Στην εισηγήτρια και μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ οφείλουμε πολλά από τα μικρά εκείνα και εμπνευσμένα έργα της ισπανικής θεατρικής λογοτεχνίας που έχουν γεμίσει τη σκηνή μας. Διαθέτουν πάντα τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για να μετοικίσουν στο δικό μας θεατρικό σύμπαν. Ως παραγωγές, είναι έργα ολιγοπρόσωπα και έξυπνα, ευπροσάρμοστα στις μικρές σκηνές.
Ως γραφή, είναι γραμμένα με τρόπο που ανανεώνει τη δραματουργική φόρμα. Ως περιεχόμενο, αγγίζουν ανησυχίες κοινές, χωρίς να κουβαλούν όλη εκείνη τη βόρεια ατμόσφαιρα που κάνει κάποτε το κλίμα να βαρύνει πολύ. Και για να φτάσουμε στο κυριότερο: ως θέατρο, δίνουν πάτημα σε ηθοποιούς για μερικούς καλούς, αβανταδόρικους, ρεαλιστικούς ή σχεδόν ρεαλιστικούς ρόλους.
Για όσους, τέλος, κοιτούν πιο προσεκτικά, διαθέτουν μια ποιότητα ικανή να τα διακτινίσει στο διεθνές στερέωμα, στοιχείο που κάποια στιγμή πρέπει να κατακτήσουν και αρκετοί δικοί μας –και το ίδιο προικισμένοι– συγγραφείς. Ενώ είναι από τη μια «προσγειωμένα» στη ρέουσα πραγματικότητα της πατρίδας τους, την οποία μεταφέρουν και αναλύουν, από την άλλη έχουν απελευθερωθεί από την όποια κακώς εννοούμενη εντοπιότητα.
Στο βάθος και στην έκταση της πρόσληψής τους απευθύνονται σε όλο τον δυτικό κόσμο, καθώς αφορούν παθογένειες, συμπτώματα, χαρακτηριστικά που, κι αν ασφαλώς εδράζονται στον ισπανικό τρόπο ζωής, απευθύνονται σε όλο τον «δυτικό» κόσμο. Αν υπάρχει κάτι αληθινά «ισπανικό» σε αυτά («καταλανικό» δεν βρίσκω τίποτα), υπάρχει μόνο στην ιδιοσυγκρασία της γραφής και σε μια οπτική ζωής που ρέει στο έργο σαν αύρα.
«Η Αρχή του Αρχιμήδη» στο θέατρο Skrow
Το πρώτο έργο που είδα στο Skrow, μια σκηνή όλο ζωντάνια στο Παγκράτι, είναι όλα αυτά τα παραπάνω μαζί. Η «Αρχή του Αρχιμήδη» του Ζουζέπ Μαρία Μιρό εκκινεί από μια υπόθεση «λεπτή», σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και περισσότερο νευρωτικός στις λεπτές υποθέσεις. Σε μια πισίνα εκμάθησης κολύμβησης για παιδάκια, λοιπόν, ο Τζόρντι, ο πιο αυθόρμητος και ανυπότακτος, ο πιο αεράτος και πιθανόν αθώος δάσκαλος, συλλαμβάνεται να φιλάει ένα αγοράκι, σε μια αυθόρμητη εκ μέρους του ενθάρρυνση όταν το παιδάκι δυσκολεύεται να μπει στην πισίνα.
Αυτό ήταν. Η μικρή αυτή ενέργεια διογκώνεται από τη μαρτυρία ενός επτάχρονου κοριτσιού, πως είδε τον κύριο να φιλάει το αγοράκι «στο στόμα». Διαχέεται σε μια κοινότητα ήδη αναστατωμένη από την πρόσφατη ανακάλυψη αποπλάνησης μερικών παιδιών σε κάποια κοντινή κατασκήνωση. Πολλαπλασιάζεται από μικρές ενδείξεις «ενοχής» που αλλιώς θα περνούσαν απαρατήρητες. Και τελικά, επιστρέφει εναντίον του Τζόρντι σαν καφκικός εφιάλτης που με γρήγορο βήμα αποκόβει τον ήρωα πρώτα από τους γύρω του και εν τέλει από τον εαυτό του.
Μοιάζει υπερβολικό; Αν και το τέλος της «Αρχής» μοιάζει πράγματι κάπως υπερβολικό, με τα παιδιά να πετάνε πέτρες εναντίον του αγαπημένου δασκάλου τους, οφείλουμε να δεχτούμε πως το αθώο, γεμάτο αγάπη, φιλί του Τζόρντι μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις ανάλογες περισσότερο με την ενοχικότητα του κόσμου μας παρά με την ενοχή της πράξης.
Κι εμείς οι ίδιοι, όσο και αν εμπιστευόμαστε αυτόν τον πονηρούλη, ερωτύλο και κατά βάθος ανώριμο κολυμβητή, δεν μπορούμε παρά να αντιληφθούμε σταδιακά και το «δίκιο» των άλλων, να μπούμε στη δική τους φοβική, διεστραμμένη, αλλά δυστυχώς απολύτως πραγματιστική οπτική. Αρκεί αυτό: αν μαθαίνατε κάτι τέτοιο για το δικό σας παιδί, τι θα κάνατε;…
Και μόνο το θέμα του έργου του Μιρό θα ήταν αρκετό για να μας κινήσει το ενδιαφέρον. Εκείνο που το κάνει πιο ευφυές είναι η ίδια η δομή του, που κατά κάποιον τρόπο παίζει με τον θεατή το παιχνίδι της μερικής πληροφόρησης. Νέες σκηνές παρεμβαίνουν στην πλοκή σε ένα συνεχές παιχνίδι πισωγυρίσματος που αποκαλύπτει όχι μόνο νέα στοιχεία για την ίδια υπόθεση, αλλά και τα μυστικά που ο ένας ήρωας κρύβει από τον άλλο. Στο τέλος, εκείνο που προκύπτει είναι πως ξέρουμε λίγα ο ένας για τον άλλον. Τόσο λίγα ώστε να μπαίνουν ανάμεσά μας στη θέση των αρμών οι φήμες και οι υποψίες των άλλων.
Η σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου είναι μια κατάφαση του κυκλικού θεάτρου στην πράξη, με τη σκηνή να δρα στη μέση και τους θεατές να κάθονται εκατέρωθεν. Υπάρχει μάλιστα μια αδιόρατη περιστροφή της σκηνής σε κάθε «εμπλουτισμένη επανάληψη» μιας σκηνής, ώστε η κάθε πλευρά των θεατών να δει τη σκηνή αυτή τη φορά από διαφορετική «οπτική».
Και όχι μόνο. Οπως συμβαίνει συνήθως στο κυκλικό θέατρο, οι θεατές δεν βλέπουν μόνο τα αποδυτήρια της πισίνας. Ο,τι βλέπουν έχει στο βάθος του τούς απέναντι, να συμπληρώνουν και αυτοί με το βλέμμα τους το σκηνικό. Πρόκειται για θέατρο που παραδίδει κάτι το ιδιωτικό κι απόκρυφο σε κοινή θέα και σε δημόσιο διάλογο.
Και βέβαια στο τέλος, όπως είπαμε: οι ρόλοι. Ο Μιχάλης Συριόπουλος σαν Τζόρντι έχει ήδη θέσει υποψηφιότητα για βραβείο. Δεν νομίζω πως ο δικός του Τζόρντι θα μπορούσε ποτέ να είναι αληθινά ένοχος.
Αυτό που πληρώνει είναι πως κουβαλά στο ίδιο το σώμα του κάτι το ενοχικό, πως ο αέρας του άτακτου και διαφορετικού που φέρει προκαλεί από μόνος του υποψίες. Θα πληρώσει αυτή την ιδιαιτερότητα από ένα σύστημα που από τη μια σηκώνει φράγματα ηθικής ορθότητας σε όλους και από την άλλη στο όνομα ακριβώς της ίδιας ηθικής δεν διστάζει να παραβιάσει την ιδιωτικότητα αλλά και την αθωότητα του καθενός.
Θα ήθελα ωστόσο να σταθώ και στους άλλους ρόλους. Ο Γιάννης Σοφολόγης, για παράδειγμα, δεν παίζει επίθεση αλλά άμυνα. Κι είναι εντυπωσιακός στον τρόπο που αποδίδει τον ρόλο ενός απολύτως κοινού, συμπαθητικού και προσαρμοστικού νέου σαν αντιστήριγμα του κεντρικού Τζόρντι. Η Μαρία Φιλίνη είναι η διευθύντρια της σχολής, που κουβαλάει για τον έξω κόσμο το δίλημμα και το βάρος της ευθύνης και για τον εαυτό της το μυστικό μιας μεγάλης πληγής.
Ο Σεραφείμ Ράδης, τέλος, αποδίδει αξιοπρόσεκτα τον «όποιον πατέρα» του παιδιού, που αναστατώνεται μόνο μακρόθεν και αντιδρά μόνο όταν νιώσει να θίγεται η ασφάλειά του. Ας μην υποκρινόμαστε – και τον έχουμε συναντήσει και τον νιώθουμε καλά. Ξέρουμε όμως πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει προκειμένου να νιώσει ή να παραμείνει ασφαλής;…
