ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τα πλέον αξιοσημείωτα φαινόμενα της χρονιάς είναι βέβαια και η μεταφορά εμβληματικών έργων από το θέατρο ή τον κινηματογράφο στο είδος του μιούζικαλ. Πρόσφατα μόλις είδαμε την «Αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη στο Παλλάς και λίαν προσεχώς ακολουθεί η Στέγη με το «Σπιρτόκουτο».

Αυτή η πολύ ξεχωριστή προσέγγιση έχει ασφαλώς τη σημασία της: Δηλώνει ότι υπάρχει στο ελληνικό θέατρο διάθεση να «μεταλλαχθεί» το αρχικό γονίδιο έργων σύμφυτων με τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα ώστε να παραχθεί ένα νέο δια-ειδολογικό αποτέλεσμα, πιθανώς νόμιμο, πάντως καταρχήν τολμηρό και αμφιλεγόμενο.

Η πρόκληση βέβαια δεν είναι να κάνεις μιούζικαλ όσο να ανεβάσεις σαν μιούζικαλ έργα που ελάχιστη έως ουδεμία σχέση έχουν με το μουσικό θέατρο. Και εφόσον τα έργα αυτά αποτελούν φορείς μιας ατμόσφαιρας χαρακτηριστικής για την εποχή τους, το ερώτημα είναι αν η ατμόσφαιρα που θα επιτευχθεί με τη μουσική μεταφορά θα είναι ίδια ή παρόμοια με την αρχική, μια νοσταλγική ή εκσυγχρονισμένη εκδοχή της.

Προφανώς όσοι σκέφτηκαν να ανεβάσουν την «Αυλή των θαυμάτων» ξεκίνησαν από τον θαυμασμό για το έργο του «πατριάρχη της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας», τον οποίο άλλωστε τιμάμε φέτος στο θέατρό μας. Και δεν έχουν άδικο.

Με την «Αυλή» του ο Καμπανέλλης έφερε το ελληνικό θέατρο στις γειτονιές του κόσμου, με ένα δράμα που άκουγε τα προβλήματα του μεταπολεμικού ανθρώπου, έμπαινε στον χώρο των απόβλητων της ανάπτυξης, έβλεπε με τα μάτια του όσα η φούρια της προόδου παράβλεπε ή έβαζε κάτω από το χαλί του μικροαστικού ονείρου.

Αυτά όλα εκτιμούμε στην «Αυλή των θαυμάτων». Μόνο που η εκτίμησή μας για το ίδιο το έργο σπάνια βρίσκει την ανάλογη επιβεβαίωση στη σκηνή. Οσο κι αν αναγνωρίζουμε τις αρετές μιας δραματουργίας που θέλει να είναι ελληνική όσο και παγκόσμια, επίκαιρη μα και διαχρονική, τα ανεβάσματα της «Αυλής» έχουν να αντιμετωπίσουν πάντα ένα αδυσώπητο δίλημμα.

Είτε να επιμείνουν στον χώρο της «Αυλής» και στην ηθογραφία των προσώπων της, διατρέχοντας έτσι τον κίνδυνο να παγιδευτούν σε μια σκληρή αλλά και μακρινή εικόνα μιας άλλης εποχής, είτε να δοκιμάσουν να μεταφέρουν την «Αυλή» στο σήμερα, διασώζοντας όμως μόνο ένα μέρος από την ουσία του κοινωνικού δράματος και την ευαισθησία του. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως υπάρχει κάτι στην «Αυλή» που ακόμη δονεί. Το πρόβλημα είναι πως η όποια μεταφορά της δεν μπορεί να θεωρεί αυτό το «κάτι» δεδομένο – οφείλει κιόλας να το αναδείξει σκηνικά.

Μπορεί να το κάνει αυτό ένα μιούζικαλ;… Η αλήθεια είναι πως δεν μπορεί παρά να εγείρει για πολλούς αμφιβολίες, ειδικά όταν το είδος στην Ελλάδα έχει συνδεθεί κυρίως με τη λαϊκή διασκέδαση, τη μεγάλη παραγωγή, με την επιφανειακή, μαζική ψυχαγωγία που παίρνει σαν βάση το ιλουστρασιόν, το στρας και το ημίγυμνο… Κι όμως, από τη συνάντηση στο Παλλάς θα μπορούσαν να ωφεληθούν και τα δύο μέρη. Γιατί ουσιαστικά δεν ανεβάζει μόνο το μιούζικαλ την «Αυλή» – είναι και η «Αυλή» που δίνει στο ελληνικό μιούζικαλ μια νέα ευκαιρία ποιοτικής αναβάθμισης.

Και δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά το διακύβευμα. Περιλαμβάνει ακόμη τη μεταβίβαση της ταπεινής «Αυλής» στα θεατρικά σαλόνια της μεγάλης, εμπορικά και καλλιτεχνικά παραγωγής, καθώς και την εξέλιξη από την πρώτη -την πειστική- εμφάνισή της, με τη σκευή του Θεάτρου Τέχνης, στο ύφος σημερινών ηθοποιών, που καλούνται μάλιστα να κουβαλήσουν την τζαζ μουσική του Στέφανου Κορκολή. Κι αυτά έχοντας για σκηνοθέτη έναν καλλιτέχνη της νέας γενιάς, τον Χρήστο Σουγάρη, που ασφαλώς κάτω από άλλες συνθήκες θα επιχειρούσε να ανεβάσει την «Αυλή» με τους πολύ προσωπικούς, ιδιοσυγκρασιακούς κώδικες της δικής του γενιάς.

Το εγχείρημα λοιπόν έχει ενδιαφέρον, είναι όμως περίπλοκο. Το αποτέλεσμα είναι να ανεβεί στο Παλλάς όχι ακριβώς μια «Αυλή», αλλά η μάλλον θολή μεταφορά της, που κι αν μένει πιστή στο γράμμα, παραβιάζει συχνά το πνεύμα του έργου του Καμπανέλλη.

Ας πούμε, κι αν αναφέρεται σαν «Αυλή», αυτό που σκηνογραφικά παρουσιάζεται στο Παλλάς παραπέμπει μάλλον σε μια άλλη, σύγχρονη συγκατοίκηση, πολύ κοντά σε εκείνον τον Ακάλυπτο από την «Κυριακή των παπουτσιών» του Λαζόπουλου.

Η εποχή πάλι -μια σημαία του ΠΑΣΟΚ το φανερώνει- είναι Μεταπολίτευση, όμως μια τέτοια μεταφορά απιστεί σε πολλά άλλα στοιχεία του έργου – και για να αναφέρουμε μόνο το κυριότερο, παρακάμπτει το φαινόμενο της ανοικοδόμησης, που στο πρωτότυπο οδηγεί στην έξωση των κατοίκων της «Αυλής» του Βύρωνα της δεκαετίας του ‘50, στη διασκευή όμως του Παλλάς παραβλέπεται εντέχνως, ακριβώς γιατί δεν θα μπορούσε να έχει ισχυρές αναλογίες στο σήμερα.

Το κρισιμότερο όμως σχόλιο είναι ότι τα πρόσωπα της πρώτης «Αυλής» είχαν ιστορικές «ρίζες». Οχι μόνο ο πρόσφυγας Ιορδάνης και η οικογένειά του αλλά και οι υπόλοιποι του ίδιου χώρου αποκαλύπτουν στη σκηνή του ‘50 τον τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας «αφανών» που περισσεύουν και συνήθως παραλείπονται από την εθνική ιστορία.

Εδώ όμως μια τέτοια αναφορά ούτε είναι δυνατή, ούτε άλλωστε και επιχειρείται. Κι έτσι, ό,τι στον Καμπανέλλη είναι σημάδι της «μοίρας της φυλής» -ο διαρκής ξεριζωμός, τα ξοδεμένα νιάτα, ο αποπροσανατολισμός της ζωτικής δύναμης, η ανασφάλεια αλλά και η επιπολαιότητα της ιθαγένειάς μας- εδώ διαλύεται στη μικροαστική ασυναρτησία των χρόνων μας.

Πρόκειται επομένως χωρίς αμφιβολία για ισχυρή παρέμβαση στο πνεύμα του αρχικού έργου. Ας είναι… Η παραγωγή με τον τίτλο «Η αυλή των θαυμάτων» που ανεβαίνει στο Παλλάς, βασισμένη στο έργο του Καμπανέλλη και -κυρίως- με τη μουσική του Στέφανου Κορκολή, θα μπορούσε κι έτσι ακόμα να αξίζει την προσοχή μας αν τουλάχιστον πληρούσε τους όρους του μιούζικαλ.

Εδώ η όμορφη μουσική του Κορκολή και η συνεργασία γύρω από αυτήν ενός κύκλου αξιόλογων συνεργατών, η αφειδώλευτη εργασία της παραγωγής και η εμφάνιση ενός λαμπρού επιτελείου ηθοποιών θα μπορούσαν να οδηγούν στην επιτυχία.

Δυστυχώς όμως ακόμα κι αν πρόκειται για μιούζικαλ που ζητάει να αναβαθμιστεί εσωτερικά με το έργο του Καμπανέλλη, δεν μοιάζει ικανό να προχωρήσει το ελληνικό είδος «εξωτερικά». Κι αυτό γιατί απουσιάζει η κατάρτιση των ηθοποιών στην άκρως απαιτητική αυτή τέχνη.

Με μόνη λαμπρή εξαίρεση αυτή της Κατερίνας Παπουτσάκη, που φωνητικά και κινησιολογικά δείχνει το πού θα έπρεπε να είναι ο πήχης, η απόδοση των υπολοίπων είναι μονάχα αυτό που λέμε «επαρκής», μακριά πολύ από τα υψηλά στάνταρ του είδους.

Η μόνη ερμηνευτική προσφορά που διέκρινα ήταν της Ρούλας Πατεράκη, που διαγράφει μια αξιοσημείωτη Αννετώ, όσο και του Μάνου Βακούση, που παρουσιάζει έναν Ιορδάνη αδρό και σκληρό, μακριά από τη γλυκερή πατίνα του ρόλου του. Οι υπόλοιποι -με πρώτο τον Γιώργο Γάλλο που αποδίδει έναν πολύ επιδερμικό Στέλιο- φαντάζομαι πως δύσκολα θα θυμούνται την ερμηνεία τους μετά από λίγο καιρό.

Το ότι για λόγους παραγωγής προστέθηκαν στη διανομή κι άλλοι ρόλοι για μπούγιο προκαλεί ασφαλώς από μόνο του έκπληξη – θα κάναμε ποτέ το ίδιο, ας πούμε, με τον Τσέχοφ; Η σκηνοθετική δεξιότητα του Χρήστου Σουγάρη οδηγεί τη σκηνή σε σίγουρα μονοπάτια – προσωπικά όμως, οι εξπρεσιονιστικές προσθήκες του στο τέλος, όπως αυτή η μακρά σιωπή των προσώπων ή η μεταξύ τους μεταφορά μιας ερώτησης σε πολλαπλά αντίγραφα στο φινάλε, αντιβαίνουν στην ατμόσφαιρα που έχει χτιστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Ετσι κι αλλιώς, επαναλαμβάνω, η ερμηνευτική προσέγγιση που θα επιζητούσε το αρχικό δράμα έχει προγραμματικά αντικατασταθεί με τους όρους του μιούζικαλ. Αν βλέπαμε έστω ένα άριστο μιούζικαλ, χαλάλι. Ομως φοβάμαι πως μόνο την ελληνική εκδοχή του είδαμε στο Παλλάς, με κίνδυνο τα πράγματα, αντί να γίνουν λαμπερά, να μοιάζουν τελικά μικρομέγαλα και ασύμβατα.

Η παλιά φτώχεια γίνεται στραφταλιστό θέαμα και μια ταπεινή «Αυλή» του Καμπανέλλη φωτίζεται με τα λαμπερά φώτα του μεγάλου θεάτρου. Μόνο κέρδος μας, τα ωραία τραγούδια του Κορκολή και οι στίχοι του Γεράσιμου Ευαγγελάτου.