Ενας χρόνος συμπληρώνεται αύριο από την ημέρα που, πέντε ώρες μετά την ανάρτηση μιας συνέντευξης σε μια καινούργια, αυτοδιαχειριζόμενη ιστοσελίδα, ο Δημήτρης Λιγνάδης παραιτήθηκε από την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου (ή τον παραίτησαν κι ας μην ξεχνάμε το σίριαλ που οδήγησε σε ακόμα μία, μεταγενέστερη παραίτηση αυτή του Χρήστου Ταραντίλη).
Το πρώτο, ολιγοήμερο ευτυχώς, διάστημα η συνέντευξη χαρακτηρίστηκε βέβαια «ανώνυμη». Και η συγκλονιστική καταγγελία επίσης. Και πάνω σ’ αυτό το δικολαβίστικο επιχείρημα «πάτησαν» η υπουργός Πολιτισμού και ένα μέρος της συστημικής δημοσιογραφίας για να μην αντιμετωπίσουν όσα τρομακτικά εξομολογήθηκε ο Νίκος Σ., όπως άλλες αναλόγως συνταρακτικές καταγγελίες που είχαν ονοματεπώνυμο. Οσοι ακολούθησαν αυτή την οδό, αγνόησαν βέβαια ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο που έφερε ένα τραύμα διαρκείας και που, καθώς αποφάσισε να το εκθέσει δημοσίως μ’ αυτόν τον τρόπο, είχε δικαίωμα στην πιο αυτονόητη αυτοπροστατευτική επιλογή την οποία δικαιούται να κάνει ένα φερόμενο ως- θύμα: να μη βρει πάσης φύσεως «κανίβαλους» έξω από την πόρτα του.
Αγνόησαν επίσης ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος γνώριζε πως τα βάζει μόνος του μ’ ένα πανίσχυρο σύστημα εξουσίας και μπορεί και να φοβάται την πλήρη έκθεσή του, προτού να διασφαλιστεί η παρέμβαση της Δικαιοσύνης. Αγνόησαν επίσης ότι αυτή η συνέντευξη είχε κι ένα ονοματεπώνυμο φαρδύ-πλατύ, αυτό του δημοσιογράφου που αναλάμβανε επωνύμως την ευθύνη όσων δημοσίευε και ότι ασφαλώς δεν θα το έκανε αυτό αν ο συνομιλητής τού ήταν άγνωστος. Αγνόησαν επίσης -για να μη ζητήσουν «συγγνώμη» από εκείνον- ότι ο Νίκος Σ. είναι μάρτυρας στη δίκη που ξεκινάει σε έξι μέρες από τώρα. Μάλλον την πιο συγκλονιστική δίκη στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.
Αλήθεια, τι φαντάστηκαν όλοι όσοι έσπευσαν να δυσφημήσουν τη συνέντευξη; Οτι χτύπησε ένα τηλέφωνο, το σήκωσα και κάποιος «ανώνυμος» μου είπε «γεια σας. Θέλω να καταγγείλω τον βιασμό μου από τον Δ.Λ.»; Ή ότι χτύπησε ένα τηλέφωνο και κάποια σκοτεινή κομματική φράξια μ’ έβαλε να αποκαθηλώσω την τόσο προβεβλημένη επιλογή της κυβέρνησης για το Εθνικό Θέατρο; Η στάση αυτή ήταν εξαιρετικά προσβλητική και προς το δημοσιογραφικό πρόσωπο, το δικό μου πρόσωπο, μια που και η υπογραφή και η ανάληψη της δημοσιογραφικής ευθύνης και η χρόνια θητεία στο ρεπορτάζ αγνοήθηκαν και ουδέποτε μου τηλεφώνησε κάποιος αρμόδιος από το ΥΠΠΟ για να ζητήσει, έστω και off the record, διευκρινίσεις.
Οσο για τους συναδέλφους που «ξιφουλκούσαν» εναντίον μας ή που έσπευσαν να μας κατατάξουν σε δυνάμεις «εκτέλεσης» του Δ.Λ. με μόνο τους επιχείρημα την «ανωνυμία», αλήθεια δεν σκέφτηκαν μια στιγμή πως ο Νίκος Σ., αυτός ο νέος άνθρωπος, μπορεί να έχει οικογένεια στην οποία δεν είχε κοινοποιήσει εκ των προτέρων την πρόθεσή του να μιλήσει, αλλά αισθανόταν ότι σε αυτούς τουλάχιστον έπρεπε να εξασφαλίσει μια μίνιμουμ προστασία; Γιατί δεν σκέφτηκαν το πιο απλό που είναι και η αλήθεια;
Οτι για τη συνέντευξη του Νίκου Σ., μεσολάβησε ο ίδιος ο χώρος του θεάτρου που καιρό υποψιαζόταν, άκουγε ή γνώριζε; Και που, πλέον στο πλαίσιο του ελληνικού MeToo, τον δρόμο του οποίου άνοιξε θαρραλέα η Σοφία Μπεκατώρου και ακολούθησαν γενναία οι κυρίες του θεάτρου, κάποιοι αποφάσισαν πως αν πρόκειται να γίνει «κάθαρση», τότε πρέπει να ειπωθούν όλα ανοιχτά και καθαρά; Διότι αυτό συνέβη. Κι επειδή η χρόνια θητεία μου στο ρεπορτάζ μού έχει μάθει να ξεκαθαρίζω εγκαίρως τα πράγματα, οφείλω να πω ότι οι άνθρωποι του θεάτρου που μου σύστησαν τον Νίκο Σ,. δεν είχαν κίνητρο φυσικά τη μετονομασία της σκηνής του «Ρεξ» σε «Ελένη Παπαδάκη» και βέβαια καθόλου δεν καίγονταν για να αναλάβουν οι ίδιοι την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου. Αλλο πράγμα τούς έκαιγε. Η επίγνωση πως όταν δεν μιλάς γίνεσαι τελικά συνένοχος.
Και ο καθένας μας ανέλαβε ώς εδώ το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί.
Θα παραλείψω ν’ αναφερθώ λεπτομερώς σε όσα φαιδρά αλλά και τρομακτικά συνέβησαν στις 12 μέρες που μεσολάβησαν από τη συνέντευξη έως τη σύλληψη του Λιγνάδη. Θα παραλείψω ν’ αναφέρω ό,τι έλεγε τις πρώτες μέρες σε ραδιοφωνικές της συνεντεύξεις η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη (π.χ. «Ο Δημήτρης Λιγνάδης έχαιρε μιας καλλιτεχνικής αποδοχής και αυτό φάνηκε και από την αντιμετώπιση που είχε όταν διορίστηκε στο Εθνικό Θέατρο. Από εκεί και πέρα, αυτές τις μέρες ζούμε σε μια τοξική και ζοφερή κατάσταση», 8/2, «Κοινωνία Ωρα MEGA», στην εκπομπή του Ιορδάνη Χασαπόπουλου). Θα παραλείψω ν’ αναφέρω ότι επί 12 μέρες ζήσαμε με τον Νίκο Σ. σ’ ένα ιδιόμορφο καθεστώς φόβου και δύσκολης επικοινωνίας.
Θα πω απλώς ότι στις 19 Φεβρουαρίου, όταν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στην περιβόητη συνέντευξη Τύπου μίλησε για έναν «επικίνδυνο άνθρωπο» που «εξαπάτησε» και την ίδια και τον πρωθυπουργό γιατί είναι «ηθοποιός» και «υποκρίνεται», ο Νίκος Σ. είδε την ηθική του δικαίωση τουλάχιστον. Την ίδια που είδε όταν στις 25 Φεβρουαρίου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, κατά τη συζήτηση των πολιτικών αρχηγών περί της ποιότητας του δημόσιου λόγου, δήλωσε ότι ο Δ.Λ. παραιτήθηκε από το Εθνικό Θέατρο «στις 13.42 της 6ης Φεβρουαρίου του 2021, πέντε ώρες μετά τη συνέντευξη του Νίκου Σ.».
Αλλά τώρα, έξι μέρες πριν από την έναρξη της δίκης του Δ.Λ., τώρα κι ενώ ο Νίκος Σ. είναι στους μάρτυρες, έτοιμος να αντιμετωπίσει και το victim blaming του συνηγόρου που έδειξε ήδη τις διαθέσεις του στα κανάλια, εγώ στον χώρο του θεάτρου θα ήθελα να απευθυνθώ. Ολο αυτό το διάστημα πολλοί, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, υπαινίχθηκαν σε συνεντεύξεις τους ότι γνώριζαν. Συνεπώς στο δικό τους MeToo, τους αρκεί να τους εκπροσωπήσουν παιδιά που δηλώνουν «θύματα» και έχουν λίγο-πολύ, έπειτα από αυτή την εμπειρία τους, εγκαταλείψει τον χώρο του θεάτρου; Ή παιδιά που δεν ήταν καν στον χώρο τους; Τους αρκεί να εκπροσωπηθούν από «περιφερειακές» περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν το κουράγιο να μιλήσουν ανοιχτά;
Βέβαια μπορεί και να αρκεί στον χώρο του θεάτρου να δίνει συνεντεύξεις με υπαινιγμούς και να μην αναλαμβάνει την ευθύνη αυτού που σημαίνει σε δεύτερη ανάγνωση ο όρος «MeToo»: «αλληλεγγύη γιατί συνέβη και σ’ εμένα».
