Παραδέχομαι πως πολύ καθυστερημένα, μόλις λίγο πριν από το τέλος των παραστάσεων, πρόλαβα να δω κι εγώ τα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου στον Πειραιά – ακόμα κι αν βούιζε το σινάφι πως είχαμε μια εξαιρετική παράσταση από τον Γιώργο Παλούμπη και το επιτελείο των ηθοποιών του.
Ο λόγος είναι απλός: δυσκολεύομαι να πειστώ ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί να ανεβεί στο θέατρο με τρόπο που να δίνει κάτι περισσότερο στον θεατή από την αδρή περιγραφή της «υπόθεσής» του.
Συνήθως η θεατρική μεταφορά δεν παρουσιάζει το έργο, το «υπενθυμίζει» απέναντι στους ήδη αναγνώστες του ή σε όσους τέλος πάντων θέλγονται από το κύρος του τόσο ώστε να βρίσκουν επαρκές το να το βλέπουν κομμένο και ραμμένο για τα μέτρα της σκηνής.
Και σπάνια οι αμφιβολίες μου έχουν διαψευστεί -μόνο σε περιπτώσεις όπου το θέατρο αντί να τρέχει πίσω από το μυθιστόρημα, ως συνήθως, επέλεξε να ακολουθήσει ένα δικό του δρόμο, με διασκευές στις οποίες η λογοτεχνία μπορούσε να αναπτυχθεί σε βάθος και να αποδώσει την ανθρώπινη διάσταση των διαδραματιζομένων στις σελίδες ενός βιβλίου.
Αν στα παραπάνω προσθέσετε και την επετειακή πατίνα που έφερε εξαρχής η συγκεκριμένη μεταφορά του Δημοτικού (το θέατρο ως γνωστόν έχει γενικά αλλεργία στις επετείους) κατανοείτε καλύτερα τους λόγους της αβελτηρίας μου.
Τους αναφέρω τώρα κυρίως απολογητικά. Γιατί η διάψευσή μου υπήρξε πλήρης, από άκρη σ’ άκρη, μπροστά σε μια παράσταση που και θεατρική, -θεατρικότατη-, ήταν και πιστή στο πνεύμα και τον λόγο του εμβληματικού βιβλίου της Σωτηρίου (η άριστη θεατρική προσαρμογή ανήκει στον σκηνοθέτη και τον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο), σεβαστική στο γράμμα του, μοντέρνα στην όψη της σκηνής που υπεράσπιζε ανεβάζοντάς το…
Τα «Ματωμένα χώματα» στο Δημοτικό υπήρξαν τελικά διδακτικά προς όλους -αρχινώντας από εμένα. Πέρα από την υπεράσπιση του θεάτρου, κατάφερε να μας συγκινήσει βαθιά με μια ιστορία που ξεκινούσε και τελείωνε όχι στα γεγονότα ή στις περιγραφές τους, αλλά σε ό,τι καταξιώνει το θεατρικό μέσο: τον Ανθρωπο.
Αυτόν τον Ανθρωπο, τον έναν και αδιαίρετο στις δυο πλευρές της θάλασσας και της Ιστορίας, που ματώνει χωρίς να καλογνωρίζει το γιατί, χωρίζοντας με το αίμα του τα χώματα της μίας γης, τον άνθρωπο αυτόν με το όνομα του Μανώλη Αξιώτη -πρόσφυγα εξ Ανατολών- είδαμε στο Δημοτικό να κουβαλά το πρόσωπο πολλών μαζί του, αναζητώντας εκείνον τον ένα που θα ξελαφρώσει το βάρος του.
Το θέατρο που είδαμε απέδειξε πως είναι πολλές φορές η μνήμη το μεγαλύτερο ανθρώπινο φορτίο, μεγαλύτερο ακόμα και από την ενοχή. Γι’ αυτό ο Αξιώτης -και μέσω αυτού ασφαλώς η ίδια η Σωτηρίου- μιλάει ζητώντας να βγάλει από πάνω του (και από πάνω μας) το φορτίο της μνήμης αλλά και της ενοχής.
Ομως είναι άτοπο να μιλάμε για το βιβλίο, το απόλυτα καταξιωμένο στη συνείδησή μας, όταν έχουμε όπως είπαμε μια θεατρική επιτυχία πρώτου μεγέθους. Νομίζω πως ο Γιώργος Παλούμπης μπορεί πλέον έπειτα από αυτή την παράσταση να θεωρείται ώριμος σκηνοθέτης -κι αυτό γιατί φανέρωσε μπροστά μας ότι κατέχει πλήρως την τεχνική τού να κινεί τη σκηνή του με τρόπο που να βγάζει όχι μόνο νόημα αλλά και μαγεία.
Το έκανε αυτό πάνω σε μια ευφυή κλιμάκωση από τον έναν -τον αρχικό αφηγητή, που τον ερμήνευσε ο Νικήτας Τσακίρογλου, δίνοντας με τη φωνή του κύρος και τραγικότητα- προς τους πολλούς. Εξάρχων ενός Χορού που θα κινηθεί σαν το κύμα από τη μια άκρη στην άλλη, σε ένα καράβι που βαδίζει προς το ναυάγιό του, είναι ο ίδιος ο Αξιώτης, παρουσιασμένος από τον Μιχάλη Σαράντη, με όλο το νεύρο του ανθρώπου που θέλει πρώτα να ζήσει και μετά να φτιάξει γύρω από τη ζωή του ένα σταθερό νόημα.
Την πορεία αυτού του ανθρώπου, μια πορεία βασάνου και αυτογνωσίας, μας παρουσιάζει η παράσταση, καθώς η ίδια τρέχει σαν το νερό, θεαματική όσο και λιτή στα σκηνικά της, φαντασμαγορική αν και ουσιαστική στην όψη της.
Μα πώς το καταφέρνει αυτό;… Ο σκηνοθέτης έφερε στο Δημοτικό τη δύναμη της σκηνικής αφήγησης κουβαλώντας όλα τα μέσα του μετα-μπρεχτικού θεάτρου: την κύρια δύναμη εδώ την έχει η σύμβαση που συνάπτει με τον θεατή της, ζητώντας από τον τελευταία να αγκαλιάσει την παράσταση με τη συγκίνησή του και μετά να κάνει αυτή τη συγκίνηση σκάλα με την οποία η φαντασία του θα ανεβεί ψηλότερα… Και είναι η σιωπηρή αυτή συνεργασία των δυο πλευρών της σκηνής που μας κάνει να νιώθουμε την ιστορία σαν αληθινά δική μας, μέρος της δικής μας δημιουργικής ικανότητας, σε ένα θέατρο που ανέβασε όλους -κι εμάς ακόμη- στη σκηνή.
Και αυτό οδηγεί τελικά στο να νιώσουμε τη μαρτυρία της Σωτηρίου σαν μέρος της δικής μας παρουσίας. Η μεγάλη επιτυχία του Δημοτικού δεν είναι πως κατάφερε και αφηγήθηκε τα «Ματωμένα χώματα» με συναρπαστικό τρόπο – είναι πως τα ξύπνησε από τον μακρύ λήθαργο, δείχνοντας το αληθινό και διαχρονικό μήνυμά τους: η παράσταση του Πειραιά έχει να κάνει με Ελληνες, Ανατολίτες και Οθωμανούς, Νεότουρκους…
Είναι όμως ο ένας Ανθρωπος που αλέθεται στα γρανάζια μιας μεγάλης Ιστορίας, την οποία αδυνατεί να αντιληφθεί στην πυρά των γεγονότων, μα οφείλει να κατανοήσει κάποτε, πατώντας ακόμα και πάνω στην τραυματική μνήμη των προγόνων του.
Ετσι, μια σκηνή που στροβιλίστηκε για δυόμιση ώρες χωρίς ανάσα άλλη από την επιβλητική κατά καιρούς παρέμβαση του αφηγητή της, με συνεχή μπρος-πίσω αλλά και με αλλεπάλληλα αριστερά-δεξιά, με τον πρωταγωνιστή της να μεγαλώνει και να αναλαμβάνει το κόστος του αγώνα του, μας έπεισε ότι το θέατρο όχι μόνο μπορεί να μεταφέρει ένα τέτοιο μεγάλο βιβλίο, αλλά κι ότι είναι ίσως το μόνο που μπορεί αληθινά να τιμήσει τη σημασία του. Γιατί το θέατρο είναι αυτό που θα το καταστήσει ζωντανό ανάμεσά μας, ενεργό και παρόν στις δικές μας ανησυχίες.
Με αυτόν τον τρόπο τα «Ματωμένα χώματα» έγιναν αφήγηση για κάτι άλλο, πιο πίσω από την ιστορία τους. Για το τραγικό πρόσωπο ενός ανθρώπου που έχασε μια πατρίδα, αλλά που βρήκε το νήμα της αλήθειας, έστω και με τεράστιο κόστος. Αυτός είναι ο πλούτος της Σωτηρίου, και αυτόν είδαμε στον Πειραιά.
Είναι κρίμα που κατεβαίνει μια τέτοια παράσταση… Μακάρι σύντομα να προκύψουν οι συνθήκες σύντομα να την δουν περισσότεροι, κυρίως οι νέοι, μαζί με εκείνους που ακόμα πιστεύουν ότι το θέατρο έχει απολέσει τη δημόσια, την πολιτική του δύναμη.
Στη διανομή μια λαμπρή ομάδα κινείται, δρα και ζει οργανωμένη από την μπαγκέτα του σκηνοθέτη της, συνθέτοντας ένα ιστορικό σώμα: Θάνος Αλεξίου, Στέλιος Δημόπουλος, Μαρία-Νεφέλη Δούκα, Τζένη Κόλλια, Φώτης Λαζάρου, Δάφνη Λιανάκη, Ευθύμης Ξυπολιτάς, Σταύρος Μοίρας, Παναγιώτα Παπαδημητρίου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Κώστας Φυτίλης και Aντώνης Χρήστου.
Τι έμπνευση να συνοδεύει τη θεατρική αφήγηση μουσική ροκ, σε σύνθεση του Κώστα Νικολόπουλου… Σε αυτή τη συμφωνία οι λυγμοί των προσώπων μεταποιούνται σε ηλεκτρονικά ακούσματα και ο ψυχικός ρυθμός τους επιβάλλει τον παλμό της παράστασης… καθώς μάλιστα αποδίδεται ζωντανά επί σκηνής από τους Αθηνόδωρο Καρκαφίρη και Βαγγέλη Παρασκευαΐδη.
Τα σκηνικά της Νατάσσας Παπαστεργίου είναι τα μισο-ιδωμένα ερείπια ενός χαμένου κόσμου, ενώ οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα βυθίζουν τη σκηνή στο βάθος του ριζικού λόγου της Σωτηρίου.
