Η έναρξη της χειμερινής σεζόν πρόσφερε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Μετά την πολυετή πλέον παρουσία του στα θεατρικά πράγματα από τη μεριά του σκηνοθέτη και 15 χρόνια ύστερα από την πρώτη συγγραφική του απόπειρα, ο Δημήτρης Καραντζάς παρουσιάστηκε και πάλι στη σκηνή της Στέγης με την ιδιότητα του συγγραφέα, συγκεντρώνοντας μάλιστα εγκωμιαστικά σχόλια από κοινό και κριτική για το νέο δραματουργικό πόνημά του.
Το «Σπίτι», όπως επιγράφεται το νέο του έργο, αφορά ένα συνηθισμένο ζευγάρι σε μια εξίσου συνηθισμένη μέρα της ζωής του, λίγες προφανώς μέρες μετά τη μετακόμισή του σε ένα νέο διαμέρισμα σε μια καινούργια γειτονιά. Η εξωτερική πραγματικότητα που φαίνεται από το παράθυρο της «φωλιάς» του δεν μοιάζει να το απασχολεί τόσο όσο άλλα, κρίσιμα ζητήματα, όπως με τι είδους φυτά θα διακοσμήσουν άραγε τον χώρο του… Μα η πραγματικότητα που τριγυρίζει το σπίτι γίνεται ολοένα και περισσότερο απειλητική, ολοένα και πιο πιεστική. Μέχρι που η βία τού έξω κόσμου σπάει το κέλυφος της ιδιωτικότητας, παραβιάζει το άσυλο και ξεχύνεται εντός της οικίας.
Μια περιγραφή του «Σπιτιού» όπως η παραπάνω ακολουθεί πιθανόν τη στοιχειώδη πλοκή του έργου, δεν φανερώνει όμως ούτε την πρωτοτυπία αλλά ούτε και την ουσία του. Η ιδέα ενός ζευγαριού που λειτουργεί εντός ενός διαμερίσματος ερήμην του έξω κόσμου και σε απομόνωση από τα κοινωνικά, πολιτικά ακόμα και ποιητικά καθέκαστα είναι σχεδόν πυρηνική για το σύγχρονο θέατρο και έχει δώσει αφορμή για μερικές εξαιρετικές διαπραγματεύσεις, από τον Μέτερλινγκ μέχρι τον Πίντερ και την Αναγνωστάκη. Σε αυτή ασφαλώς τη σειρά έργων ανήκει το έργο του Καραντζά, μα πριν προχωρήσουμε στην όποια ταξινόμηση, θα πρέπει πρώτα να σκύψουμε καλύτερα στο τι ακριβώς προτείνει.
Η παράσταση του Καραντζά δεν μοιάζει με ένα καταρχήν θεατρικό που μεταφράστηκε εκ των υστέρων στη γλώσσα της σκηνής – μοιάζει να δημιουργήθηκε εξαρχής σαν σύλληψη θεάτρου (πιθανόν εντός του κλίματος της πρόσφατης καραντίνας), σύλληψη δηλαδή ποιητική και αναγωγική, με τα υλικά των αισθήσεων και την ενόραση που τα ακολουθεί και συμπληρώνει. Διόλου τυχαία ως συνυπεύθυνους της δραματουργίας το πρόγραμμα αναφέρει μαζί με τον συγγραφέα και «όλους τους συντελεστές», ενώ στη δραματουργία συνέβαλαν, πέρα από τον σκηνοθέτη, η Γκέλυ Καλαμπάκη και ο Τάσος Καραχάλιος – με άλλα λόγια οι υπεύθυνοι των πολυμέσων και της κίνησης!
Ο σωστός ρόλος που πρέπει να αποδώσουμε στον Καραντζά είναι του ιθύνοντος ή, τέλος πάντων, εκείνου που υλοποίησε επί σκηνής ένα όραμα θεάτρου στο οποίο λόγος, κείμενο και παράσταση συνυπάρχουν σε ομοούσια ενότητα από την αρχή μέχρι το τέλος. Η γνώμη μου είναι πως αυτό φέρνει τον σκηνοθέτη (όπως και τον Μπανούσι στο συγγενές «Goodbye, Lindita») κοντά στον Καστελούτσι. Εδώ έχουμε ένα θέατρο εμβύθισης σε μια άλλη, παραμυθική πραγματικότητα, που ναι μεν εφάπτεται με την εδώ και τώρα πραγματικότητα του κοινού βίου, μα ταυτοχρόνως περιλαμβάνει τη σύλληψη της πυκνής ποίησης που περιβάλλει τη ζωή μας.
Εν αρχή, λοιπόν, είναι το θέατρο. Εδώ, ας πούμε, στο «Σπίτι», οφείλουμε να στρέψουμε την προσοχή μας στην ποιότητα με την οποία αποδίδεται από τον σκηνοθέτη η σιωπή εντός του οίκου, ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται ο ψίθυρος της οικειότητας μεταξύ των μελών του. Είναι και αυτό δείγμα ενός τέταρτου τοίχου που αποκαλύπτει πρόσωπα που λειτουργούν εντός του «ενυδρείου», χωρίς να δίνουν την παραμικρή σημασία σε εμάς που τα θωρούμε. Μήπως βρισκόμαστε και εμείς στην απέναντι πλευρά του παραθύρου;… Κατά κάποιον τρόπο ο Καραντζάς φτάνει στο σημείο μηδέν του ρεαλισμού, στη δημιουργία μιας σκηνικής πραγματικότητας εντελώς αδιάφορης για το βλέμμα μας πάνω της. Ας προσέξουμε λοιπόν την κολόνα που διακόπτει την οπτική πρόσβασή μας στο μισό μέρος του σπιτιού, ή τον διάλογο μεταξύ του ζευγαριού που δεν βγάζει νόημα, ή την περιφορά του στους χώρους της οικίας, που δεν φαίνονται… Το επεξεργασμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια μέρος της οικιακής ιδιωτικότητας γεννά στο κοινό αμφίσημα συναισθήματα. Νοσηρό ενδιαφέρον από τη μια για το τι συμβαίνει στο σπίτι, συμμετοχή από την άλλη στο περίεργο εκείνο αίσθημα λήθαργου που επιβάλλει η απομόνωση.
Ομως την ίδια στιγμή από το παράθυρο έρχονται εικόνες που δεν μένουν διόλου στάσιμες. Αυτές ξεκινούν από στατικές εικόνες μιας μάλλον άσχημης (για τους κατοίκους του κέντρου φοβάμαι τυπικής) γειτονιάς και φτάνουν κλιμακωτά σε εικόνες της βίας που απλώνεται από τη γειτονιά στην πόλη, από εκεί στο κράτος και μετά στον κόσμο όλο…
Εχει μεσολαβήσει στο μεταξύ κάτι στο οποίο πρέπει να δώσουμε προσοχή. Είναι η διαμεσολάβηση της λογοτεχνίας, που παρεμβαίνει σαν λόγος προφητικός ή λόγος αδρανοποίησης απέναντι στα αληθινά προβλήματα που συμβαίνουν έξω από το «σπίτι μας». Ο άνδρας του ζευγαριού διαβάζει στη σύντροφό του αποσπάσματα από ένα εσχατολογικό διήγημα, το οποίο φέρνει βέβαια στον νου το «Πεθαίνω σα χώρα» του Δημητριάδη. Πολύ σύντομα και άλλο τόσο προφητικά οι λέξεις θα μετατραπούν σε εικόνες και συμβάντα. Αμέσως το σπίτι θα αρχίσει να δονείται και μετά να καταρρέει. Σε ένα αληθινό coup de théâtre από τα παλιά, σε μια επίδειξη δεξιοτεχνίας, ο Καραντζάς θα δείξει το σπίτι να διαλύεται, να κατεδαφίζεται, να αφανίζεται. Τα σύνορα του έξω και του μέσα κόσμου έχουν παραβιαστεί. Οπως και τα όρια του μέσα και έξω εαυτού: ίσως στην πλέον λογοτεχνική στιγμή του έργου του ο Καραντζάς θα χαρίσει στο γυναικείο πρόσωπο έναν εξαιρετικής πυκνότητας μονόλογο, με το ύφος του Μπέκετ και τα βήματα της Αναγνωστάκη. Ο εαυτός κρίνεται κι αυτός αδυσώπητα και εγκαταλείπεται σαν το τελευταίο οχυρό πριν από την οριστική έφοδο του Τέλους.
Κι έτσι, σε λιγότερο από μία ώρα ο Καραντζάς θα διαβεί όλη την γκάμα του θεάτρου, από την αρχική σιωπή μέχρι τον πάταγο και την έκρηξη του φινάλε. Στον ίδιο χρόνο θα κινήσει τα πρόσωπά του από το μηδέν ώς το «μυθιστορηματικό» τους φινάλε. Οι ηθοποιοί, Φιντέλ Ταλαμπούκας και Αλεξία Καλτσίκη, θα ανεβούν κι αυτοί την ίδια κλίμακα, για να κάνουν τα ανθρώπινα να μοιάζουν ξενικά, και τα ξενικά να θυμίζουν τα ανθρώπινα. Με απόλυτη ακρίβεια λόγου και κίνησης (κυριολεκτικά αφού κινδυνεύει η σωματική τους ακεραιότητα με τα σκηνικά της Κλειώς Μπομπότη να διαλύονται δίπλα τους) θα λειτουργήσουν και οι δύο σαν απόλυτα όργανα θεάτρου. Τελικά, θα γίνουν και οι ίδιοι το «σπίτι» όπου κατοικούν.
Στο τέλος απομένει σαν δικό μας δίδαγμα η εκδίκηση ενός «έξω κόσμου», για τον οποίο επιδιώξαμε να παραμείνει όχι μόνο εκτός της προσοχής, αλλά και της ζωής μας. Απομένει μαζί και η αίσθηση της απειλής (επιτονισμένης μάλιστα από τη μουσική του Γιώργου Ραμαντάνη) για ό,τι κοιτάμε από το παράθυρό μας χωρίς στα αλήθεια να το βλέπουμε. Σπίτι μας είναι ο κόσμος μας, ο μέσα και ο έξω.
