Η Ελένη Ουζουνίδου παίζει τους ρόλους της όπως τα τραπουλόχαρτα. Ανακατεύει με προσοχή την τράπουλα και δεν χάνει εύκολα το παιχνίδι. Εχει μια φωνή που εξεγείρεται μέσα από τις μνήμες και τις αφηγήσεις της. Απελευθερωμένη από θεατρικά πρότυπα. Είναι ο εαυτός της. Το ταλέντο της το έχτισε σε θεμέλια δικής της παράδοσης και αξιών που συνδέονται και με τη στάση της ζωής της.
Στην «Τουρκομερίτισσα», που είναι ένας μονόλογος, βασισμένος στη ζωή της Μαρίκας Νίνου, ξεπηδούν από μέσα της η μοίρα, τα λόγια, το τραγούδι της Νίνου σαν μια μορφή φευγαλέα, αλλά ανεξάλειπτη πάνω στο δίχτυ της ζωής. Εμφανίζονται στιγμές της καθημερινότητάς της, όπως το φιλμ μιας ταινίας που δεν έχει ακόμα μονταριστεί, ανάμεσα στις φήμες και στην πραγματικότητα.
Μας υποδέχτηκε και πάλι φιλόξενα η Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα με τις ωραίες γωνιές, τα σαλόνια, το ατελιέ του Γκίκα και τους υπέροχους πίνακες, που τους θαύμαζε αρκετή ώρα η Ελένη.
Ο τρόπος που μιλάει για τη θεατρική πορεία και τη ζωή της δεν διαφέρει από τους μονολόγους που ακούς όταν παίζει στο θεατρικό σανίδι.
● Είχες πει ότι βλέπεις το θέατρο σαν παρατηρητήριο.
Σαν ερευνητήριο θα έλεγα καλύτερα, αν υπάρχει αυτή η λέξη. Επειδή δεν κατάφερα να γίνω επιστήμονας, που ήταν το παιδικό μου όνειρο, πιστεύω ότι κάνω μια έρευνα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω θεάτρου.
● Τι σε συγκινεί σε αυτόν τον χώρο, τι σε επηρεάζει, τι σε εμπνέει και τι ανακαλύπτεις;
Μου αρέσει να είμαι μαζί με άλλους ανθρώπους. Περισσότερο απ’ όλα με εξιτάρει ότι κάθε θίασος είναι και μια μικρή ομάδα ανθρώπων που φτιάχνουν μια ιστορία γιατί θέλουν να την αφηγηθούν και να τη μοιραστούν με τον υπόλοιπο κόσμο. Να πω μια ιστορία όσο πιο αληθινά γίνεται και να τη μοιραστώ με άλλους ανθρώπους. Παράλληλα θεωρώ ότι είναι και μια κοινωνικοπολιτική πράξη. Πάντοτε όταν ανεβαίνεις στη σκηνή, αποκτάς και μία θέση. Και μέσω αυτής της θέσης εκφράζεις έναν συγγραφέα. Γιατί αυτή είναι η δουλειά του επαγγελματία ηθοποιού. Ο ερασιτέχνης ίσως να εκφράζεται, ο επαγγελματίας όμως οφείλει να εκφράζει. Συνήθως τα κείμενα που παίζουμε είναι αυτά που μας βρίσκουν και σύμφωνους. Θέλουμε να μεταφέρουμε αυτές τις ιδέες.
● Ποιος από τους ρόλους που έχεις παίξει σε έχει στιγματίσει;
Ο μονόλογος που κάναμε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο στο εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Σωτηρίου «Σταματία το γένος Αργυροπούλου». Αυτή η φοβερή Σταματία, που η ζωή της διέτρεχε όλη τη μεταπολεμική Ελλάδα, είχε πάρα πολύ χιούμορ. Ηταν μια κυρία δεξιών φρονημάτων, γεννηθείσα κι αυτή το ’30, αλλά πώς της τα έφερε η ζωή κι έμπλεκε συνέχεια με αριστερούς. Κι ενώ ήταν αυτό που λέμε λίγο «ξινή» και συντηρητική, παρ’ όλα αυτά ήταν και ενωτική. Ενωνε αριστερούς και δεξιούς.
Εκανε πολύ μεγάλη επιτυχία. Την αγάπησα κι εγώ πολύ, την έπαιζα με πάθος, με όλη μου την ψυχή. Πήγε πάρα πολλά χρόνια. Ηταν ρόλος-σταθμός. Θυμάμαι ακόμα το κείμενο. Κάθε φορά που τελειώνει μια παράσταση ο σκληρός δίσκος του εγκεφάλου μου αρχίζει και σβήνει πράγματα που δεν θα τα χρειαστεί. Ε, αυτόν τον μονόλογο τον θυμάμαι ακόμα.
● Ποιο ήταν το κίνητρο για να παίξεις τη Νίνου; Ποια ήταν η σπίθα;
Με εντυπωσίασε. Ηθελα πολύ να μιλήσω για αυτή τη γυναίκα. Από τη στιγμή που διάβασα κιόλας το βιογραφικό της και είδα ότι η ζωή της ήταν τόσο πολυτάραχη και τόσο σύντομη. Εγώ ήμουν σίγουρη ότι είχε καταφέρει να ζήσει μέχρι τα 50-55 της τουλάχιστον. Και πάλι πολύ νέα θα πέθαινε αν πέθαινε τόσων χρόνων. Και δίπλα σε όλες αυτές τις προσωπικότητες που αναφέρονται και στην παράσταση. Το τι έζησε αυτή η γυναίκα. Μέχρι και ακροβάτισσα έγινε εξαιτίας του έρωτά της. Αφησε το παιδί της στη Θεσσαλονίκη, για να ακολουθήσει τον έρωτά της και να κάνει τα ακροβατικά και τα ζογκλερικά της.
Αλλά ήταν γυναίκες -τα παλιά κόκκαλα που λέμε- που ήταν αποφασισμένες να ζήσουν, να επιβιώσουν και να τα καταφέρουν. Με εντυπωσίασε πολύ ότι κατάφερε να κυριαρχήσει σε μια πατριαρχική κοινωνία και σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο. Το ρεμπέτικο και το πάλκο ήταν μέχρι και τη δεκαετία του ’40 ανδροκρατούμενα. Οι γυναίκες ήταν απλώς διακοσμητικές.
Αργότερα άρχισαν να γίνονται απαραίτητες. Κι αυτή μπήκε με φόρα. Με λύσσα, όπως τη βάζει ο Δημήτρης Καρατζιάς να λέει. Σαρωτική.
Βέβαια, ήταν και πολύ ιδιαίτερη η φωνή της. Μέχρι τότε οι γυναίκες ήταν υψίφωνες, σχεδόν κολορατούρες. Αυτή ήταν μέτζο σοπράνο ας πούμε. Πιο μαλακή, πιο γλυκιά η φωνή της. Κι όλα αυτά τα σκέρτσα που είχε στο λαρύγγι της ήταν χαρισματικά. Γι’ αυτό και ξεχώρισε.
● Υπάρχει κάποια γυναικεία μορφή που θαυμάζεις ιδιαίτερα;
Θαυμάζω πολύ κόσμο, όχι απαραιτήτως καλλιτέχνες. Τη μητέρα μου, τη νύφη μου. Στο θέατρο πάρα πολλές. Η Φιλαρέτη Κομνηνού με εμπνέει πολύ, και η Λυδία Φωτοπούλου. Η Εφη Σταμούλη, που δεν έχει κάνει τόσο τηλεόραση αλλά είναι σπουδαία ηθοποιός και κωμικός. Είναι έμπνευση για μένα. Κάθε φορά που ασχολούμαι με την κωμωδία σκέφτομαι πώς θα το έκανε η Εφη. Και συνομήλικες και μικρότερες. Από την ποίηση, αγαπημένη μου ήταν η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Με συγκινούσε πάρα πολύ.
● Σε εμπνέει περισσότερο ο έρωτας ή η φιλία;
Και τα δύο. Κάθε φιλία είναι κι ένας έρωτας, χωρίς ίσως τα φτερά και τα αγιοστέφανα και τα πυροτεχνήματα. Αλλά παραμένει έρωτας.
● Ταυτίζεσαι εύκολα με τους ρόλους που παίζεις; Βλέπω ότι έχεις μέσα σου το πάθος και τη φλόγα που είχε και η Νίνου. Εχεις ως ηθοποιός ένα ταμπεραμέντο που το εκδηλώνεις.
Είναι μάλλον η δική μου συγκίνηση απέναντι στις ζωές αυτών των ανθρώπων και των γυναικών που αφηγούμαι. Δεν ντρέπομαι να το κάνω, με συγκινούν πάρα πολύ. Αυτό είναι. Δεν ταυτίστηκα ποτέ με κάτι. Αντιθέτως, συνήθως παίζω σε ρόλους που δεν έχουν τίποτα να κάνουν με μένα. Δεν βρίσκω καμία συμφωνία.
● Αυτό το ταμπεραμέντο δηλαδή δεν βγαίνει και στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Καθόλου. Σπάνια έχω ταμπεραμέντο στις διαπροσωπικές σχέσεις. Το ακριβώς αντίθετο. Το φυλάω για το σανίδι. Εκεί μεταμορφώνομαι. Μερικές φορές και εγώ εκπλήσσομαι.
Ολοι μου λένε ότι είμαι πολύ γλυκιά, ευγενική, μαλακή. Είναι μάλλον σε ύφεση το ηφαίστειο και στη σκηνή ξυπνάει. Και εγώ τρομάζω με τον εαυτό μου, είναι λες και αποκτώ υπερδυνάμεις. Είμαι πολύ δυναμική, σίγουρη κι αυτόνομη. Αν με αδικήσεις και βρεθώ επί σκηνής, γίνομαι ένας άλλος άνθρωπος. Εχω ευφράδεια λόγου ξαφνικά, μπορώ να σε τακτοποιήσω, να σε βάλω στη θέση σου. Ή αν συμβεί κάτι περίεργο πάνω στη σκηνή, πάθει κάτι ένας συνάδελφος ή ξεχάσει τα λόγια του, είμαι αυτή που τη σώζω την κατάσταση. Στη ζωή είμαι το ανάποδο.
● Αυτό είναι και θέμα χαρακτήρα. Τι είναι αυτό που σε ενοχλεί πιο πολύ;
Η αδικία και η κοροϊδία. Τα τελευταία χρόνια έχει παραγίνει το κακό στον χώρο μας. Μας εκμεταλλεύονται πολλές φορές κι αυτό με ταράζει, δεν το θέλω καθόλου.
● Εχεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους;
Δυστυχώς, ναι.
● Είσαι από τους ευκολόπιστους;
Ναι. Αυτό που θα μου πεις θα το πιστέψω. Και αφού με κοροϊδέψεις, έναν μήνα μετά εγώ θα πιστεύω την προηγούμενη εκδοχή. Οτι δεν με κορόιδεψες, ότι συνεχίζεις να μου φέρεσαι καλά.
● Αρα σε κερδίζει η πρώτη εικόνα.
Ναι. Εχω από τη φύση μου μια πίστη στους ανθρώπους. Τους αγαπάω.
● Απογοητεύεσαι και εύκολα;
Απογοητεύομαι, χωρίς όμως πια να μου στοιχίζει.
● Αν σε μια σχέση σου κάτι πάει στραβά, πώς αντιδράς;
Σωπαίνω και ύστερα απομακρύνομαι χωρίς να δίνω συνέχεια. Αν νιώσω ειδικά ότι με αδικούν, ενώ μέσα στο μυαλό μου είμαι ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και πάρα πολύ φουντωμένη, τα τελευταία χρόνια δεν ξέρω, είναι η εμπειρία, η ωριμότητα; Ξαφνικά σωπαίνω, παθαίνω κάτι σαν να απενεργοποιούμαι. Αλλά αυτή η σιωπή δεν με εξοργίζει, με λυτρώνει.
● Ποιοι άνθρωποι επέδρασαν στη ζωή σου και σε επηρέασαν από την οικογένειά σου;
Οι τρεις παππούδες είναι Ανατολικοθρακιώτες και ένας παππούς από τη Ρόδο. Ολο Ανατολή στον χάρτη. Σίγουρα με επηρέασαν οι γονείς που είναι και συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί. Δίδασκαν στην Κομοτηνή. Εκεί γεννήθηκα. Τα αγαπάνε τα παιδιά πολύ και οι δυο. Κι εμένα και τον αδερφό μου μας βοήθησαν να έχουμε τα τέλεια παιδικά χρόνια. Και αυτό δεν σημαίνει υλικά. Σημαίνει πνευματικά, ομορφιές, ζεστασιά, δέσιμο.
Μ’ αρέσει που μας μεγάλωσαν ισότιμα. Δεν ξεχώρισαν αγόρι – κορίτσι. Δεν ένιωσα ποτέ αυτήν την αδικία. Το αντίθετο, μάλιστα.
● Εχεις χορτάτη παιδική ηλικία.
Ασυζητητί. Από κει κι έπειτα βέβαια, οι παππούδες κι οι γιαγιάδες. Είχα τη μεγάλη τύχη η γιαγιά η Ελένη να πεθάνει πρόσφατα, ήδη στα 100. Δεν χορταίνεις ποτέ τον άνθρωπό σου, αλλά άκουσα ιστορίες, παραμύθια και ξανά ιστορίες από τον ξεριζωμό, την ανταλλαγή πληθυσμών.
● Η συνύπαρξή σας με τους μειονοτικούς πληθυσμούς πώς ήταν;
Νομίζω ότι τη δεκαετία που γεννήθηκα ίσως να υπήρχαν κάποια αμελητέα προβλήματα. Συνυπάρχουμε άριστα και ειρηνικά. Επίσης οι γονείς μου όταν πρωτοδιορίστηκαν, πήγαιναν στα μειονοτικά σχολεία. Οι συνάδελφοί τους ήταν μουσουλμάνοι. Ανταλλάσσαμε επισκέψεις.
● Γίνονταν δηλαδή μεταξύ τους γάμοι, φιλίες.
Βέβαια. Και γιατί να μη γίνουν; Ο έρωτας είναι έρωτας. Εγώ είχα πάρα πολλούς συμμαθητές και πολλές φιλίες που έχουμε κρατήσει επαφή.
● Πώς ξεπήδησε αυτή η επιθυμία για το θέατρο;
Οι γονείς μας μάς πήγαιναν και παρακολουθούσαμε πρώτα απ’ όλα τις αρχαίες παραστάσεις στο θέατρο Φιλίππων, κάτω από την Καβάλα. Και απέναντι γινόταν τότε και το Φεστιβάλ της Θάσου. Είδα πάρα πολλές παραστάσεις από πολύ μικρή.
Νομίζω ότι με μάγεψε, ότι μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο, σε μια άλλη διάσταση. Ετσι το έβλεπα τότε. Μεγαλώνοντας ευτυχώς είχε ήδη δημιουργηθεί το ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής. Είδαμε και εκεί πολύ ωραίες και σημαντικές παραστάσεις.
Με τα λίγα που διέθεταν τότε, παρ’ όλα αυτά σπουδαία πράγματα και σπουδαίοι καλλιτέχνες πέρασαν από κει. Αλλά κάποια στιγμή ένιωσα ότι έπρεπε να μιλήσω για την αδικία. Στο παιδικό μου μυαλό θεώρησα ότι είναι ένας πολύ καλός τρόπος το θέατρο για να μιλήσω για το άδικο στον κόσμο τούτο.
