Για ακόμη μία φορά επισκέφτηκα το «Πορεία» προσδοκώντας να δω την τελευταία επιτυχία του θεάτρου της πλατείας Βικτωρίας και για ακόμη μία φορά έφυγα από εκεί αιφνιδιασμένος. Οχι μόνο από το σκηνικό αποτέλεσμα, που όπως και να το κάνουμε μετά από τόσες επιτυχίες θα μπορούσε να εκπλήξει πλέον μόνο δυσάρεστα. Αιφνιδιάστηκα και πάλι από την έκφραση μιας πνευματικής ύλης που πηγάζει από το σύνολο των συντελεστών της. Σε αυτή μάλιστα τη νέα συνεργασία του θεάτρου με τον Θανάση Τριαρίδη δημιουργείται πλέον η εντύπωση πως η πρόσκληση αφορά τη συζήτηση ενός καλλιτεχνικού Κύκλου που συνεχίζεται από παράσταση σε παράσταση, από λογοτέχνη σε λογοτέχνη και από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα με ολοένα και μεγαλύτερη ωριμότητα.
Εφτασε έτσι και ο καιρός για τα πολύ μεγάλα… Θα μπορούσε να γραφτεί ένα δοκίμιο για τις απανταχού -και στην Ελλάδα- διασκευές του εγκλήματος του Ρασκόλνικοφ και της τιμωρίας του, καθώς, όπως φαίνεται, ο Ντοστογιέφκσι ευλογήθηκε από τη σπάνια εκείνη ιδιοφυΐα που ρέει εντός «εξαιρετικών» συγγραφέων και τους επιτρέπει, αντί να κινούν τους ήρωές τους -όπως κάνουν οι περισσότεροι-, να τους ακολουθούν στη θύελλά τους. Αυτός είναι ο λόγος που τον σπουδαίο ήρωα που κέρδισε ο πεζός λόγος εξ αρχής τον διεκδίκησε το θέατρο. Ειδικά όταν οι άνθρωποι του τελευταίου διαπίστωσαν πως στο κέντρο του κρυβόταν κάτι που πρώτο το θέατρο προσκόμισε: η διαπίστωση πως δεν είναι όλες οι πράξεις ίδιες, ότι ανάμεσά τους υπάρχουν εκείνες με τις οποίες ο εαυτός διαμορφώνεται ανεπίστρεπτα. Ο Ρασκόλνικοφ είναι ακόμα ένας δολοφόνος που θα καταλάβει ότι μέρος της δολοφονίας του περιλαμβάνει τον φόνο του παλιού εαυτού του. Θα έχανε ποτέ το θέατρο έναν τέτοιο εξαιρετικό πολίτη του;
Προσαρμογή
Τα λέω αυτά για να καταλήξω στο ότι ο αληθινός πρωταγωνιστής της βραδιάς στο «Πορεία», πίσω ακόμα και από τη σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου και τη συμβολή των ηθοποιών και συντελεστών, είναι ο Θανάσης Τριαρίδης. Πρώτον γιατί η διασκευή που παρέδωσε θα πρέπει πλέον να διδάσκεται σε αντίστοιχα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Δεν μετέφερε, ούτε «συμπύκνωσε» το πρωτότυπο σε μια παράσταση περίπου μιάμισης ώρας. Αυτός εντόπισε την προβληματική που διαπερνά το τεράστιο μυθιστόρημα, την προσάρμοσε στη δική του αντίληψη και στη δική του αίσθηση της ανά ζεύγη δραματουργίας που τον διακρίνει. Και την οδήγησε τελικά στο τελικό οργανικό της μέγεθος.
Αν όμως η διασκευή του Τριαρίδη στο έργο του Ρώσου κλασικού πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν αυτοτελές θεατρικό πόνημα, είναι επειδή αυτή επιχειρεί να μεταφέρει μια νέα και κατά τη γνώμη μου ιδιοφυή σύλληψη του κεντρικού προβλήματός του. Δεν είναι εύκολο να το συνοψίσω σε δυο αράδες… Ενώ στις περισσότερες διασκευές το έγκλημα γίνεται γνωστό και αναζητείται η τιμωρία, εδώ, στη διασκευή του Τριαρίδη, οι όροι αντιστρέφονται. Σύμφωνα με αυτήν, μπορούμε να καταλήξουμε στη φύση της τιμωρίας, μόνο εφόσον αντιληφθούμε ποιο είναι το έγκλημα. Στην οπτική του αυτό που βασανίζει τον Ρασκόλνικοφ είναι ένας κόσμος που αδυνατεί να αποδείξει στον ίδιο πρώτα απ’ όλα σε τι έγκειται η ενοχή του. Το αληθινό πρόταγμα επομένως περιλαμβάνει μια πρόσκληση φιλοσοφικού χαρακτήρα.
Αν και αυτό που αναιρεί τελικά τον ηθικό σολιψισμό του Ρασκόλνικοφ δεν είναι η «φιλοσοφία» καθώς φαίνεται. Το έγκλημά του προκαλεί την ανατροπή της λογικής ισορροπίας το δίχως άλλο. Μα αυτό στο οποίο καταλήγει με το παράδειγμα κυρίως της Σόνιας είναι κάτι που νιώθεται, η κατάφαση για τη ζωή που δεν ακουμπά σε λέξεις για να γίνει επιχείρημα, αλλά διαλύεται στην ολιστική προσέγγιση του κόσμου και των ανθρώπων. Με τρόπο τέτοιο ώστε η εσωτερική κάθαρση να μη σημαίνει την απομάκρυνση της ενοχής, όσο την αποδοχή της τελευταίας σαν μέρος της σχέσης με τον κόσμο. Ναι, είναι η ορθόδοξη πνευματικότητα αυτό στο οποίο τιμωρεί και σώζει τον Ρασκόλνικοφ στο τέλος, μια πνευματικότητα που ευαγγελίζεται την εν ζωή ανάσταση των εν θανάτω ενταφιασμένων.
Οπως είναι προφανές αυτά είναι θέματα που απασχολούν ευρύτερα τον Τριαρίδη στη δραματουργία του. Επιχειρώντας με επιμονή να εισέλθει στη φωλιά του σκότους, στο μυαλό όσων ευθύνονται για μύρια κακά της ανθρωπότητας, βρίσκει στον Ρασκόλνικοφ έναν πόλο της διαλεκτικής που αποκτά νόημα μόνο όταν δεθεί με το αντίθετο, την άλογη, ανιστόρητη, σωματική ηθική που εκπροσωπείται από τη μητέρα, την αδελφή και την αγαπημένη Σόνια. Με αυτές ο Ρασκόλνικοφ θα οδηγηθεί στην κατανόηση του εγκλήματός του με τρόπο ώστε η τιμωρία του να σημαίνει πλέον για τον ίδιο κάθαρση μα και ανάσταση. Το έγκλημα του δεν αφορά την «ψείρα» της τοκογλύφου αλλά τον άνθρωπο, εντός του οποίου βρίσκεται κάθε καλό και κακό, κάθε καθαρό και βρόμικο. Οταν δολοφονεί τον «μιαρό», έχει δολοφονήσει μαζί το πιο τρυφερό και όμορφο μέρος της ψυχής του. Σε μια κατάληξη -που ανήκει πια στον Τριαρίδη- ο Ρασκόλνικοφ θα αναγνωρίσει το θύμα της πράξης του στο βλέμμα της μητέρας του. «Εγώ είμαι η Αλιόνα!» θα του πει εκείνη. Οπως θα μπορούσε να του είχε αναγγείλει την ποινή του…
Γι’ αυτό πιθανόν το σκηνικό της παράστασης (της Θάλειας Μέλισσα) διατηρεί τον χαρακτήρα μιας ερειπωμένης (ή υπό ανέγερση) εκκλησίας, έναν τόπο πνευματικής αναζήτησης (σημαντικοί εδώ οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου). Ο Τάρλοου κίνησε υποδειγματικά τα πρόσωπα της διασκευής (σε σκηνική και δραματουργική επεξεργασία του ίδιου και της Ερις Κύργια), παραθέτοντας τις μεταξύ τους σχέσεις, σκάβοντας με τους ηθοποιούς μέχρι τα θεμέλια, παραδίδοντας μια πραγματικότητα που πλαισιώνει τον ήρωα αλλά και εκπηγάζει από το σαστισμένο μυαλό του. Σε αυτή τη σιωπηρή εκμυστήρευση σημαντικό είναι το πρόσωπο του μάρτυρα, στο οποίο βρίσκεται η πηγή της ανομολόγητης βασάνου των ηρώων. Ο κινηματογραφικός φακός προβάλλει γι’ αυτό τα πρόσωπα των ηθοποιών αποκομμένα από το περιβάλλον τους, αυτόφωτα τοπία εξερεύνησης. Σπάνια το βίντεο έδωσε σε παράσταση τόση εύγλωττη μαρτυρία. Τα κοστούμια των Αλέξανδρου Γαρνάβου και της Τζίνας Ηλιοπούλου αποδίδουν ανάγλυφα την ιστορική θέση των προσώπων, το κοινωνικό και ψυχικό τους μανδύα. Η μουσική του Φώτη Σιώτα, ζωντανά ερμηνευμένη από τον Τάσο Μισυρλή, δίνει το ρεύμα που διατρέχει τα λόγια των προσώπων.
Ποιότητα
Εχει λεχθεί κατά καιρούς πως ο Ρασκόλνικοφ είναι χαρακτηριστικό δείγμα ενός ήρωα που δεν αγαπήθηκε καθόλου από τον συγγραφέα του… Μα ο ήρωας του Προμηθέα Αλειφερόπουλου μοιάζει εξ αρχής να έχει σμιλευτεί με την ποιότητα εκείνη που συγχωρεί την αλαζονεία και τον ηθικό κυνισμό, με ένα μίγμα αηδίας και πρόωρης κούρασης που ελλοχεύει στον ψυχισμό της επαναστατημένης νεολαίας. Απέναντί του έχει την Ντούνια της Στέλλας Βογιατζάκη, τη Σόνια της Μαριάννας Πουρέγκα και τη μητέρα από τη Σοφία Σεϊρλή, τρεις μορφές-αντίβαρα της ενοχής, τρία πρόσωπα αγάπης και απαντοχής, οδοδείκτες της πορείας προς τη λύτρωση.
Εξαιρετικός στη διανομή που παρακολούθησα ο Πορφύρης του Κώστα Φιλίππογλου, όργανο του κράτους απόλυτα πιστό στις οδηγίες του, πειστικό στην ερμηνεία του κόσμου που εκείνο προτείνει. Ασφαλώς και δεν μπορούσε να παραληφθεί από τη διανομή ο Σβιντριγκάιλοφ του Δημήτρη Μπίτου, που έρχεται σαν αναπτυγμένη απόδοση του ίδιου μοτίβου αθωότητας και ενοχής που διαπερνά όλο το έργο. Κάπως άτονος ο «Ντοστογιέφσκι» του Αλέξανδρου Μαυρόπουλου, ίσως η μόνη μου ένσταση στη διασκευή του πρότυπου. Δίνει μεν την ευκαιρία στον Τριαρίδη να αναπτύξει την προβληματική του για τον ήρωα, μα σκηνικά ξεχνιέται γρήγορα. Το πρόσωπο του Ραζουμίχιν από τον ίδιο ηθοποιό δεν αναπτύσσεται ούτε αυτό πλήρως και παραμένει στο περιθώριο.
