Ερχεται φαίνεται κάποτε ο καιρός να ζητήσει η σκηνή από την οθόνη πίσω τα παλιά δάνεια. Το «Ξύπνα Βασίλη» του Δημήτρη Ψαθά, όπως παίζεται στη Νέα Σκηνή του Εθνικού, δεν είναι μόνο το ανέβασμα μιας κωμωδίας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «κλασική».
Για να ακριβολογούμε, αποτελεί ένα παλίμψηστο το οποίο περιέχει τη θεατρική απόδοση της παλιάς κινηματογραφικής μεταφοράς, που προβάλλεται τακτικά από την τηλεόραση, του παλιότερου θεατρικού… Πρόταση που μεταξύ άλλων εισάγει το Εθνικό στην εποχή του υβριδικού θεάτρου…
Αλλά πρώτα δυο λόγια για το ίδιο το έργο. Γραμμένο από τον ευφυέστερο εκπρόσωπο της ελληνικής κωμωδίας των μεταπολεμικών χρόνων, συγγραφέα που εναντιώθηκε όχι μόνο στον διανοουμενισμό, αλλά –κυρίως– στην προσάραξη της κωμωδίας στα αβαθή της φαρσοκωμωδίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χρονικογράφος των αθηναϊκών νέων –και φωνή της αστικής συνείδησης– δεν είχε την προσοχή του στραμμένη πάντα σε ό,τι κυκλοφορούσε στους διαδρόμους της συντεχνίας. Και όσο κι αν ο ίδιος διακήρυττε πως η αναστάτωση εκείνου του Ιούλη του 1965 δεν «προσφερόταν για κωμωδία», στην πραγματικότητα η αθηναϊκή σκηνή είχε βρει τη χαρά της τότε με ανάλογα «πολιτικά» ευθυμογραφήματα.
Ας μη λησμονούμε πως όταν στο «Γκλόρια» ο Ηλιόπουλος έπαιζε το «Ξύπνα Βασίλη» του Ψαθά, καταμεσής της πόλης, στο «Κοτοπούλη», η Βουγιουκλάκη ανέβαζε την «Κόρη μου τη σοσιαλίστρια» των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου…
Οι αριστεροί της εποχής ένιωσαν βέβαια θιγμένοι και από τα δύο. Κι αν είχαν τους «διόσκουρους της κωμωδίας» γραμμένους στα παλιά τους τα παπούτσια, από τον Ψαθά, που αποτελούσε τέλος πάντων διανοούμενο άλλης κλίμακας, η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Το «Ξύπνα Βασίλη» διαβάστηκε σαν δεξιά προπαγάνδα καλυμμένη με το πέπλο ενός πολιτικού «κέντρου», που με σημερινούς όρους θα χλευαζόταν σαν «εξτρεμιστικό».
Ετσι κι αλλιώς, τέτοια έργα έμοιαζαν ανέκαθεν με την Κολυμβήθρα του Σιλωάμ του κρατικού αυταρχισμού, ξεπλένοντας με τις ατάκες τους διώξεις δεκαετιών, κρατώντας ίσες αποστάσεις ανάμεσα σε θύτες και θύματα, συγκρίνοντας –εδώ– ένα πολύ τυπικό αφεντικό, σαν τη «Φαρλάκαινα», με μια πολύ ειδική περίπτωση ενός αριστερού «που εξώκειλε», όπως του Χατζηστραπάτου. Το ότι η υπόθεση μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο μεσούσης της βαριάς δικτατορίας, το 1969, δεν έκανε φυσικά τα πράγματα καλύτερα για την εξ ευωνύμων κριτική.
Το ότι υπάρχει κάποια βάση σε αυτήν είναι δύσκολο να το αρνηθούμε· πρέπει όμως να δούμε τα πράγματα σφαιρικότερα. Κι αυτό περιλαμβάνει τη διαπίστωση πως το μεγαλύτερο μέρος της σάτιρας του Ψαθά το σηκώνει όχι το σινάφι των αργυρώνητων αριστερών και ποιητών του συστήματος, αλλά ο κακομοίρης ο Βασίλης, ο εκπρόσωπος ενός κοινού νου και ετεροκαθορισμένης ύπαρξης, ενός λαού πάντα ευκολόπιστου και πάντα προδομένου – τη φορά αυτή ακόμα κι από τη μικροαστική μανία του για τα λαχεία.
Ασπρόμαυρη προβολή
Από αυτόν αρχίζει ο Μπινιάρης τον μύθο του, από την αθέατη πλευρά του Βασίλη, της ταινίας και της εποχής. Το «έργο» μεταφέρεται στην πίσω πλευρά της σκηνής, κι εμείς βλέπουμε μόνο την ασπρόμαυρη προβολή του σε μια μεγάλη οθόνη (την κάμερα χειρίζεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης).
Κι αυτή ακόμη, δεν δομείται με τα κλασικά μεσαία πλάνα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, αλλά με συνεχή γκρο-πλαν, οπτική που θέτει τα πρόσωπα στο κινηματογραφικό κάδρο και τα μεγεθύνει. Αναγνωρίζουμε ασφαλώς εδώ την ασφαλή απόσταση της «παλιάς εποχής». Οπως όμως τα πρόσωπα στρέφονται επίμονα προς εμάς και μας κοιτούν, όπως η κάμερα εξετάζει αδιάκριτα το κοντράστ τους, μοιάζουν σαν να θέλουν να σκίσουν την οθόνη. Να εξέλθουν.
Δεν είναι διόλου ασήμαντη η κινηματογραφική αυτή γλώσσα του Μπινιάρη με το νεύρο και τον ηλεκτρισμό της – προτιμώ ωστόσο να κρατήσω τη συζήτηση στον χώρο του θεάτρου. Εκεί, μια ζωντανή μπάντα δημιουργεί το κλίμα της βραδιάς, φέρνει στη σκηνή το χορικό άσμα ή λειτουργεί σαν αφηγητής (Κωνσταντίνος Σεβδαλής) μιας άλλοτε φανερής και άλλοτε εσωτερικής ιστορίας.
Βάλτε παραδίπλα την εξπρεσιονιστική διόγκωση και το γκροτέσκ στιλιζάρισμα, και έχουμε φύγει ακόμη και από τον κινηματογράφο. Για να είμαστε απόλυτα ακριβείς, η τέχνη που βρίσκεται στη ρίζα της παράστασης, μαζί βέβαια με την πάντα παρούσα στον Μπινιάρη μουσική, είναι η τέχνη των κόμικς ή, απλούστερα, της καρικατούρας.
Μα λίγη σημασία έχουν όλα αυτά. Το πιο σημαντικό είναι ότι ο σκηνοθέτης για ακόμη μία φορά, καταφέρνει να πάρει ένα κείμενο και να δει την «ψυχή του». Και τι είδε εκεί; Οχι μια γελοιογραφία, αλλά έναν άνθρωπο να φλέγεται. Ο Μπινιάρης διάβασε το έργο του Ψαθά με το ρίγος της ανθρώπινης κατάστασης. Χάρισε στον ήρωά του τη χειρονομία της καταπίεσης και του συσσωρευμένου θυμού, την ανελαστικότητα που κρύβει φόβο, την ιδεολογία που κρύβει ανάγκη.
Γι’ αυτό οι ηθοποιοί του είναι σκίτσα, έκρηξη, στάση μαζί και θέση. Δεν αναιρούν και δεν θυμίζουν τους προηγούμενους ρόλους της ταινίας· μεταφέρουν κριτικά και χτίζουν επάνω τους. Ας μην τους δούμε λοιπόν μόνο σαν πρόσωπα.
Μπορούμε να εντοπίσουμε κριτικά σε αυτούς τις δυνάμεις που ασκούνται στον Βασίλη: η επιβολή της μητέρας από την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, η φεμινιστική της αδελφής από την Ηρώ Μπέζου (αποκάλυψη), η εξουσία της διανόησης από τον ποιητή Φανφάρα του Γιώργου Παπαγεωργίου (και μόνο που δεν παραπέμπει σε εκείνην του Μιχαλακόπουλου είναι τίτλος τιμής για τον νέο ηθοποιό), ακόμα και η σεξουαλική πίεση από την υπηρέτρια της Λυδίας Τζανουδάκη (εξίσου νέα ερμηνεία ενός παλιού τύπου).
Και βέβαια, υπάρχει πάντα η εργοδοτική εξουσία της «Φαρλάκαινας» της Ελενας Τοπαλίδου, η ιδεολογική κατήχηση από τον συνδικαλιστή του Αινεία Τσαμάτη, στο βάθος και η κοινωνική πίεση, από τον καλοθελητή του Στέφανου Πίττα. Θαυμάσιες ερμηνείες όλες, από ηθοποιούς-εργαλεία της αρχικής σκηνοθετικής ιδέας: ο Βασίλης απορροφά μέσω αυτών την περιρρέουσα σχιζοφρένεια, τη φανερή και υποβόσκουσα βία της εποχής. Και σε μια στιγμή κρίσης, τη στιγμή του λαχείου, τις ενσωματώνει.
Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερη απόδειξη πως κάποτε το λαγούμι της κωμωδίας μπορεί να φτάσει εκεί όπου η τραγωδία ακουμπά τα φτερά της. Μια τόσο στερεότυπη στιγμή για την Κωμωδία, ένα λαχείο, να μη μοιάζει πλέον με απλή «τύχη», αλλά με ειρωνικό μήνυμα της άλλης εκείνης τάξης των πραγμάτων που εξαιρεί τον δύστυχο Κανέναν. Κι εκείνος, σαν Κόκορας πια, θα περάσει οικειοθελώς στην άλλη πλευρά του τοίχου, όπου όλα επιχρωματίζονται από την τρέλα. Τρέλα «κανονική», αλλά τουλάχιστον μόνο δική του.
Το παραπέτασμα του Βασίλη εσχίσθη λοιπόν εις δύο – κι ο Γάλλος εξέρχεται στην άλλη πλευρά του τοίχου, σε εμάς, ζωντανός, τρισδιάστατος και φθαρτός… Τα όποια γέλια μας εδώ σταματούν – και ο Ψαθάς πίνει το ουζάκι του με τον Μολιέρο.
Και σε κάτι ακόμα απαντά η παράσταση. Πόσα χρόνια άραγε να έμεινε ο Βασίλης παρέα με τον πετεινό του στην απομόνωση;… Αρκετά, ώστε όταν γυρίζει πίσω να έχει μεσολαβήσει η εποχή της «αλλαγής», τότε που όχι μόνο το χρήμα πήγε σε πολλούς-που-δεν έπρεπε, αλλά και πολλοί-που-δεν-έπρεπε πήγαν προς το χρήμα. Κι έτσι, ο Βασίλης γυρνά σε μια μεταπολίτευση γεμάτη έγχρωμη μακαριότητα, ανούσια αστειάκια, δημόσιες σχέσεις και κατ’ ιδίαν διαπλοκές.
Πολλοί θα διακρίνουν εδώ στιγμές που θυμίζουν σημερινές καταστάσεις. Αλλά είπαμε, μας ενδιαφέρει κυρίως ο Βασίλης. Καθώς στο τέλος διαπιστώνει τη λοβοτομημένη μακαριότητα της επίπλαστης συμφιλίωσης και ωστόσο, για να μη μείνει μόνος, εκλιπαρεί απελπισμένος ένα μικρό έστω μέρος της. Κάποιος που ξύπνησε από τον παλιό ύπνο, ζητάει να κοιμηθεί τον νέο… Κοιμήσου ξανά, Βασίλη.
