ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μιαν άλλη, διαφορετική από αυτή που είχαμε συνηθίσει, εικόνα του «Γυάλινου Κόσμου» αντικρίζουμε με το που μπαίνουμε στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Διασχίζοντας τη σκηνή για να φτάσουμε στη θέση μας, αποφεύγοντας χαρτόνια και καλώδια στο πάτωμα, έχουμε ήδη αντιληφθεί ότι δεν βρισκόμαστε πια στο περίφημο ταπεινό διαμέρισμα της Νέας Ορλεάνης. Εχουμε εισέλθει στο μυαλό του Τενεσί Ουίλιαμς. Ο γυάλινος αυτός «κόσμος» είναι ο θρυμματισμένος κόσμος της δικής του μνήμης, τυλιγμένος στο χαρτί όπου αποτυπώνονται οι φράσεις-οδηγοί της κατάβασής του σαν Ορφέα-συγγραφέα στον σκοτεινό του Αδη.

Είναι καιρός, μας λέει ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς, να καταλάβουμε ότι ο «Γυάλινος Κόσμος» του Αμερικανού συγγραφέα δεν περιγράφει κάποιο «χαμένο όνειρο» – περιγράφει έναν αδιάλειπτο προσωπικό εφιάλτη. Και πιο πίσω από αυτόν τον εφιάλτη περιγράφει ακόμα τον κοινό εφιάλτη όποιου συγγραφέα ζητάει να επιστρέψει στο ζωντανό παρελθόν για να παρουσιάσει εκεί πρόσωπα της ενοχής χωρίς τον εξωραϊσμό της μνήμης, χωρίς την παρηγοριά του τετελεσμένου.

Ο Τενεσί Ουίλιαμς, διδάσκει ο σκηνοθέτης, αγωνίζεται να λυτρωθεί από αυτόν τον διπλό εφιάλτη με κάθε τρόπο: γράφοντας ένα διήγημα, ένα σενάριο, ένα θεατρικό… Αγωνίζεται ξανά και ξανά, μήπως ξεφύγει κάποτε από την τυραννία της μνήμης και των ταπεινών πλασμάτων της, των ασήμαντων «κεριών» που έχουν ωστόσο καρφωθεί στο μυαλό και τον βασανίζουν με μια λάμψη εντονότερη κι από αυτή ακόμη των «κεραυνών» του Μεγάλου Πολέμου.

Ο συγγραφέας αγωνίζεται με κάθε μέσον να λυτρωθεί. Θέλει, λέει, να συμφιλιώσει στο έργο του το θέατρο με το μεγάλο αντίπαλο τότε δέος, το «εκράν». Και πιστός στην εποχή του εξπρεσιονισμού θέλει να σπάσει το κέλυφος της πιο αντιπαθητικής για εκείνη τη σκηνή του Μεσοπολέμου, και μάλιστα εκατέρωθεν του Ατλαντικού, έννοιας: της υπερεκτιμημένης και υπερφίαλης «αντικειμενικότητας». Σκοπός είναι η ανάδειξη μιας αλήθειας πίσω από την απεικόνιση που δεν αποτελεί θέμα εργαστηριακής αναπαράστασης αλλά αποκαλύπτεται καθώς είναι: σπασμωδική, αλλοπρόσαλλη, αδιέξοδη. Μια αλήθεια του σώματος, κρυμμένη στο απίστευτο «Επέστρεφε» του Καβάφη.

Και να τι επιστρέφει τώρα, εβδομήντα χρόνια μετά, στο θέατρο της Κεφαλληνίας. Πρόσωπα κρυμμένα στο λυκόφως του αμερικανικού ονείρου, το ίδιο λοξά και ασυνάρτητα με τον συγγραφέα τους… Ο κόσμος τους, του μικρού διαμερίσματος που στέκει έξω από το αμερικανικό όνειρο, είναι γεμάτος με τη σκληρότητα του αμερικανικού ατομικισμού και την απανθρωπιά του δρόμου προς την καταξίωση, κι έχει για οδηγούς του έναν άγγελο και έναν δαίμονα. Ας δουν όλοι με ποια θύματα και με τι μέσα εξασφαλίστηκε ο δρόμος μας προς την επιτυχία.

Ο Καραντζάς στρέφει επομένως τον συγγραφέα προς τον εαυτό του, διδάσκοντας ένα έργο που στρέφεται προς τον εαυτό του, σε ένα θέατρο που στρέφεται προς τον εαυτό του. Θέατρο που δημιουργείται κάθε βράδυ όχι για να μιμηθεί ή για να συγκινήσει, αλλά για να αφηγηθεί με ανθρώπινο τρόπο μια ανθρώπινη ιστορία. Και να ζητήσει με αυτήν ξανά και ξανά κάθε βράδυ λύτρωση από τους τριγύρω θεατές, τους εξομολόγους και συνενόχους. Στόχος, είπαμε, δεν είναι να ανεβάσουμε τον «Γυάλινο Κόσμο», αλλά τις Ερινύες του.

Δεν είναι εύκολο. Οταν η συλλογική μνήμη του έργου φαίνεται πως έχει πασπαλίσει τα όνειρα του Τενεσί με τόση άχνη, ο σκηνοθέτης δεν ξεχνά πως ο ηθοποιός του οφείλει να πατάει σε σπασμένα γυαλιά. Η διδασκαλία του Καραντζά προσφέρει έναν κόσμο από γυαλί και θηρία, διόλου εύκολο να τον ακουμπήσεις όπως κόβει στις άκρες του. Κόσμο υπόκωφης αγριότητας (κοινωνικής και οικογενειακής), γεμάτο παγίδες, επικίνδυνο (κυριολεκτικά!) να γίνει παρανάλωμα του πυρός ή να εκθέσει τους ηθοποιούς του.

Θέατρο μέσα στο θέατρο, λοιπόν; Και πάλι δεν είναι κάτι τόσο απλό. Στην ουσία της διδασκαλίας του Καραντζά ηχεί μια περίεργη «πιραντελική» υπόκρουση. Στη σκηνή ανεβαίνουν πλάσματα που δεν έχουν όλα την ίδια -πώς να το πω;…- «σκηνική πυκνότητα», ούτε την ίδια «πυκνότητα» καθ’ όλες τις στιγμές τους. Πρόκειται για θέατρο που αραιώνει και πυκνώνει κατά βούληση, ώστε άλλοτε να θυμίζει παραίσθηση κι άλλοτε βαρίδι.

Τον αγώνα της μεταβλητής αυτής «πυκνότητας» αναλαμβάνουν οι ηθοποιοί της παράστασης. Η Μπέτυ Αρβανίτη, πρώτα, που παρουσιάζει την Αμάντα να μπαινοβγαίνει στη σκηνή ελαφριά και μαζί βαριά, σαν θύτης και σαν θύμα να καταπιέζει και να εμπνέει τον νεαρό συγγραφέα, κάποτε μάλιστα, στο τέλος, να τον εκδικείται, καθισμένη στις θέσεις των θεατών, με το ειρωνικό γέλιο της. Η Ελίνα Ρίζου παρουσιάζει μια Λόρα που δεν αναζητά την αλήθεια της σε αυτόν τον έναν κόσμο, αλλά στους πολλούς του συγγραφέα της –μια αχνή, λεπτή και απροσδιόριστη μαρτυρία. Ο Τζιμ του Εκτορα Λιάτσου έχει, αντίθετα, μια συγκεκριμένη ερμηνευτική σκόπευση. Στέκει γήινος, απλός και ευθύς – μοιάζει κάποιος που μόλις που προλαβαίνουμε να συναντήσουμε πριν απογειωθεί στη συνέχεια στο στερέωμα της αμερικανικής επιτυχίας.

Ποτέ όμως άλλοτε δεν έχω συναντήσει το έργο να πλαισιώνεται τόσο μεστά και απόλυτα από τον Τομ, όπως συμβαίνει εδώ με τον Χάρη Φραγκούλη. Αυτός είναι που σκίζει τα χαρτιά περιτυλίγματος από το πάτωμα (χαρτιά όπου εγγράφει τη μνήμη του), για να ανακαλύψει από κάτω κτερίσματα: ένα παλιό μωσαϊκό, κάποιο τραπεζάκι… Αυτός είναι που φτιάχνει το σκηνικό, που στήνει τα πρόσωπα και τα φωτίζει. Αυτός που αναδημιουργεί τον γυάλινο κόσμο για χάρη μας κάθε βράδυ -κι αυτός τελικά που κόβεται από αυτόν και ματώνει… Μια αληθινή κατάκτηση στην πορεία του ηθοποιού.

Τι είναι ο «γυάλινος κόσμος», τέλος; Ενα θεατράκι τόσο δα που δοξάζει το θέατρο το μεγάλο. Κι αυτό μεταξύ άλλων γιατί προβάλλει τους εργάτες του: Τη δραματουργία της Θοδώρας Καπράλου και τη νέα μετάφραση του Αντώνη Γαλέου (που βγάζει τον Ουίλιαμς από τη μεσοπολεμική σερβάντα). Τα σκηνικά-ερμηνεία της Ελένης Μανωλοπούλου και τα δηλωτικά για κάθε ρόλο κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη. Τη θαυμάσια υποδήλωση της μουσικής του Κορνήλιου Σελαμσή, μαζί με τους αποκαλυπτικούς, «αδιάκριτους» φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου.

Πώς τα καταφέρνει ο μικρός αυτός κόσμος από γυαλί να καθρεφτίζει πάνω του κάθε γενιά του θεάτρου μας…