ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η συσχέτιση του φετινού ρεπερτορίου του Εθνικού με την εθνική μας επέτειο αφορούσε μεταξύ άλλων το ανέβασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Σολωμού από τον Θάνο Παπακωνσταντίνου – όπως πάντα, σε ζωντανή αναμετάδοση. Κι εδώ ισχύει ασφαλώς ό,τι γράψαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας με αφορμή τη «Βαβυλωνία» του Γιάννη Κακλέα, πάλι από την κρατική σκηνή.

Η ανάθεση του ανεβάσματος σε μια τόσο συμβολικά φορτισμένη στιγμή του εθνικού μας ποιητή και του εθνικού του ποιήματος από έναν καλλιτέχνη της νεότερης γενιάς και μεταδραματικού ύφους φανερώνει, αν μη τι άλλο, εκ μέρους του κρατικού μας θεάτρου περισσή αυτοπεποίθηση.

Είναι γεγονός πως ο Σολωμός τα τελευταία χρόνια έχει δώσει πεδίο έκφρασης σε αρκετούς σκηνοθέτες και ομάδες, πιθανόν λόγω της καταγωγικής σχέσης του με το ζήτημα της ταυτότητας που απασχολεί το νεανικό μας θέατρο, ίσως και λόγω της γενικότερης τάσης του θεάτρου μας για επανοικειοποίηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, της ίδιας που μέχρι πρότινος εθεωρείτο μέρος της επίσημης, ψυχαναγκαστικής ενσωμάτωσής μας στο άρμα της εθνικής ιστορίας.

Καμιά ωστόσο από τις απόπειρες που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια δεν ανήκει στον χώρο, θα λέγαμε, του «συμβατικού» σκηνικού αφηγήματος. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, καθώς η ποίηση του Σολωμού όχι μόνο δεν μπορεί να μεταφερθεί στη σκηνή με τυπικά μέσα, αλλά και κάθε απόπειρα μετάγγισής της στο θέατρο κινδυνεύει να εκπέσει είτε στη ρητορική οδύνη είτε στην οδυνηρή σχηματοποίηση. Κι αν θέλουμε να γενικεύσουμε κάπως, ενώ ο Ρομαντισμός ως ρεύμα και κίνημα έδωσε τόσους καρπούς στην ποίηση, τη μουσική και τα εικαστικά, στο θέατρο αναλόγως τα πορίσματά του ήταν μάλλον φτωχά.

Τόσο φτωχά, ώστε να αναγνωρίσει ως πρότυπό του τον μάλλον λησμονημένο μέχρι εκείνη την στιγμή Σέξπιρ (διόλου ρομαντικός από μόνος του) και να γνωρίσει την επιτυχία μόνο μέσω της «ποπ εκδοχής του», που δεν είναι άλλο από το Μελόδραμα. Ο λόγος είναι απλός. Το θέατρο έχει εκτός των άλλων το χρέος υλοποίησης ενός οράματος με τα τεχνικά μέσα της κάθε εποχής. Και οράματα τόσο μεγάλα ώστε ξεπερνώντας την πραγματικότητα να υψώνονται ώς το ανερμάτιστο αντιφέγγισμα μιας Ιδέας, δύσκολα μετατρέπονται σε θεατρική πράξη.

Ετσι, ακόμα και αν στο θέατρο βρίσκεται μπόλικη ποίηση ώστε να τροφοδοτήσει τον Ρομαντισμό, ο πούρος Ρομαντισμός από μόνος του δεν μπορεί εύκολα να τροφοδοτήσει το θέατρο.

Αντιλαμβανόμαστε επομένως τη δυσκολία. Ειδικά όταν έχεις να ανεβάσεις τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού, μια ποιητική Ιδέα τόσο μεγάλη ώστε τελικά ούτε ολόκληρη η ποίηση του Σολωμού να μην επαρκεί για να τη χωρέσει.

Στην πατρίδα μας η ανολοκλήρωτη σύνθεση έμελλε να συνδεθεί με την ιστορική πυροδότησή της, με την πολιορκία και την Εξοδο του Μεσολογγίου, ακόμα και αν εξ αρχής ήταν φανερό πως πρόθεση και έμπνευση του ποιητή έρχονταν από πολύ μακρύτερα και τραβούσαν σε κάτι μεγαλύτερο – κι ας ήταν φανερό πως ο ίδιος έβλεπε στο χρονικό της Επανάστασης, του ηρωισμού και της θυσίας, σε κλίμακα κάτι άλλο, κάτι φευγαλέο που καθορίζει τη θέση και το πεπρωμένο του ανθρώπου στον κόσμο.

Οπως η ναυμαχία της Σαλαμίνας έδωσε κάποτε τη βάση για έναν βαθύ στοχασμό στον άνθρωπο και τη μοίρα του, έτσι και το Μεσολόγγι οδηγεί τον Σολωμό στην ύπαρξη μιας Ιδέας ανώτερης, υπερβατικής που κινεί καθέναν και καθεμία από τους μοιραίους υπερασπιστές στο «αλωνάκι» απέναντί του.

Μα τι είναι αυτό;… Παίρνει διάφορες μορφές, φορά ποικίλες έννοιες – μα παραμένει πάντα Γυναίκα. Είναι το ένα μόνιμο πρόσωπο στην ποίηση του Σολωμού, η παρούσα και απούσα, μισοϊδωμένη και φευγαλέα γυναίκα-Μούσα. Κι από την άλλη στέκει ο ίδιος ο Ποιητής, το ίδιο κι αυτός παρών και απών στα ποιήματά του, μισοϊδωμένος και φευγαλέος κι αυτός μέσα σε αυτά.

Από αυτόν, τον Ποιητή, ξεκινάει η καταβύθιση του Παπακωνσταντίνου στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Είναι φανερό πως δεν τον νοιάζει η κατοπινή έκδοση της σύνθεσης αλλά η ποιητική διαδικασία που οδήγησε σε αυτήν… Τον νοιάζει το «χειρόγραφο» του Σολωμού (εξ ου και οι «πολιορκισμένοι» που ακούγονται συχνά στην παράσταση) και η μέσα φωνή, το όραμα που τον φώτισε, το σκοτάδι που μοιράστηκε με τους στίχους του.

Γι’ αυτό η παράσταση ξεκινά από το μηδέν της γραφής του ποιητή, στο ατελιέ του και στον χώρο ενός άγραφου Τίποτα. Εκεί βρίσκεται ο Ποιητής -όχι κατ’ ανάγκην ο Σολωμός-, σαν το πνεύμα που αγωνίζεται να εκφραστεί και να αποτυπώσει ό,τι τον κυριεύει (ο Αντώνης Μυριαγκός κρατεί πολύ καλά τον ρόλο: η δημιουργία για τον Ποιητή είναι μια επίγνωση απελπισίας).

Και ιδού. Λέξεις που ξεπηδούν χωρίς να είναι «λέξεις», ήχοι που τρέχουν σαν τα αισθήματα, εικόνες θραυσματικές και πιεστικές, σκέψεις και εικόνες ανάκατα συγκεχυμένα, άναρθρα σχήματα στον σωρό… Οι «Ελεύθεροι» ξεκινούν με την είσοδό μας στο μυαλό του ποιητή.

Συνεχίζουν απεγνωσμένα να ανοίγουν δρόμο μέσα στην Ιστορία. Οι «Πολιορκημένοι» δεν βρίσκονται πια στο Μεσολόγγι, δεν είναι καν «αγωνιστές». Είναι φιγούρες μιας Μνήμης που ξεπερνά τη μνημοσύνη της Εξόδου και εγκυμονούν κάτι μεγαλύτερο, ενταγμένο στον άχρονο και άτοπο χώρο του Ανθρώπου που μάχεται, παλεύει, νικιέται, πέφτει. Και πέφτοντας θριαμβεύει (Κλεοπάτρα Μάρκου, Δανάη Τίκου, Νάνσυ Σιδέρη, Αννα Πατητή, Ελένη Μολέσκη, Κωνσταντίνος Αρνόκουρος, Αυγουστίνος Κούμουλος, Λάμπρος Κωνσταντέας, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος και Μάριος Παναγιώτου)!

Γύρω από τον Ποιητή μάχονται οι άνθρωποι ενάντια σε κάθε παλιό και μελλοντικό Κακό, σε κάθε φόβο κι απειλή, ενάντια στα δεσμά του θανάτου και κόντρα στο φως της θυσίας. Και έτσι, σιγά σιγά η πρώτη αίσθηση μεταβολίζεται σε στίχους, οι πεζές παροτρύνσεις, σημειώσεις και οδηγίες γίνονται μουσική… Δεν είναι στίχοι αλλά ο τρόπος για να κλείσεις στην ίδια φράση το μικρό και το μεγάλο, τον ρυθμό του κόσμου και το νόημα.

Τότε μόνο ανάμεσα στους αφανείς «Πολιορκημένους» -αφανείς όσο οι μάσκες καλύπτουν τα πρόσωπά τους- εμφανίζεται το δεύτερο Πρόσωπο… Είναι η μορφή της αιώνιας Γυναίκας (Λένα Δροσάκη), που έρχεται γεννώντας συγκίνηση, θάμβος και απορία. Μα μοιάζει νεκρή ή λιπόθυμη, πληγωμένη ή νικημένη;… Σε αυτόν, στον Ποιητή, που την ανακάλεσε δεν πέφτει λόγος να απαντήσει. Αποσύρεται, παραδίνοντας το κύημά του στον ιστορικό χρόνο, στον λαό και στο μέλλον.

Και να που τώρα οι «Πολιορκημένοι» αλλάζουν πάλι. Ντύνονται αυτή τη φορά τα ρούχα της νιότης (κοστούμια και σκηνικά της Νίκης Ψυχογιού) και αρχίζουν να τραγουδούν τους «Ελεύθερους» του Ποιητή (στην πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Σκύλλα). Εν χορώ τραγουδούν και με αγώνες μοιράζονται την ώρα της δικής τους ευθύνης. Να μνημονεύουν Σολωμό όπου τους βρίσκει το κακό. Και να μνημονεύουν μετά τους αγώνες ενός λαού που μετέτρεψε το αλωνάκι του στον ενδοξότερο επί γης τόπο.

Με αυτά τα τραγούδια η αιώνια Γυναίκα σαν να ανασαίνει… Κοντοστέκεται για λίγο, δοκιμάζει να ανασηκωθεί…

Θα σηκωθεί ποτέ όρθια;