Μία λάβα ηφαιστείου. Ένας χείμαρρος αφρισμένος. Ένα ερωτικό παραλήρημα μέσα σε μια ζωή ενταφιασμένη είναι η εικόνα της Φαίδρας. Ένα τραγικό πρόσωπο της μυθολογίας. Η Ηρώ Μουκίου μπήκε στα άδυτα της ψυχής της. Την ερμήνευσε με δύναμη.
Ακούμπησε το χέρι του, ο θάνατος στον κόρφο της κι αυτή ως ταξιδιώτισσά του, ταξινομεί τις εικόνες του μέσα από τη μορφή του. Το κορμί της Ηρώς, ένα λικνιστικό όνειρο, συνομιλεί με το μεγάλο μαρτύριό της, τον έρωτα για τον Ιππόλυτο.
«…Εσύ έλυσες τα άλογα της ψυχής μου, Ιππόλυτε, και πώς να σε συγχωρήσω γι’ αυτό; Πες μου, πώς να τα μαζέψω; Πώς να τα κλείσω ξανά; Πώς να τα πειθαρχήσω; Ποια μαστίγια να κρατήσω;…
Μας έβλεπα μαζί, Ιππόλυτε, να ξεχυνόμαστε με τ’ άλογα, να ματώνουμε από το κοινό μας κυνήγι, να το τελειώνουμε μαζί…»
Βλέπουμε να αργοσαλεύει στην σκηνή, να εκστασιάζεται, να ζωντανεύει αυτή την αδιόρατη άνθιση του έρωτα. Οι κινήσεις της θυμίζουν κυματισμό θάλασσας. Το εύκαμπτο σώμα της αφηγείται όσα δεν αντέχει ο λόγος.
Τα κατάμαυρα μαλλιά της αιωρούνται όπως τα μαλλιά μιας πνιγμένης γυναίκας στην επιφάνεια λίμνης. Μια αέναη φυγή κινεί το σώμα της με κινήσεις φιδιού. Το κόκκινο φόρεμά της σαν ρυάκι λάβας, άλλοτε γίνεται εκτυφλωτικό, άλλοτε δυνατό όπως τα αγριεμένα κύματα που σκάνε στα βράχια. Δεν υπάρχει ούτε χώρος, ούτε χρόνος.
Μόνο στο «Εν Αθήναις» βρήκε μια σκηνή η Φαίδρα (Ηρώ Μουκίου) μια δοκό και μία αρχαϊκή λύρα, για να παίξει την αλήθεια της ζωής της. Μόνο πάνω στην ξύλινη δοκό συγχωνεύονται οι ονειροφαντασίες. Δίνει δύναμη στην νεκρόπολή της ενώ ακούγεται σαν χάδι η μουσική του παγκοσμίου φήμης καθηγητή, Νίκου Ξανθούλη, που παίζει επί σκηνής την επτάχορδη αρχαϊκή λύρα σαν αχτίδα φεγγαριού.
Πάνω στη δοκό που μπορεί να δαμάσει κάνει ένα πέρασμα από το όνειρο στη συνείδηση που καταλήγει με την τραγικότητα της μοίρας. Λέει σ’ ένα σημείο, για τον Ιππόλυτο, τον ανεκπλήρωτο έρωτά της:
«…Πονάω. Θέλω να πεθάνω. Όμως, ακόμη κι εκείνη την ώρα της επιθυμίας του θανάτου, φανταζόμουν ότι ήμουν το άγαλμα της θεάς που τόσο αγαπούσε, γυμνό, ψυχρό, μαρμαρένιο, να μ’ ακουμπάει με ευλάβεια. Και τότε θα ‘βλεπε το μάρμαρο να καίγεται, να λιώνει, να γίνεται σκόνη στα χέρια του…».
Ήταν μια αξέχαστη παράσταση.
Ταυτότητα παράστασης:
Φαίδρα: Ηρώ Μουκίου
Κείμενο: Δήμητρα Μήττα
Σκηνοθεσία: Αντώνης Καραγιάννης
Μουσική: Νίκος Ξανθούλης
*Δημοσιογράφος-συγγραφέας
