ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παράσταση «Το Σονέτο» του Θανάση Ακοκκαλίδη και των νέων καλλιτεχνών της ομάδας ΕΑΝ αποτελεί ασφαλώς την πρώτη ευχάριστη έκπληξη της χρονιάς. Διαθέτει όλα όσα αναζητούμε σε μια ανάλογη πρόταση: Φρεσκάδα και ανατροπή, ανεπιτήδευτη ματιά με άριστη επιμέλεια του υλικού, ομαδικό συντονισμό, σύνολο εμπλουτισμένο με ωραίες ιδέες ανάδειξης της κάθε ιδιαιτερότητας- και, βέβαια, εν τέλει και πάνω από όλα, παρουσία όλου του φάσματος του σκηνικού λόγου, ερμηνεία, απαγγελία και αφήγηση, παρλάτα, κίνηση και χορό, ρυθμό και τραγούδι.

Η παράσταση μοιάζει ωριαίο μάθημα σε ένα από τα πλέον λησμονημένα σήμερα ποιητικά μορφώματα που εμφανίστηκαν (και) στην ελληνική ποίηση ώς τον Μεσοπόλεμο, στο λεγόμενο «Σονέτο». Μάθημα κανονικό, με αναφορές στην ετυμολογία του όρου και στην καταγωγή του, στους κύριους εκπροσώπους, στις ελληνικές εκδοχές και επιμέρους κατηγορίες του… Για να είμαστε ειλικρινείς, κανονικά και σε οποιαδήποτε άλλη συνθήκη, μια πρόταση σαν και αυτήν θα έκανε τους θεατές να φέρουν στον νου αντανακλαστικά επιβίωσης, θαμμένα από την εποχή του σχολείου… Μα ιδού τώρα που με αυτά τα υλικά η ομάδα της Πλάκας καταφέρνει όχι μόνο να κινήσει το ενδιαφέρον, όχι μόνο να «διδάξει» το είδος, μα και να συγκινήσει βαθιά. Ναι, έχει βαλθεί να πείσει πως το Σονέτο μπορεί να φέρει στον σύγχρονο ακροατή του, εκατό και χρόνια μετά την ακμή του, το πρώτο ρίγος που το γέννησε.

Από μια άλλη πλευρά, η παράσταση ανήκει στο είδος του μεταδραματικού θεάτρου, που συνήθως αποκαλείται «παράσταση-διάλεξη». Διαθέτει την κατά μέτωπον επικοινωνία, την αίσθηση της «πρόβας» και της δήθεν ανεπεξέργαστης ακόμα παράστασης, την τακτική άμεση απεύθυνση προς το κοινό, την υπερκινητικότητα και τη μίξη των εκφραστικών μέσων, τη συχνή εναλλαγή διάθεσης και, βέβαια, την πρόθεση να φανούν οι «ραφές» της δραματουργίας της. Μα πέρα από όλα αυτά, διαθέτει την επιθυμία νέων ανθρώπων να συναντηθούν με μια εποχή και μια λογοτεχνία μακρινές όσο και δυσπρόσιτες.

Το γιατί και το πώς συμβαίνει αυτό είναι μεγάλη συζήτηση. Εχω πει και παλιότερα πως πρόκειται πιθανόν για ενδιάθετη επιθυμία των νέων δημιουργών να αναζητήσουν την ταυτότητά τους όχι σε ό,τι τους παραδόθηκε αλλά σε εκείνο που οι ίδιοι θα κατακτήσουν. Είναι μια αυθόρμητη περιέργεια και γι’ αυτό απείρως γνησιότερη από εκείνη του σχολείου, απέναντι σε ένα παρελθόν χαμένο στα χάσματα των γενεών.

Μα αυτή η μία ώρα στο υπόγειο της Πλάκας αρκεί για να ξανασυστήσει σε όλους το Σονέτο με το σώμα και τη φωνή των νέων -των «νέων» εκατό χρόνια πριν και των νέων σήμερα. Ουσιαστικά, τι κάνει η παράσταση στο ΕΛΕΡ; Αυτό που δεν έχει σταματήσει να κάνει το θέατρο. Να εμφανίζει, πίσω από τα σχήματα, τον δημιουργό τους. Το «Σονέτο» ξεκινά, λοιπόν, να μιλάει για ποίηση, μα στο βάθος μιλά για τους ποιητές. Τον Κώστα Ουράνη, τον Λορέντζο Μαβίλη, τον Κώστα Καρυωτάκη, την Πολυδούρη, τον Φιλύρα, τον Λαπαθιώτη… Ο καθένας και μια ιστορία, μια φυσιογνωμία άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο εναργής, πάντως η καθεμιά με το βάρος των λέξεων και μουσικής που δεν ακούστηκαν ακόμη και με την αβάστακτη ελαφράδα της περαστικής ύπαρξης. Κι έτσι, όπως συμβαίνει εδώ, χωρίς ίχνος «αναπαράστασης», χωρίς «μεταφορά» ή «μεταμφίεση», να που ξυπνά μέσα μας η μορφή ποιητών που δεν γνωρίσαμε ποτέ και που ίσως ποτέ δεν γνωριστήκαμε μαζί τους.

Η σύλληψη της ιδέας και η σκηνοθεσία ανήκουν στον Θανάση Ακοκκαλίδη και η δραματουργική σύνθεση στην Ηλέκτρα Αγγελοπούλου. Είναι φανερό πως έχει προηγηθεί μεγάλη αναδίφηση σε ιστορικές πηγές, βιβλιογραφία και στα λογοτεχνικά έργα, ώστε τελικά να καταλήξουν σε αυτό το ζωντανό ανθολόγιο ποιητών που έγραψαν σονέτα όλων των ειδών, μα και που έζησαν μέσα από αυτά. Ακούμε όλων των ειδών τα σονέτα και για κάθε είδους θέματα και τα βλέπουμε να αποδίδονται με όλους τους τρόπους… να τραγουδιούνται, να χορεύονται, να απαγγέλλονται, να ψάλλονται. Η ομάδα άλλοτε κινείται εν χορώ και άλλοτε ως αυτόνομες μονάδες, ακολουθώντας τη χορογραφημένη απόδοση του μέτρου και ρυθμού της Βρισηίδας Σολωμού. Νομίζω πως, χωρίς τη μουσική σύνθεση της Αιμιλίας Παπαθεοχάρη, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο -το ίδιο το Σονέτο, άλλωστε, γεννήθηκε από τις μπαλάντες και κουβαλά στα γονίδιά του κάποιο τραγούδι, καθώς αυτό γεννιέται. Ειδικά το τελευταίο τραγούδι της Μυρτιώτισσας, με το οποίο κλείνει η παράσταση, κι όπως αποδίδεται με τη θαυμαστή φωνή της Μαργαρίτας Πατσαούρα, προκαλεί στους θεατές αληθινό ρίγος και καλό θα ήταν να μη λησμονηθεί μετά το πέρας των παραστάσεων.

Κλείνω, όμως, με τους τέσσερις ερμηνευτές, Ηλία Βογιατζηδάκη, Γιάννη Ζαφείρη, Τζένη Παρασκευαΐδου και Μαργαρίτα Πατσαούρα. Η παρουσία τους συνοψίζει ό,τι κατά καιρούς έχουμε ισχυριστεί για τη νεότερη γενιά του θεάτρου μας. Ξεκινά με τις μομφές πάνω της για έλλειψη παιδείας, στόχων και προοπτικής. Και να που, όταν οι νέοι αυτοί συνεργάζονται και πιστεύουν σε κάτι, καταλήγουν να πείθουν τον καθέναν πως διαθέτουν κάθε δυνατότητα για να φτάσουν ώς το τέρμα. Εκεί όπου βρίσκεται το αίσθημα ενός παρελθόντος που περιέχει τον άνθρωπο. Και που το σήμερα συναντά το τότε σαν φίλο και σαν συνοδοιπόρο.