Σκέφτηκα να επισκεφτώ τη «Νόρα» του Θόδωρου Τερζόπουλου τέτοιες χρονιάρες μέρες, παρακινούμενος μεταξύ άλλων κι από μια επετειακή διάθεση. Ως γνωστόν, άλλωστε, το έργο του Ιψεν ξεκινά να διαδραματίζεται σαν σήμερα, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, την ώρα ας πούμε που διαβάζονται αυτές οι γραμμές.
Το σημειώνω για να ελαφρύνω κάπως την ατμόσφαιρα γύρω από το «Αττις», που μου φαίνεται πως έχει παραβαρύνει τα τελευταία χρόνια – και του κάνει κακό. Κι όμως, πίσω από τη μαύρη πρόσοψη και την κάπως ελιτίστικη ατμόσφαιρά του, πίσω από όλες τις βαρύγδουπες περιγραφές που έχουν κατά καιρούς στολίσει τη μεγάλη πορεία του, αρκετοί αναγνωρίζουν ακόμα πως πρόκειται για θέατρο ξεχωριστό, αναγκαίο και, επιτέλους, ψυχαγωγικό. Οπως είχε πει κάποτε ένας σπουδαίος Βρετανός κριτικός, θέατρο που θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και «σέξι».
«Νόρα» – Θέατρο Αττις
Ο Τερζόπουλος έχει στο μεταξύ φτάσει στα πέρατα του κόσμου, ξεπερνώντας σε αναφορές τον πλέον παραπεμφθέντα μέχρι πρόσφατα σκηνοθέτη μας, τον Δημήτρη Ροντήρη. Διανύει πλέον την ωριμότητά του, έχει κατακτήσει τα εκφραστικά μέσα του, έχει τελειοποιήσει τη σχέση του με τη σκηνή και το όραμά της, κι όπου κι αν ταξιδέψει συλλέγει εγκωμιαστικές κριτικές. Αν πια κινδυνεύει από κάτι, είναι να αρχίσει να… πλήττει – καθώς συμβαίνει στους καλλιτέχνες του δικού του βεληνεκούς, όταν διανύουν τη φάση της πλατιάς αναγνώρισης και της μέσα, ασίγαστης μοναξιάς.
Η αλήθεια είναι πως το «Αττις» σαν ειδική περίπτωση εύκολα θαυμάζεται στη μοναδικότητά της, δύσκολα όμως «κοινωνείται» κι ακόμα δυσκολότερα γίνεται παράδειγμα. Είναι γεγονός πως δεν λειτουργεί με τον τρόπο των περισσότερων θεάτρων μας, τρόπος που συνοψίζεται επιτυχώς στη φράση: «σαν τι ανεβάζουμε του χρόνου;»…
Προτείνει εμμονική προσήλωση στο εργαλείο, αδιάρρηκτη βασανιστική υπνοβασία στον χώρο, συνεχή τρόμο. Ο Τερζόπουλος και η ομάδα του δεν κρίνονται από μια παράσταση, αλλά συνολικά, σαν Δοκιμασία. Κι αυτό είναι κάτι που δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε και –κυρίως– να μιμηθούμε. Είμαστε αναγκασμένοι να βλέπουμε τα αποσπάσματα της μαρτυρίας, καθώς απουσιάζει από την οπτική μας η Βάσανος.
Η τελευταία κατάθεση του θεάτρου του Τερζόπουλου είναι η «Νόρα» του Ιψεν. Και μόνο η «επιστροφή» του στο θεμελιώδες έργο του ρεαλισμού φανερώνει από μόνη της τη δημιουργική απορία και το συνεχές ερώτημα. Δεν είναι μόνο «ζήτημα τεχνικής» η εφαρμογή της μεθόδου του Τερζόπουλου στον πρώιμο Ρεαλισμό… Μου θυμίζει την αγωνία που έτρωγε κάποτε τον Στανισλάφσκι πώς να απλώσει τη σκέπη του θεάτρου του ώστε να καλύψει –επιτυχώς…– και το ποιητικό δράμα.
Εδώ συμβαίνει ας πούμε το ίδιο, μα αντιστρόφως. Ο Τερζόπουλος έχει μέχρι τώρα αναπτύξει μια δόκιμη μέθοδο θραύσης του κελύφους του ποιητικού κειμένου, για να φανεί από μέσα το ευπαθές και αισθαντικό γλωσσικό «σώμα», με ακάλυπτους τους νευρώνες και ορατές τις συνάψεις των λέξεων. Εχει διατυπώσει μαζί ένα εργαλείο σκηνής που είναι σε θέση να μετατρέπει παράλληλα το σώμα του ηθοποιού σε γεννήτρια σκοτεινού φωτός. Μα μπορεί, άραγε, το εργαλείο αυτό της γλώσσας και του θεάτρου, το τελευταίο παγκόσμιο απόκτημα του Εξπρεσιονισμού, να εφαρμοστεί σε κείμενα σαν τη «Νόρα»… κείμενα αστικού και εν τέλει ηθογραφικού πυρήνα, διατυπωμένα σε άλλο πλαίσιο και με διαφορετική στοχοθεσία;
Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα στην πρόταση του Τερζόπουλου. Το οποίο, όπως συμβαίνει πάντα, δημιουργεί στο τέλος μεγαλύτερες απορίες από τις αρχικές. Η «Νόρα» στο «Αττις» είναι βέβαια η «Νόρα» τού «Αττις». Με τα γνωστά θαυμαστικά, με τα οποία η κριτική ήδη την έχει στολίσει σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο, τη σπάνια γεωμετρία, τη λιτή αλλά πυκνή εκφραστικότητα και βέβαια με τους ηθοποιούς τού «Αττις»: τα όργανα αυτής της Βασάνου, που ανανεώνουν εκ μέρους μας το αίτημα της ολικής ερμηνείας.
Για την ίδια την παράσταση της «Νόρας», λοιπόν, ουδείς λόγος. Ενα ακόμα από τα προβλήματα της κριτικής στο «Αττις» είναι πως περιορίζεται αμήχανα στο νοηματικό μέρος του βιώματος, «ερμηνεύει» για λογαριασμό των αναγνωστών της τις εικόνες των θεατών του «Αττις».
Κι εδώ πάνω-κάτω τα ίδια. «Νοήματα» στην επιλογή της ειρωνικής λοξής απόδοσης της ιταλικής σκηνής από τον σκηνοθέτη∙ στα ασπρόμαυρα πλαίσια-πόρτες, που ανοιγοκλείνουν όλο και πιο εκβιαστικά, ψυχαναγκαστικά, «φαρσικά»∙ στις φιγούρες των τριών προσώπων του δράματος (τόσα παραμένουν στη διασκευή του σκηνοθέτη), που παίζουν μπρεχτικά σε «τρίτο πρόσωπο»∙ στους φωτισμούς (από τον Τερζόπουλο και τον Κωνσταντίνο Μπεθάνη), που αποδίδουν τον εσωτερικό καύσωνα∙ και, βέβαια, στο υπέροχο ένδυμα της Νόρας (από τον Yiorgos Eleftheriades), που φοριέται πότε επικαλυπτικά και πότε αποκαλυπτικά της ύπαρξης… Ολα αυτά επιδέχτηκαν από καιρό πλήθος ερμηνειών από τους κριτικούς μας, αποκαλύπτοντας σε πολλές περιπτώσεις την εξαιρετική κατάρτιση των τελευταίων.
Ας μην τις επαναλάβουμε, λοιπόν, εδώ. Γεγονός παραμένει πως ο Τερζόπουλος διαθέτει το μοναδικό χάρισμα να ανακαλύπτει σε ένα έργο «φράσεις», και όπως συμβαίνει, στις μουσικές φράσεις (του Παναγιώτη Βελιανίτη) να τις αναπτύσσει επί σκηνής μέχρις εξαντλήσεως. Διατηρεί από το έργο μια κεντρική εικόνα, ένα «γκέστους», και το εντάσσει στην αισθητική συλλογιστική του. Με άλλα λόγια, ο Τερζόπουλος έχει κατακτήσει και επιβάλλει πια ένα ισχυρό ύφος. Αυτό το ύφος ακολουθεί στη «Νόρα». Και γι’ αυτό αγωνιά απέναντι στον Ιψεν.
Και με αυτό τελικά οδηγεί το παλιό έργο στο καθαρτήριό του. Από την Εδέμ των Χριστουγέννων, στην Κόλαση της Αποκάλυψης… Από τα πρόσωπα του δράματος ο σκηνοθέτης εξάγει το αρχέτυπο του Αδάμ και της Εύας, συμπληρωμένο ως όφειλε με τον προπατορικό Οφι. Η «Εδέμ» των Τόρβαλντ είναι η ανοϊκή κατάσταση της οικογενειακής πατερναλιστικής ομοιόστασης που μετατρέπει τα πρόσωπα του δράματος σε μαριονέτες Κουκλοθεάτρου. Σε αυτή την Παράδεισο της «αστικής ευτυχίας» επιτρέπονται πολλά, όχι όμως δυσάρεστες ερωτήσεις…
Ο Κρόγκσταντ, όμως, σαν το φίδι θα συρθεί πάνω στη Νόρα, θα την κοιτάξει στα μάτια και θα τις εναποθέσει το μέγα ερώτημα: «Ποιος είμαι;» – η αρχαία ερώτηση για πρώτη φορά στην Ιστορία του θεάτρου με το γένος της: «ΠοιΑ είμαι;»…. Θα την παρασύρει έτσι σαν τον Οφι ή τη Σφίγγα στην Εξοδο από την Εδέμ, σε μια Ελευθερία αμφίσημη όσο και τυραννική. Εξοδο όπως και να ’χει, ελευθερία…
Η μεγαλύτερη ανακάλυψη για τη Νόρα είναι πως πίσω από τον ρόλο της μητέρας ενυπάρχει η σκοτεινή γυναικεία πλευρά. Η Νόρα στο «Αττις» ανακαλύπτει έτσι τη ρίζα του τραγικού και η ηρωίδα του Ιψεν συνομιλεί με προγονικές μορφές γυναικών που κι αυτές ανακάλυψαν κάποτε τη σκοτεινή, επικίνδυνη Εξοδο. Πυκνή διαπίστωση, που φέρνει το έργο του Ρεαλισμού στα νερά της Τραγωδίας.
Μίλησα παραπάνω για τους ηθοποιούς του «Αττις», τα εργαλεία της μεθόδου του. Η Σοφία Χιλλ (Νόρα), ο Τάσος Δήμας (Τόρκβαλντ) και ο Αντώνης Μυριαγκός (Κόργκσταντ) είναι οι εκφραστές της ενδόμυχης καταπόνησης που γεννά επί σκηνής τον ηθοποιό-μάρτυρα και τον ηθοποιό-μύστη. Ετσι η Νόρα μπορεί να επικοινωνήσει με όλα τα στρώματα της ύπαρξής της, ο Τόρκβαλντ να είναι μαζί θύμα και θύτης, ο Κόργκσταντ να μετατραπεί σε μοχλό ανατροπής και ελευθερίας.
Η δική τους επί σκηνής διαλεκτική επιτρέπει τα αντίθετα να ενώνονται και να εναλλάσσονται, καθώς οι όψεις του μαυρόασπρου σκηνικού. Με αυτούς το ολικό θέατρο του Τερζόπουλου φτάνει να υπηρετεί την ολική αντίληψη της ύπαρξης.
