Δεν ήταν μόνο ο Κυκλαδίτης γιατρός Απόστολος Μαυρογένης, μέλος της μεγάλης οικογένειας των Μαυρογενηδων, φανατικός συλλογέας και αναγνώστης βιβλίων για τον αγώνα του 1821, που έζησε τρεις αιώνες, πέθανε 114 ετών και τον αποκαλούσαν «παππού όλων των Ελλήνων». Έχουμε και τον δικό μας σύγχρονο συλλογέα, που πριν φτάσει στο κατώφλι της τρίτης ηλικίας, αφήνει σπουδαία παρακαταθήκη στοιχείων και γνώσεων για τους προγόνους μας.
Ο Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος – συγγραφέας – ποιητής, μιλάει για τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Μαυρογένη σαν να είναι κοντινοί του άνθρωποι. Με τόση άνεση, λες και πίνει μαζί τους καφέ τακτικά και μαθαίνει τα κατορθώματά τους. Τελευταία, προστέθηκε στην παρέα και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.
Το βιβλίο του «Ο ΠΕΤΡΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΣΜΑ ΤΩΝ ΦΑΤΡΙΩΝ – ΕΝΑΣ ΔΙΠΛΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ» (εκδόσεις ΑΓΡΑ), έγινε θεατρική παράσταση στο Studio Μαυρομιχάλη, όπου σκηνοθετεί και παίζει ο Φώτης Μακρής. Κάθε Παρασκευή, μετά την παράσταση, ακολουθεί συζήτηση. Έτσι, την Παρασκευή 27 Οκτώβρη παρακολούθησα το ζωντάνεμα ενός ήρωα της Επανάστασης, του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, μέσα από συναισθήματα, απορίες, σκέψεις για τον ρόλο του, που είναι συνδεδεμένος με τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια.
Κι ενώ περίμενα να λύσω μερικές απορίες από το γκάλοπ που είχαν ετοιμάσει στην αρχή της παράστασης, ρωτώντας κάποια πρόσωπα τυχαία «ποιος ήταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης», άκουσα αξιοθρήνητες απαντήσεις, όπως: Ήταν θεούλης, καλόγερος, ο άγνωστος Έλληνας. Θλίψη και απογοήτευση. Μα πώς να γνωρίζουν ιστορία οι άνθρωποι, όταν όλη μέρα ασχολούνται με το αν η Αντζελίνα Τζολί έφτασε στην Ελλάδα, για να υποδυθεί τον ρόλο της Κάλλας.
Η κουβέντα που ακολούθησε την παράσταση, με τον αναπληρωτή καθηγητή του ΕΚΠΑ Βαγγέλη Καραμανωλάκη, τον Παντελή Μπουκάλα και τον Φώτη Μακρή, έριξε φως στη σκοτεινή σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια. Η ιδέα για να γράψει ο Παντελής Μπουκάλας το έργο ξεκίνησε από την οδό Μαυρομιχάλη, όπου βρίσκεται και το θέατρο, και από το ενδιαφέρον να διερευνηθεί με ποιον τρόπο συνδέεται η ονοματοδοσία των δρόμων με ιστορικά πρόσωπα.
Ο καθηγητής της Ιστορίας επισήμανε ότι «η παράσταση βάζει μια σειρά από ζητήματα που διαρρηγνύουν τις βεβαιότητές μας για την Επανάσταση. Στην πραγματικότητα, όσο ασχολείται κανείς με την ιστορία, όλο και πιο πολύ αυτό που μοιάζει βεβαιότητα, γίνεται αβεβαιότητα. Με συγκίνησε μια φράση της παράστασης όπου ο Πετρόμπεης λέει ότι κατάλαβε “μάχη με μάχη” πως συντελείται κάτι εντελώς νέο. Οι άνθρωποι του Αγώνα, που έρχονται από ένα προεθνικό κράτος, μέσα στο οποίο υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό τα κηρύγματα του Διαφωτισμού και της καινούριας μόδας που είναι ο εθνικισμός, με μεσολαβητές όπως o Αδαμάντιος Κοραής, έχουν μάθει αλλιώς. Να κάνουν καπάκια με τους Τούρκους, να δουλεύουν σαν φατριές, να επιβιώνουν σε έναν πολύ δύσκολο κόσμο, συνεργαζόμενοι κάθε φορά με αυτόν στον οποίο μπορούν να ρογιάσουν τη δύναμή τους. Μέσα σε ένα πολύ μικρό διάστημα όμως υφίστανται μια πραγματική αλλαγή.
»Στην ιστορία λέμε ότι υπάρχει ένας χρόνος πολύ πυκνός. Ένας χρόνος πολύ μεγάλων μεταβολών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι αλλάζουν συνολικά. Υπάρχουν όμως πράγματα –η έννοια της πατρίδας ας πούμε – τα οποία εμφανίζονται πολύ πιο ισχυρά. Μ’ αρέσει, λοιπόν, αυτή η ιδέα αυτού του ήρωα, του Πετρόμπεη, ο οποίος αλλάζει και την ίδια στιγμή μένει ίδιος. Όπως όλοι οι άνθρωποι.
»Έχοντας δουλέψει με τον Παντελή αυτά τα χρόνια και βλέποντας τον μόχθο του –γιατί δικιά του δουλειά και του Στρατή Μπουρνάζου είναι η σειρά «Κείμενα Μνήμης» του Ιδρύματος της Βουλής– είναι πολύ ωραίο να βλέπεις το σχόλιο που κάποια στιγμή λέγεται στην παρέα ή την παρατήρηση, ξαφνικά πια να ενσωματώνεται σε ένα ποιητικό κείμενο.
»Τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών είναι σκληρά, επειδή είναι κείμενα της συγκυρίας. Η συλλογική μνήμη είναι μια διαδικασία όπου τα πράγματα σιγά σιγά σβήνουν. Σβήνουν τα δυσάρεστα. Και τα κείμενα αυτά είναι πολύ σκληρά και με πολύ σκληρούς χαρακτηρισμούς απέναντι στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές της Επανάστασης. Και είναι λογικό. Η Επανάσταση είναι ένα γεγονός καταλυτικό. Αλλάζει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, το κοινωνικό τους στάτους. Δεν υπάρχει επανάσταση που δεν συνοδεύεται από εμφύλιο. Η Ρώσικη λόγου χάρη ή η Γαλλική. Οι άνθρωποι ριζοσπαστικοποιούνται και την ίδια στιγμή μπορούν να διεκδικήσουν κάτι άλλο με έναν τρόπο που πια τον ξέρουνε. Τη βία. Έτσι μπορεί αυτή η κοινότητα να διαρραγεί στο εσωτερικό της.
» Όσο έβλεπα την παράσταση, σκεφτόμουν, σε ποιον θα δίναμε σήμερα δίκιο, στον Πετρόμπεη ή στον Καποδίστρια; Είναι δύσκολο, αν το σκεφτείτε. Από τη μια έχετε έναν άνθρωπο μπέη (δεν είναι αστείο), που είναι εξουσία για χρόνια. Είναι η φατριά, μια πολύ ισχυρή δύναμη. Είναι Μάνη. Ένας κλειστός τόπος όπου η λογική του πατριάρχη είναι καταλυτική για να επιβιώσει αυτή η κοινωνία. Κάποιος, λοιπόν, που έχει μάθει να είναι η εξουσία κάνει την υπέρβαση, καλεί τον Καποδίστρια –κι αυτή είναι μια πολύ ωραία παρατήρηση– γιατί θεωρεί με έναν τρόπο ότι ο Καποδίστριας έχει αυτό που ο ίδιος δεν έχει: τη διεθνή αναγνώριση. Τον τρόπο να κινείται στις αυλές, που είναι η μεγάλη τους αγωνία. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, οι Μαυρομιχαλαίοι είχαν καταστραφεί οικονομικά. Ξεχνάμε πολλές φορές ότι αυτό που βγαίνει απ’ τον πόλεμο είναι μια απόλυτα κατεστραμμένη χώρα».
Από την πλευρά του, ο Παντελής Μπουκάλας υπογράμμισε: «Αυτό που επαναλαμβάνω από συζήτηση σε συζήτηση είναι ότι η λογοτεχνία εικάζει και δεν δικάζει. Μολαταύτα, σε κάποιες σκηνές που μοιάζουν σε δικαστήριο, επέλεξα να είναι ο ίδιος ο Μαυρομιχάλης αυτός που βρίσκει να βάλει στο τάσι τα θετικά του Καποδίστρια. Που μπορεί και πράγματι να το έκανε.
»Η Πολιτική Διαθήκη του Πετρόμπεη, που έχει ενσωματωθεί αποσπασματικά στο θεατρικό κείμενο, υπαγορεύτηκε από τον Μανιάτη αρχηγό στον γραμματικό του τον Δεκέμβρη του 1842, όταν ήταν βαριά άρρωστος και νόμιζε ότι θα πεθάνει. Έβαλε την υπογραφή του στο τέλος. Γιατρεύτηκε, έγινε καλά. Εκεί δεν αποδίδω την θεραπεία του στον Μαυρογένη – μην το παρακάνω και με τη μυθοπλασία.
»Με την απολογία του ο Μαυρομιχάλης απευθυνόταν ταυτόχρονα στον Θεό του και στον άνθρωπο. Στους συμπολίτες του. Αυτούς μπορεί και να τους είχε γραμμένους στα παλαιότερα των υποδημάτων του. Τον θεό του όμως τον σέβεται απολύτως. Ένας άνθρωπος εκείνης της εποχής, που έχει πολεμήσει, έστω με την ποδάγρα του, έχει συναντηθεί πολλές φορές με τον θάνατο, έχει μετρήσει νεκρούς και νεκρούς στην οικογένειά του, είναι απολύτως θρήσκος – αν βέβαια δεν έχει γίνει απολύτως άθεος. Και ξέρουμε ότι ο Πετρόμπεης δεν έγινε. Άρα πιστεύει απολύτως στον Θεό εκείνη τη στιγμή. Όταν λέει λοιπόν ότι δεν γνώριζε τίποτε για το σχέδιο του γιου και του αδερφού του να σκοτώσουν τον Καποδίστρια, μάλλον πρέπει να τον πιστέψουμε.
»Ο Καποδίστριας κατάργησε τα φιλελεύθερα Συντάγματα της Επανάστασης σχεδόν αμέσως. Πίστευε ότι οι Έλληνες είναι ανώριμοι και χρειάζονταν πειθαρχία παρά ελευθερία. Τα δύο αδέρφια του, ο Βιάρος και ο Αυγουστίνος, και τα “κολακικά ανδράποδα” που τον τριγύριζαν, συγκρότησαν έναν μηχανισμό σχεδόν δικτατορικό, με φυλακίσεις, λογοκρισία, κλείσιμο εφημερίδων, βασανιστήρια κτλ. Απέναντι σε όλα αυτά σχηματίστηκε ένα μέτωπο με μέλη ποικίλης προελεύσεως. Το τελικό επεισόδιο του δράματος, η δολοφονία του Κυβερνήτη, έχει όλα τα γνωρίσματα της μανιάτικης εκδίκησης
»Χρειάστηκε πολύ διάβασμα για να γεννηθεί ο “Πετρόμπεης”, γιατί έπρεπε να μπω, με οδηγό τον Απόστολο Μαυρογένη, σε έναν κόσμο με πολλά μυστικά και μυστήρια.
Και πρέπει να πω ότι ήταν καθοδηγητική για μένα η σκέψη του ιστορικού Χρήστου Λούκου για τη δολοφονία του Καποδίστρια, καθώς και όσων άλλων ιστοριογράφων είναι στη δική του ρότα».
Σε καθηλώνει η αφήγηση του Φώτη Μακρή, που μέσα σε μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, σ’ ένα λιτό σκηνικό αναδεικνύει μία σελίδα της ιστορίας. Απέδειξε για άλλη μια φορά ο Παντελής Μπουκάλας το πόσο βαθιά κατέχει την ιστορία μας.
