ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέρες που είναι, σκέφτηκα να σχολιάσω δύο επισκέψεις μου σε κεντρικά θέατρα της Αθήνας (θα υπήρχε και μια αναφορά στο ΚΘΒΕ αλλά η απεργία των ηθοποιών του το ανέβαλε) ανάμεσα στα πολλά που συμμετέχουν πια στο ρεπερτόριο των παιδικών σκηνών της.

Για την ανάγκη διαμόρφωσης μιας παιδικής σκηνής ή ενός «θεάτρου για ανήλικους θεατές» που θα ακολουθεί τα σύγχρονα κριτήρια στο είδος, έχω επανειλημμένως γράψει. Και η αλήθεια είναι πως ολοένα και πιο συχνά εντοπίζω προσπάθειες ενός, ας πούμε, νέου θεάτρου τέχνης για ανήλικους στα μεγαλύτερα και μικρότερα θέατρα της πρωτεύουσας, προσπάθειες που ακολουθούν την ανάγκη επικοινωνίας της σκηνής με τις γενιές του νέου αιώνα. Μακάρι.

Το πρόβλημα όμως είναι πως ό,τι συνήθως βλέπουμε, είναι αυτό που εκτιμούμε. Αφήνουμε έτσι απ’ έξω το μεγάλο τοπίο, το στατιστικά μεγάλο ποσοστό που καθορίζει το προφίλ του παιδικού θεάτρου μας.

Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει τα τελευταία χρόνια είναι η άνοδος της «υπερπαραγωγής» στο παιδικό θέατρο με όλα τα στοιχεία του μυθιστορηματικού δράματος (ή μελοδράματος): εντυπωσιασμός και φαντασμαγορία, σκηνή που τρέχει πίσω από την απαίτηση μιας ολόκληρης περιπέτειας, καλοί και κακοί ήρωες σε παράταξη. Πίσω από αυτό το σενάριο στοιχίζονται ντουζίνες γνωστών ηθοποιών -συχνά τηλεοπτικής λάμψης- αλλά και πλήθος άλλοι που περιμένουν δίπλα στους πρώτους το μεροκάματό τους.

Ο λόγος είναι απλός, απλούστατος. Το παιδικό θέατρο είναι το μόνο που αληθινά άντεξε, αν δεν πρόκοψε κιόλας, στα χρόνια της κρίσης, αφού καθώς φαίνεται οι φιλότιμοι γονείς και δάσκαλοι δεν στέρησαν από τα παιδιά ή τους μαθητές τους τα θεάματα. Και οι θεατρικές επιχειρήσεις γρήγορα θυμήθηκαν πως αντάμα με το θέαμα πηγαίνει κι ο άρτος.

Διαμορφώθηκε έτσι μια πληθώρα προτάσεων, κάποιες με φυσιογνωμία και οργάνωση, άλλες που θυμίζουν μπουλούκια. Και στην κορωνίδα όλων βρέθηκαν ξανά τα κεντρικά θέατρα, τα οποία διεκδικούν από την πρόσφατη ανάπτυξη (ή αρπαχτή) του είδους τη μερίδα του λέοντος που παραδοσιακά δικαιούνται.

Εδώ έχουμε πλέον παλιές δοκιμασμένες ιστορίες, οι περισσότερες συνυφασμένες με αφηγηματική νοσταλγία, διασκευασμένες και με την αυτοπεποίθηση της μεγάλης σκηνής, με κόστος συχνά υψηλότερο από εκείνο των κανονικών παραγωγών που φιλοξενούνται στον ίδιο χώρο του θεάτρου.

Και πώς να γίνει αλλιώς όταν μπορείς να γεμίσεις με αυτό το παιδικό έργο ένα θέατρο εξακοσίων θέσεων δύο και τρεις φορές στο ίδιο Σαββατοκύριακο, ώρες μεσημεριανές, παράλληλα με τις άλλες παραγωγές σου; Σε ένα τέτοιο θέατρο, στο «Ακροπόλ» της Ιπποκράτους, είδα το «Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Λουντέμη (για την άλλη παραγωγή του θεάτρου, τη «Ματίλντα», ούτε περίπτωση να βρω θέση…). Και το εκτίμησα ως ενδεικτικό της παραπάνω τάσης.

Στο ίδιο το έργο του Λουντέμη θα μου επιτρέψετε να μην αναφερθώ παρά εν συντομία. Πρόκειται για τον Μέλιο, ένα παιδί από το προπολεμικό χωριό, φτωχό μα φανατικό για γράμματα, που φτάνει στην Αθήνα, και γίνεται εκεί διπλά σοφό, μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό, σπουδάζοντας τα γράμματα και τους ανθρώπους.

Πρόκειται για διδακτικό μυθιστόρημα, καλό στη διαγραφή των χαρακτήρων, ακόμη καλύτερο στην απόδοση ενός λαού που ζητάει την αλληλεγγύη σμιλεμένη με ταυτότητα, και μια νέα γενιά μπολιασμένη στα ιδανικά του. Στο «Ακροπόλ» δέχτηκε τη σκηνοθεσία και διασκευή της Ειρήνης Ιακώβου, για να μετασχηματιστεί σε μια όσο το δυνατόν φωτεινότερη υπόθεση του «αδαμάντινου χαρακτήρα» του Μέλιου.

Η παράσταση βέβαια δεν ενδιαφέρεται για τον «κοινωνικό ρεαλισμό» του συγγραφέα, αλλά μόνο για μια επιφανειακή, ίσως γραφική, παρουσίαση του ηθογραφικού περιβάλλοντος του βιβλίου και μάλιστα με την τεχνολογική συνδρομή των πανταχού παρόντων βίντεο-προβολών –ψηφιακή μεταφορά των πάλαι ποτέ ζωγραφιστών σπετσάτων.

Στόχος είναι η διασκέδαση των παιδιών κι έτσι τίποτα δεν εμποδίζει την παραγωγή από το να βάλει στο πρόγραμμα όλα όσα μπορούν να τη διογκώσουν: τραγούδια, παλιάτσοι μέχρι και ξυλοπόδαρα προσκαλούνται επί σκηνής στο τέλος για τη φαντασμαγορική αυλαία. Αν μη τι άλλο βλέπουμε πόσο ζωντανό παραμένει το γέρικο μελόδραμα, ακόμη και μπροστά στο κοινό των τάμπλετ και των κινητών. Είδος και ήθος πάνε αντάμα.

Πιστός και στα δύο ο Θανάσης Βισκαδουράκης αγωνίζεται να αποδώσει τον Μέλιο του. Είναι φιλότιμη η προσπάθεια, δεν το αρνούμαι, κι ίσως στα μάτια των παιδιών να φαντάζει σαν κάτι περισσότερο από ό,τι είδαν τα δικά μου ενήλικα. Μα γιατί να κρυβόμαστε; Υπάρχει κάποιος από τους ηθοποιούς της παραγωγής που νιώθει πως με τη δουλειά αυτή προχωρά την τέχνη του; Εγώ βλέπω μόνο επαγγελματίες που βγάζουν αξιοπρεπώς το ψωμί τους, κάνοντας τους θεατές τους να χαμογελούν με ένα πρότυπο όπως τον Λουντέμη. Το σέβομαι απόλυτα.

Από το «Ακροπόλ» μέχρι το «Ρεξ» δεν μεσολαβεί παρά δύο λεπτά δρόμος, αν και η μια παραγωγή από την άλλη απέχουν περισσότερο σε πρόθεση και ποιότητα. Οχι πως η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Ντίκενς μπήκε στο πρόγραμμα του Εθνικού για κάποια βαθιά καλλιτεχνική αναμόρφωση της νεολαίας μας –οι λόγοι φαντάζομαι αναζητούν κι εδώ την περίφημη χρυσή τομή μεταξύ ενός ικανοποιημένου διοικητικού συμβουλίου και μιας γεμάτης πλατείας. Υπάρχει ωστόσο στην υλοποίηση του σχεδίου μια καλλιτεχνική αύρα, ένας βαθμός ποιότητας, που ξεπερνάει την ίδια την πρόταση και την ανανεώνει.

Κατ’ αρχάς το ίδιο το ανέβασμα του παλιού μυθιστορήματος στη διασκευή του Τζακ Θορν για μιούζικαλ είναι από μόνη της γεγονός. Εδώ έχουμε ένα καθαρό και συνειδητό «μελόδραμα», που επιβάλλει τις προδιαγραφές του χωρίς να κρύβει την ταυτότητά του.

Και οδηγεί μια παράσταση υψηλών απαιτήσεων, με ηθοποιούς να ερμηνεύουν, να τραγουδούν και να χορεύουν το ίδιο καλά, καθώς η σκηνή «περιστρέφεται» γύρω από την πλοκή της. Νομίζω άλλωστε ότι βαθύτερος σκοπός όλων, με πρώτο τον σκηνοθέτη και διασκευαστή Γιάννη Μόσχο, είναι πέρα από το να αποδώσουν την όμορφη ιστορία του Ντίκενς, να παρουσιάσουν στα παιδιά τη μαγεία ενός θεάτρου που όσο περισσότερο αποκαλύπτει τα παρασκήνιά του, τόσο κατακτάει τη ματιά τους.

Το χαρακτηριστικότερο όμως στοιχείο της παράστασης του Εθνικού βρίσκεται στην κομψότητά της. Στην κομψή παρουσίαση της φαντασμαγορίας, στα σκηνικά και κοστούμια της Τίνας Τζόκα. Κυρίως όμως στην αισθητική ματιά του σκηνοθέτη, που καταφέρνει να απελευθερώσει το έργο από τη μάκα τόσων αγγιγμάτων και να του προσδώσει διπλή ανάγνωση: σε ένα πρώτο επίπεδο πρόκειται για τη χαριτωμένη μαθητεία ενός γερο-γκρινιάρη στο νόημα της αγάπης με αφορμή τη γιορτή των Χριστουγέννων.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως πρόκειται για τον προσδιορισμό της ταυτότητας που κατακτιέται αντίστροφα από τη φορά των δεικτών του χρόνου: από το μέλλον, προς το παρόν και το παρελθόν. Το ποιος θα γίνεις αύριο σημαίνει το να κατανοήσεις σήμερα το ποιος υπήρξες χθες.

Στην κορυφή του αξιόλογου δυναμικού της παράστασης, κυρίαρχος πόλος της ιστορίας, ο Σκρουτζ του Αλέξανδρου Μυλωνά, με την εκφραστική ποιότητα του πρωταγωνιστή. Και ακολουθεί ολόκληρη παρέλαση άξιων ηθοποιών στην πολύπλευρη επίδειξη του ταλέντου τους. Το θέατρο εδώ έρχεται σαν ολότητα και σαν γιορτή για παιδιά και μεγάλους.