Μέρες δύσκολες που περνάμε, είπα να ξεκουράσω λίγο την ψυχή μου πηγαίνοντας στο «Σκλαβί» της Πόρτας. Τέτοιες επιστροφές θυμίζουν τη σταθερή παρουσία των καλών πραγμάτων. Και πράγματι, είκοσι χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα, μέσα μου το έργο της Ξένιας Καλογεροπούλου παραμένει όπως το είχα χαρακτηρίσει τότε: ένα από τα σημαντικότερα έργα της θεατρικής λογοτεχνίας μας. Μόνο που σε ό,τι είχα τότε σημειώσει μπορώ πια να συμπληρώσω κι αυτό: πως πέρα από το έργο είναι και η παράστασή του που αξίζει να σημειωθεί σαν μία από τις κορυφαίες στιγμές του ζωντανού θεάτρου μας.
Οπως και τότε καμιά σχέση δεν έχει η αξιολόγησή μου αυτή με τα στενά του «θεάτρου για παιδιά» ή «για εφήβους». Το παραμύθι της Σύμης άλλωστε, από το οποίο η Καλογεροπούλου άντλησε το υλικό της, δεν απευθύνθηκε ποτέ σε «παιδιά». Στην πραγματικότητα το «Σκλαβί» ανήκει στην κατηγορία των «μαγικών παραμυθιών» με το ανοιχτό τέλος και με την άγρια και σκοτεινή αφήγηση, σαν κάθε ιστορία που ζητά να γοητεύσει ακροατές και να γεννήσει μέσα τους απορίες και θαύματα. Κυρίως όταν μιλάει σε τέτοιους άγριους και σκοτεινούς καιρούς σαν τους δικούς μας.
Ομορφη η επιστροφή και χρήσιμη για να δούμε τι στο μεταξύ έχουμε κερδίσει και τι χάσει. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης της, ο Μοσχόπουλος, ασφαλώς δεν θα καταδεχόταν ποτέ να ανεβάσει την παλιά επιτυχία του «σαν επιτυχία».
Ξέρει πως έχει τρέξει νερό στο αυλάκι του θεάτρου μας στο μεταξύ, ότι έχουν μεταβληθεί ο ρυθμός και οι προθέσεις του. Τότε, στην πρώτη παράσταση, κοντά στα 2000, είχα παρατηρήσει, από τη μεριά της πλατείας και της νεότητάς μου, πως αν υπάρχει άξονας στην απόδοση αυτού του έργου, δεν πρέπει να αναζητηθεί στην κατάσταση των χαρακτήρων του «Σκλαβιού» αλλά στο γίγνεσθαι της προσωπικότητάς τους, στην «περιπέτεια της ενηλικίωσής» τους (όπως συμβαίνει στα περισσότερα έργα της Καλογεροπούλου) όπου οι ήρωες μεγαλώνουν και ωριμάζουν, προχωρούν στην κατάκτηση μιας γνώσης, για να επιστρέψουν τελικά στην αφετηρία της διαδρομής τους.
Και νά τι είχα γράψει τότε από τις σελίδες του «Αντί»: «Το λάθος είναι να πούμε επιπόλαια ότι το “Σκλαβί” είναι ακόμα ένα καλό παιδικό έργο και η παράστασή του ακόμα μια καλή παράσταση για «τους μικρούς μας φίλους και για όσους αισθάνονται παιδιά». Η προσφορά της Μικρής Πόρτας είναι πολύ σημαντικότερη.
Κατ’ αρχάς το «Σκλαβί» δεν είναι παιδικό έργο. Είναι έργο για «εφήβους». Προσοχή. Δεν εννοώ εδώ σε ποιες ηλικίες αναφέρεται. Εννοώ την ψυχική και πνευματική ηλικία μετάβασης και μεταβολής η οποία αποτελεί τον πυρήνα του έργου. Το «Σκλαβί» μιλάει για τον Ερωτα και τη Φιλία, για την αναμονή και για το ταξίδι, για τον κόσμο των ανθρώπων και για έναν κόσμο μεταφυσικό, για έναν κόσμο τού λαβείν και για τον κόσμο τού δούναι. Μιλάει, ακόμα, με το στόμα του παλιού παραμυθιού, για τη στέρηση και για την καρτερία.
Εργο γλυκόπικρο, μελαγχολικό όσο και αστείο, με τη χαρά της ζωής που έχουν τα νιάτα για σημαία και με τη θλίψη για τη ζωή που φεύγει, που σέρνουν τα νιάτα πίσω τους.
Η ουσία του όμως δεν είναι σ’ αυτά. Γιατί στον πυρήνα του βρίσκονται όχι οι καθαυτό καταστάσεις, αλλά οι μεταξύ τους αντιφάσεις και συγκρούσεις. Το «Σκλαβί» είναι ένα έργο διαλεκτικής, έργο του «γίγνεσθαι». Ενα ανοιχτό έργο και, γι’ αυτό, ένα εφηβικό έργο. Το σημαντικότερο: Οι ήρωές του έχουν την εφηβεία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, την εφηβεία του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Κι ωστόσο, θα γεράσουν. θα γεράσουν, προσφέροντας.
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μετέτρεψε τον πυρήνα του έργου σε αισθητική φόρμα. Αναρωτιέμαι πόσο καλύτερα θα μπορούσε να ανέβει στη σκηνή αυτό το παραμύθι. Ούτε σε ένα σημείο της η παράσταση δεν εκπίπτει στον διδακτισμό, ούτε μια σκηνική ευκολία ούτε μια μεγάλη παραχώρηση προς «τους μικρούς μας φίλους».
Ο Μοσχόπουλος κατάλαβε το αυτονόητο· ότι σε αυτόν τον μαγικό πυρήνα της εφηβικής μεταμόρφωσης και διαλεκτικής τα παιδιά σήμερα βρίσκονται πιο κοντά από εμάς τους ίδιους. Συνέθεσε μια σχεδόν επική, «στοχαστική» παράσταση· μια παράσταση ανοιχτού διαλόγου πάνω στο νόημα του έργου και στην τελική του θέση, πάνω στις θεατρικές συμβάσεις που ακολουθεί η παράσταση, ακόμα ακόμα και στο αν τελικά όλα αυτά έχουν σήμερα κάποια σοβαρότητα στο να λέγονται! Τα παιδιά δεν πρέπει να πιστέψουν. Πρέπει να πειστούν.
Τι θα άλλαζα σήμερα από τα παραπάνω; Ασφαλώς τίποτα. Θα πρόσθετα ωστόσο κάτι ακόμα, σημαντικό. Την παρουσία δίπλα στον σκηνοθέτη της Σοφίας Πάσχου. Κάτι από τη νέα θεώρηση του έργου φέρει και τη δική της σφραγίδα, όπως την είδαμε στην προπέρσινη παραγωγή της Πόρτας, «Πιάνω παπούτσι πάνω στο πιάνο». Μιλάω για έναν διάλογο μεταξύ δύο γενεών σκηνοθετών στον ίδιο δρόμο της «ομαδικής» -όπως τότε- εργασίας, που τώρα ονομάζεται «χορικότητα», και της «μουσικής» -όπως λεγόταν τότε- απαγγελίας, που σήμερα ακούει στον όρο «μουσικότητα».
Οπως τότε, έτσι και σήμερα έχουμε μια ομάδα ηθοποιών απολύτως πεπεισμένων ότι οφείλουν να επιτελέσουν επί σκηνής ένα θαύμα. Και σήμερα αναζητούμε μαζί τους εκείνο το ένα, το μαγικό αντικείμενο -ας είναι ένας απλός μανδύας- που γίνεται η πύλη της εισόδου στον κόσμο της μεταμόρφωσης. Νά τι πρέπει να ανακαλύψουν τα παιδιά – κι εμείς μαζί τους: πως η ομορφιά και το θαύμα βρίσκονται στο βλέμμα που κοιτάει.
Υπήρχε στην παλιά παράσταση, θυμάμαι, ηλικιακή διαφορά μεταξύ των ηθοποιών της διανομής. Σήμερα, αντίθετα, είναι όλοι νέοι, εκπρόσωποι της ίδιας γενιάς. Παντελής Βασιλόπουλος, Ελένη Βλάχου, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Αυγουστίνος Κούμουλος, Νάνσυ Μπούκλη, Τζωρτζίνα Λιώση, Φοίβος Συμεωνίδης, Δημήτρης Φουρλής.
Τα πάντα δίνονται από αυτούς με πύκνωση και λιτότητα, σώμα, φωνή, χειρονομία, με έμφαση στο σκηνικό επιχείρημα, με την αίσθηση του χειροποίητου και της επιτέλεσης, με τη φόρμα μιας «μονοκοντυλιάς». Σαν όλα να σχηματίζονται μπροστά μας από αυτούς και κάθε τι δικό τους να χύνεται στη φόρμα του επόμενου.
Ας τελειώσω λοιπόν και τώρα, όπως σε εκείνο το παλιό σημείωμά μου: «Τα πάντα φτιάχνονται επί σκηνής. Η σκηνή της Μικρής Πόρτας γίνεται το εργαστήρι ενός παραμυθιού, όχι το δοχείο που το παρουσιάζει. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου είναι η σκευή της συνολικής θέσης του έργου. Ο Νίκος Κυπουργός έγραψε -κατόρθωμα- ελληνική επική μουσική. Και η Λίνα Νικολακοπούλου, παρασυρόμενη και παρασύροντας, έγραψε για τα τραγούδια μερικούς από τους ωραιότερους δεκαπεντασύλλαβους στίχους που έχω προσωπικά ακούσει.
“Να τα κοντολογούμε”, λοιπόν. Η παράσταση της Μικρής Πόρτας είναι έργο εξαιρετικής αισθητικής και υψηλού σεβασμού προς τους θεατές της».
Συμπληρώνω σήμερα: Προς τους θεατές κάθε εποχής.
