλος-σημείο, μια ουλή στο σώμα και τη σκέψη της ναζιστικής Ευρώπης. Η Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου παίζει από τη μεριά της με επάρκεια το σκοτεινό, βγαλμένο από έργο του Φασμπίντερ, πρόσωπο της Κ.
