Σ’ έναν χώρο-όαση, στο κέντρο της πόλης, στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη & Μαρίνας Θεοχαράκη, θα ζωντανέψει από τις 2 Νοεμβρίου και για οκτώ μοναδικές παραστάσεις, η ζωή του Τουλούζ Λοτρέκ. Ο καλλιτέχνης που έγραψε ιστορία με τη ζωή και τους μοναδικούς πίνακές του, ενέπνευσε τον Χριστόφορο Χριστοφή να γράψει το θεατρικό έργο «Toulouse-Lautrec: Η φαντασία της αμαρτίας».
Την παράσταση σκηνοθετεί ο Παναγιώτης Γεωργούλας και πρωταγωνιστούν ο Νεκτάριος Σμυρνάκης στον ομώνυμο ρόλο και η Χριστίνα Βαρώτσου – κόρη του γνωστού εικαστικού – στο ρόλο της γυναίκας.
Εμείς μιλήσαμε με τον κοσμοπολίτη συγγραφέα Χριστόφορο Χριστοφή, με αφορμή την παράσταση, αλλά και το νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Παπαζήση.
Ο Χριστοφής είναι, όπως θα έλεγε ο Ουόλτ Ουίτμαν, «a restless soul» και ταυτόχρονα ένας σπουδαίος τεχνίτης του λόγου – πάντα έχοντας στον νου το θέατρο και επομένως την καθαρτική του διάσταση.
• Τι σας ενέπνευσε και γράψατε ένα έργο για τον Λοτρεκ;
Οι επιρροές είναι πάντα από πολλά ερεθίσματα. Για το συγκεκριμένο θεατρικό έργο «Toulouse-Lautrec: Η φαντασία της αμαρτίας», σίγουρα πηγή έμπνευσης ήταν η περίοδος του 1900 στο Παρίσι των μποέμ ανθρώπων, όπου υπήρχε ακόμα η ποιητική ψυχή καλλιτεχνών και συγγραφέων. Μια μοναδική πόλη ελευθερίας για δημιουργία, ένας άλλος αέρας, όπου ακόμα και ο πιο φτωχός καλλιτέχνης μπορούσε να ερωτευτεί.
• Τι από αυτά που ανακαλύψατε για τον ζωγράφο, δεν γνωρίζατε και σας έκανε εντύπωση;
Ερεύνησα πολύ. Για έναν ολόκληρο χρόνο! Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Πήγα στο Παρίσι, είδα πολλά γνήσια έργα του από κοντά. Περιπλανήθηκα στις γειτονιές που ζούσε ο Λοτρέκ από παιδί. Υπέροχα μέρη και ας είναι πλέον τουριστικά. Όσο για την έκπληξη που είχα μέσα σ’ αυτό το ταξίδι αναζήτησης, ήταν ότι πραγματικά είχε επιτυχίες, άρεσε σεξουαλικά. Δεν ήταν αποκρουστικός και ας είχε αυτή την εμφάνιση και την αναπηρία.
• Ο Λοτρεκ είχε μια σωματική αναπηρία. Πώς αυτή λειτούργησε στην Τέχνη και τη ζωή του;
Μοιραία δεσμευτικά… Όμως παράλληλα απελευθερώθηκε από τις κοινωνικές δεσμεύσεις, λόγω της ιδιαιτερότητας του.
• Πόσο ανοιχτοί είμαστε ως ελληνική κοινωνία στο διαφορετικό;
Νομίζω αρκετά. Σίγουρα καλύτερα από άλλες χώρες. Η Αθήνα είναι μια ακραία ανοιχτή και ανεκτική πόλη…
• Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα νέο σας βιβλίο με θεατρικά σας έργα. Πείτε μας δύο λόγια γι’ αυτό.
Είμαι πολύ ευτυχής που βρήκα έναν εκδότη με ποιότητα. Από τις εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στα βιβλιοπωλεία το νέο μου βιβλίο «Θεατρικοί καινούργιοι δρόμοι-αν και σκοτεινοί στο φως δείχνουν». Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται πέντε από τα εννέα θεατρικά έργα που έχω γράψει σε ώρες αυτοσυγκέντρωσης και ως μια άσκηση αυτογνωσίας. Με πρώτο έργο τη Χρυσόμυγα (1994-95) και τελευταίο το Νιζίνσκι – Η προφητεία της φωτιάς (2019). Δεν χρειάστηκε να βάλω χρήματα από την τσέπη μου. Είναι μια προσεγμένη έκδοση. Με κάτι διαφορετικό στο εξώφυλλο ιδίως.
• Έχετε στο βιογραφικό σας σημαντικές ταινίες. Πώς βλέπετε σήμερα το ελληνικό σινεμά;
Δεν παρακολουθώ πλέον πολύ τον κινηματογράφο και τις νέες τάσεις. Πέρσι, όμως, στο Φεστιβάλ Δράμας, είχα την τύχη να είμαι στο τμήμα ξένων ταινιών μικρού μήκους. Ήμουν μέλος της κριτικής επιτροπής. Εντυπωσιάστηκα από το επίπεδο των ταινιών που μας ήρθαν από το εξωτερικό.
• Σκηνοθέτης, συγγραφέας στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Που νιώθετε πιο κοντά;
Είμαι δραματουργός…. όλα τα είδη στα οποία αναφέρεστε, είναι μεταμορφώσεις μια μεγάλης σύνθετης τέχνης, της δραματουργίας.
• Επόμενα επαγγελματικά σχέδια;
Ετοιμάζω μια ταινία μεγάλου μήκους, μόλις ολοκλήρωσα το 10ο θεατρικό μου έργο και χαίρομαι που φέτος θα ανέβουν σε δύο διαφορετικές σκηνές, δύο αγαπημένα θεατρικά μου έργα. Από άλλους, όχι από εμένα. Το «Toulouse-Lautrec: Η φαντασία της αμαρτίας», σε σκηνοθεσία του νέου και ταλαντούχου Παναγιώτη Γεωργούλα και το Νιζίνσκι – Η προφητεία της φωτιάς, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου στο Tempus Verum. Γενικότερα όμως, μου αρέσει να απουσιάζω και οι άλλοι να με επιθυμούν. Είναι σημαντικό αυτό για έναν καλλιτέχνη.
