Την ίδια στιγμή που το ενδιαφέρον των περισσότερων έχει ήδη στραφεί στις καλοκαιρινές προτάσεις του Φεστιβάλ, ένας σημαντικός αριθμός παραγωγών συνεχίζει να απασχολεί τις χειμερινές σκηνές μας. Το Εθνικό έχει καταφέρει βέβαια με τις τελευταίες προτάσεις του να τραβήξει το μεγάλο ενδιαφέρον, θετικά και αρνητικά, ωστόσο όπως φαίνεται ο Μάιος είναι ο πλέον ενδεικτικός μήνας της γενικότερης άνοιξης του ελληνικού θεάτρου. Οι παραστάσεις ελληνικού έργου που ανεβαίνουν είναι πολλές και ανάμεσά τους κρύβονται μερικά διαμαντάκια ιθαγενούς γραφής, από νέους και νέες συγγραφείς.
Το πιο σημαντικό είναι ίσως πως ύστερα από αρκετά χρόνια που το ελληνικό θέατρο είχε απομακρυνθεί από την πηγαία θεατρική γραφή, στρεφόμενο είτε στη σύνθεση είτε στη διασκευή είτε στη μεταφορά του ευρύτερου λογοτεχνικού λόγου, ιδού τώρα που το πρόσωπο του συγγραφέα επανακάμπτει ξανά, μετά τη βραχύβια αμφισβήτησή του, για να θυμίσει τη διαχρονική του προσφορά: τη διύλιση του κοινού βίου -καθημερινού αλλά και ποιητικού- μέσα από τα μάτια και τη φωνή ενός στοχαστικού κι ευαίσθητου νου. Το πρόσωπο του συγγραφέα είναι αυτό που δίνει στο θέατρο τη μοναδική ικανότητά του να ανάγει το ατομικό σε συλλογικό και, αντιστρόφως, να μεταφράζει το κοινό σε προσωπικό.
Σε αυτό το πλαίσιο χαιρετίζουμε την εμφάνιση της Ελσας Ανδριανού ως δημιουργού ενός πρωτογενούς θεατρικού λόγου, αν και η ίδια έχει εδώ και χρόνια υπηρετήσει το θέατρο από τη θέση της δραματολόγου, διασκευαστή και δραματουργού. Η ίδια έχει συνεργαστεί με κεντρικούς σκηνοθέτες και παραγωγούς και έχει κατά μεγάλο μέρος συντελέσει σε ό,τι ονομάζουμε σύγχρονη γλώσσα του θεάτρου μας, κινούμενη συχνά σε ένα μεγάλο φάσμα δραματουργών. Δεν παραλείπω να αναφέρω ότι υπήρξε ακόμη και μια από τις πλέον έγκριτες φωνές της κριτικής μας, αναλαμβάνοντας επί σειρά ετών την αντίστοιχη στήλη σε σημαντικά περιοδικά και εφημερίδες.
Γνωρίζει επομένως το θέατρο καλά, την ιστορία και παρακαταθήκη του. Και η πρώτη αίσθηση που έχει κανείς βλέποντας στο Υπόγειο του Κουν την πρώτη της αυτή κατάθεση, είναι η αίσθηση ενός δημιουργικού παλίμψηστου. Από τον Στρίντμπεργκ μέχρι τον Πιραντέλο και τον Πίντερ και από τον Ξενόπουλο μέχρι τον Καμπανέλλη και την Αναγνωστάκη, η Ανδριανού γράφει όχι συνθέτοντας ή μεταποιώντας φωνές άλλων, αλλά σκαρφαλώνοντας πάνω τους μέχρι να φτάσει το ύψος της δικής της, πρωτότυπης, φωνής.
Το έργο της με τον περίεργο τίτλο «154 Bertha» είναι ένα κατ’ αρχήν τυπικό οικογενειακό δράμα. Με την τυπική αστική οικογένεια στο κέντρο, με τον ανήσυχο πατέρα, τη νευρική -ή νευρωτική- μάνα, την αναμενόμενη γεροντοκόρη θεία και τη μία κόρη… Αυτοί συνθέτουν το πλανητικό σύστημα της αγίας ελληνικής οικογένειας που σαν σύστημα παραγωγής ήθους διατρέχει το σύνολο σχεδόν της αστικής θεατρικής μας παράδοσης.
Η διαφορά τώρα είναι πως σε αυτό το κλειστό και ισορροπημένο σύστημα, η «κόρη» δεν είναι παρά ένας κομήτης, μια εκτός τροχιάς και προβλέψεων ύπαρξη που έρχεται από το «εξωτερικό» και ταξιδεύει στο απώτερο σύμπαν. Την ώρα που η οικογένεια θέλει να την κρατήσει εντός «τροχιάς», σε μια προβλέψιμη και βολική για την ίδια πορεία, η ίδια λειτουργεί ανεξέλεγκτα, αδόκητα, απρόβλεπτα. Από μια άποψη ένα αστρικό σώμα «154 Bertha», που η ίδια με πάθος μελετά -και δίνει στο έργο τον τίτλο του-, περιγράφει τελικά την ίδια. Είναι κι αυτή ένα σώμα αταύτιστο και περιπλανώμενο, χωρίς δυνατότητα εντοπισμού του με τις δικές μας συντεταγμένες.
Η «154 Bertha» είναι λοιπόν η κόρη αλλά και ώς έναν βαθμό και το προσωπείο με το οποίο αυτή επιλέγει να παρουσιάζεται στον ψηφιακό κόσμο της καταφυγής της. Εκεί συναντά έναν άλλο «κομήτη», μυημένο εξίσου στην αστροφυσική, όμως με αστερόσκονη πάνω του. Ο ψηφιακός και αστρικός φίλος θα εμφανιστεί καταμεσής ενός οικογενειακού δείπνου, στον ρόλο καταλύτη αλλά και από μηχανής θεού, γνωρίζοντας ήδη τα πάντα για όλους. Γιατί το ποιητικό πρόσωπό του δεν είναι όπως όλα τα άλλα: Βρίσκεται στο μεταξύ του ενός κόσμου και του άλλου, στο ενδιάμεσο πλατείας και σκηνής, σαν δισυπόστατο και διφυές πλάσμα. Είναι η συνεισφορά του Πιραντέλο στο κατά τα άλλα βαρύ κλίμα της σύγκρουσης των φύλων του Στρίντμπεργκ, στον κόσμο της διαρκούς απειλής του Πίντερ, στο τοξικό περιβάλλον της Κέιν.
Ομως η επιτυχία του έργου της Ανδριανού δεν τίθεται με τους όρους μόνο της δραματολογικής διακειμενικότητας. Αν μη τι άλλο ο λόγος του εντυπωσιασμού μας είναι άλλος. Στο πώς όλα αυτά συγκεράζονται στην ίδια σκηνική πράξη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί την ίδια στιγμή ποιητικός ρεαλισμός, εξπρεσιονιστικό δράμα, αν όχι και σύγχρονη ηθογραφία! Στον λόγο των προσώπων και στο ήθος τους περιγράφεται μια απολύτως σημερινή, πυκνή και διαυγής δήλωση. Είναι το χάσμα των γενεών που έχει αποκτήσει πια αστρικό μέγεθος, είναι η έλλειψη της επικοινωνίας αλλά και των λέξεων που θα μπορούσαν να καλύψουν το κενό της. Είναι η απομυθοποίηση της παλιάς γενιάς με τρόπο που η ίδια δεν το περίμενε. Και η αντικατάστασή της με μια νέα που εκφράζει την «οργή» σε μια άνευ προηγουμένου ειρωνική αποδόμηση του κόσμου γύρω της.

Αν η αστροφυσική δίνει στο έργο τη βάση της μεταφοράς του, το κοσμοείδωλο του θεάτρου δίνει τη διέξοδο που αναζητεί. Στο τέλος της παράστασης του Υπογείου τα πρόσωπα των νέων εξέρχονται της σκηνής για να μεταφερθούν στον κόσμο της πλατείας. Εκεί θα βρουν τη μοναδική ευκαιρία να «δουν» τη ζωή και τους άλλους γύρω τους μέσα από την παρηγορητική και λυτρωτικά απελευθερωτική μεταφορά του θεάτρου.
Ας σταθούμε σε δύο όψεις της παράστασης του Θοδωρή Αμπαζή. Η πρώτη περιλαμβάνει την εκ μέρους του μουσική επένδυση του δράματος με λεπτές υπομνήσεις της καθημερινής ζωής, αλλά και με την ηχώ μιας μακρινής μελωδίας που θα μπορούσε να συγκροτήσει κάποτε τη χαμένη αρμονία. Η μουσική εδώ διατρέχει τον λόγο, τον εμπλουτίζει και δραματουργεί δίπλα του. Το δεύτερο -εξίσου σημαντικό- στοιχείο της σκηνοθεσίας βρίσκεται στην καθοδήγηση των ηθοποιών της ομάδας και στην ερμηνεία τους.
Ο Νέστορας Κοψιδάς αναλαμβάνει τον ρόλο του πατέρα, ενός ιδεολόγου της Μεταπολίτευσης που κατάφερε (εκ μέρους πολλών) να συνδυάσει στο ίδιο πρόσωπο τη χαμένη επανάσταση με τις εξεζητημένες απαιτήσεις του καλοβαλμένου αστού. Η Αμαλία Τσεκούρα παρουσιάζει το πρόσωπο μιας σύγχρονης μητέρας, διασπασμένης και ανολοκλήρωτης, νευρωτικής όσο και απόλυτα κατανοητής. Η Λένα Μποζάκη σαν κόρη-κομήτης κουβαλά το βλέμμα της σύγχρονης νεότητας, στην υπεροψία και στο κυνικό βλέμμα, στην ειρωνεία με την οποία αποδομεί όλους γύρω της και στην απόγνωση με την οποία τους αναζητάει. Η Δανάη Σαριδάκη δίνει με τη θεία τον συμπληρωματικό ρόλο μιας ζωής που ξοδεύτηκε στο περιθώριο των άλλων. Και ο Γιώργος Ζυγούρης ενσαρκώνει στο ποιητικό πρόσωπο του νέου του το μαγικό εκείνο στοιχείο που χαρίζει στο έργο την έξοδο προς την υπέρβαση και την ποίηση.
Αφησα όμως για τελευταίο το μεγάλο κέρδος μας. Είναι το ίδιο πάντα στο ελληνικό θεατρικό έργο. Η δυνατότητά μας να αναγνωρίσουμε εκεί τον εαυτό μας όχι μόνο πάνω στη σκηνή αλλά και έξω από αυτήν, στην αγορά και την πλατεία.
