Καλώς το κι ας άργησε. Ενα από τα πιο εμβληματικά έργα της περίφημης «οργισμένης» μεταπολεμικής Αγγλίας, και μάλιστα από τον πλέον πολιτικό εκπρόσωπό της, η «Κουζίνα» του Αρνολντ Γούεσκερ, ανεβαίνει επιτέλους στην αθηναϊκή σκηνή (είχε προηγηθεί ένα μάλλον αφανές ανέβασμα στην Κρήτη), με καθυστέρηση ούτε λίγο ούτε πολύ 60 ολόκληρων χρόνων.
Τις αιτίες της καθυστέρησης οφείλουμε να τις αναζητήσουμε φαντάζομαι στα μοναδικά ιδρύματα της χώρας που θα μπορούσαν παλιότερα να στηρίξουν το ουσιαστικό ανέβασμα ενός έργου σαν την «Κουζίνα»: φέρει είκοσι πρόσωπα επί σκηνής και για σκηνή έχει την κουζίνα ενός εστιατορίου μεγάλου ακόμη και για τα λονδρέζικα δεδομένα: κουζίνα που τις ώρες αιχμής θα πρέπει να εξυπηρετεί χίλιες μερίδες σε διάστημα δύο ωρών…
Η «Κουζίνα» όμως αποτελεί ακόμη αν όχι το καλύτερο, τουλάχιστον το γνωστότερο έργο του πολιτικού βρετανικού θεάτρου. Ανέβηκε για πρώτη φορά στα τέλη του ’50 και προκάλεσε αμέσως αίσθηση σαν το έργο μιας νεολαίας που αναζητεί τους λόγους της οργής της στα αδιέξοδα μιας ζωής γεμάτης σιωπηρή ένταση και αδιευκρίνιστα όνειρα. Ως τέτοιο έργο η «Κουζίνα» είναι καίρια, μα -για να είμαστε ειλικρινείς- για την υχολογία παλιότερων καιρών. Σε μια Βρετανία όπου υπάρχει επίσημη λογοκρισία, μια Ευρώπη με Ψυχρό Πόλεμο και ένα εκφραστικό κύμα που δεν έχει ακούσει ακόμη τα σκαθάρια και τις κυλιόμενες πέτρες του.
Την ίδια χρονιά εμείς εδώ ανακαλύπταμε τη δική μας μεταπολεμική ρωγμή. Το Θέατρο Τέχνης εκείνη τη στιγμή ανακάλυπτε το δικό μας κοινωνικό παρασκήνιο στην «Αυλή των Θαυμάτων». Συνδέω τα δύο έργα γιατί μου φαίνονται πως έχουν κοινά – μια τρυφερή ματιά στα ακυρωμένα όνειρα, έναν διάχυτο ανθρωπισμό, μια (σοσιαλιστική) ευαισθησία στη σύνδεση του χώρου με το πεπρωμένο, πράγματα που έκαναν τον Καμπανέλλη τον κύριο εισηγητή του νεότερου κοινωνικού δράματος και τον Γούεσκερ τον «θυμωμένο Αγγελο» της αγγλικής αντίστοιχης σκηνής.
Παρεμβάλλονται βέβαια και μεγάλες διαφορές: η πρώτη έχει να κάνει με τη διαφορά της ωριμότητας μεταξύ του βρετανικού και ελληνικού καπιταλισμού –από πολιτικής άποψεως το έργο του Γούεσκερ είναι μακράν πιο στοχευμένο. Η άλλη έχει να κάνει με την πλοκή και τους χαρακτήρες: η «Αυλή» είναι σε αυτά, μου φαίνεται, σπουδαιότερη.
Στην «Κουζίνα» του Γούεσκερ λοιπόν κατοικούν και παγιδεύονται οι φυλές μιας ανθρωπότητας που σπάνια βλέπει πέρα από τους τοίχους της κι ακόμη σπανιότερα θέτει ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο έφτασε μπροστά της το πιάτο (ή το ρούχο, αν θέλετε) που πληρώνει. Αναδεικνύει τον χαμένο κρίκο μιας παραγωγής ή μάλλον τους αόρατους, κρυμμένους συντελεστές της, το προλετάριο της ευωχίας.
Διόλου τυχαία η Μνουσκίν ανακάλυψε στην «Κουζίνα» τη δική της (μαρξιστική βέβαια) ανάγνωση του μηχανισμού υπεραξίας και εκρίζωσης κάθε χαράς από το εργατικό δυναμικό, ακόμα κι όταν μιλάμε για κάτι τόσο δημιουργικό ή βασικό όσο ένα πιάτο φαΐ. Και μέσω αυτής πάλι ο Μάης του ’68 ζήτησε πρώτα να ονομάσει τα όνειρά του κι ύστερα να τα κατακτήσει.
Πάμε τώρα στην παράσταση του Γιώργου Νανούρη στο Θέατρο Αποθήκη. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως εκείνος που δεν γνωρίζει το έργο του Γούεσκερ θα νιώσει το ωστικό κύμα από την έκρηξή του πάνω στη σκηνή. Από την άλλη, το να σερβίρεις ένα πολιτικό μήνυμα εξήντα χρόνων, και σε ελληνική κουζίνα, δεν είναι πάντα τόσο αυτονόητο όσο ισχυρίζονται τα δελτία Τύπου. Οι συνθήκες παραγωγής στην Αποθήκη πιέζουν σε έντεκα τους είκοσι ρόλους του έργου και την κουζίνα σε μια μακρόστενη σκηνή. Πέρα από αυτά, αντιλαμβάνομαι τη συνειδητή διάθεση του Νανούρη να «οικειοποιηθεί» το περιεχόμενο της «Κουζίνας» και να τη μεταδώσει στο δικό του σημερινό χώρο προβληματισμού.
Επιχειρεί λοιπόν το εξής: βάζει έναν εξαιρετικά νέο θίασο στη σκηνή, με ηθοποιούς που οι ίδιοι είναι γεμάτοι με λαχτάρα για ζωή αλλά και φόβο για τη διάψευση των ονείρων τους. Μια ομάδα με ενέργεια και χαρά, με την αισιοδοξία σαν αρχική κατάσταση.
Επιλέγει έπειτα την οδό του σύγχρονου πολιτικού θεάτρου, που θέλει τα έργα να ανεβαίνουν εντός της διαδικασίας παραγωγής τους. Η ομάδα έτσι παρουσιάζει τον εαυτό και τις σκέψεις της, τις δικές της ανησυχίες και τους επίκαιρους προβληματισμούς της, τα δικά της «σχόλια» στο έργο: Μαρία Αθητάκη, Μοσχούλα Ατσιδαύτη, Παναγιώτης Γαβρέλας, Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Απόστολος Καμιτσάκης, Φίλιους-Μιχαήλ Κανάκης, Χρήστος Καρνάκης, Τάσος Κορκός, Γρηγορία Μεθενίτη, Μάριος Ράμμος και Σταύρος Τσουμάνης είναι εκτελεστές και κριτικοί παρουσιαστές της «Κουζίνας».
Αυτοί οι νέοι ηθοποιοί δεν μιμούνται, αλλά αντιπροσωπεύουν τα πρόσωπα του έργου. Ο καθένας κρατάει το αληθινό όνομά του, ώστε στο τέλος η «Κουζίνα» να αποτελέσει την πλατφόρμα για τη μεταφορά μιας παλιάς συζήτησης στο σήμερα και το εδώ. Είναι περιττό να πω ότι καθώς τα νιάτα πλημμυρίζουν την Αποθήκη με τον ενθουσιασμό και την ανεπιτήδευτη ειλικρίνειά τους, ακόμα και με την ανωριμότητά τους (γεγονός που φαίνεται μεταξύ άλλων στην προβληματική κατά καιρούς ορθοφωνία), δημιουργούν έναν σκηνικό παλμό για τον οποίο και μόνο αξίζει να επισκεφτεί κανείς τη Σαρρή.
Πιο προβληματικό για εμάς είναι αν περνά το ίδιο το μήνυμα του έργου. Στο κέντρο του πρωτότυπου έργου, ας πούμε, βρίσκεται το πολυεθνικό προσωπικό μιας κουζίνας. Οπως είναι επόμενο, όλοι τρώγονται μεταξύ τους, αναζητώντας στον ρατσισμό την εύκολη λύση, όταν αδυνατούν να δουν αυτό που στέκει μπροστά στα μάτια τους: πως αποτελούν μια θαυμαστή ομάδα και τα προβλήματά τους οφείλονται στο σύστημα κι όχι βέβαια στην καταγωγή του καθενός.
Αυτό το απλό χάνεται στην παράσταση, καθώς δεν υπάρχουν σε αυτήν σαφή εθνικά χαρακτηριστικά πλέον. Χάνεται ακόμη η ποιότητα του κάθε χαρακτήρα, που στο έργο του Γούεσκερ δίνει κι αυτή τον τόνο: μόνη εξαίρεση ο κεντρικός ήρωας Πέτερ (παρουσιάζεται με το όνομα του ηθοποιού στην παράσταση), που κι αυτός ακόμα με τον οργίλο βρυχηθμό του σκιάζει υπερβολικά τους υπόλοιπους.
Από την άλλη, με την τακτική παρέμβαση σχολίων, όχι πάντα επιτυχημένων, (μια εισήγηση για το ψωμί, ένα ποίημα του Μπρεχτ, κάποιο ρεμπέτικο, ένα απόσπασμα της Δημουλά), το νήμα χάνεται ακόμη περισσότερο –και η αλήθεια είναι πως δύσκολα κατανοείται να μεταφέρει τα σοφά «σοσιαλιστικά» λόγια τους, σαν κομπέρ, ο ίδιος ο εστιάτορας.
Το σημαντικότερο πρόβλημα όμως βρίσκεται στην υπερβολική, κατά τη γνώμη μου, «χορογραφία» της παράστασης, πρόβλημα που σχολιάστηκε και στην αντίστοιχη βρετανική παραγωγή της «Κουζίνας» στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου πριν από μερικά χρόνια. Η ιδέα της επιτόπιας αυτοσχέδιας μουσικής με τα κατσαρολικά, που σχολιάζει δραματουργικά και κρύβει πιθανόν τον καταπιεσμένο διονυσιασμό των νέων, θα μπορούσε να είναι από μόνη της ευφυής: με την υπερβολική χρήση της όμως το πράγμα γέρνει εύκολα προς τη φαντασμαγορία (όπως τα βραζιλιάνικα κρουστά) ή σε ένα «βιομηχανικό» σόου.
Εκτός αν αυτοί που δεν ακούν την «Κουζίνα» είμαστε τελικά εμείς… Αν το ζήτημα της καταπιεσμένης σημερινής νεολαίας δεν προσεγγίζεται πλέον με τους δικούς μας όρους, του εικοστού αιώνα. Ή αν η «Κουζίνα» ανεβαίνει σε μια εποχή που η νεολαία μας στήνεται πια μπροστά στις οθόνες για να ανακαλύψει τα όνειρά της στους χώρους όπου κάποτε τα καταπίεζε.
