ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καιρό είχα να δω αυτό το θρυλικό φαινόμενο να συμβαίνει στην Επίδαυρο – το μόνο ίσως στον κόσμο θέατρο που συμβαίνει ούτως ή άλλως. Χιλιάδες λαού να παρακολουθούν επί ώρες αδιαλείπτως, με ενδιαφέρον και διανοητική εμπλοκή κάτι τόσο υψηλό, σοβαρό και απαιτητικό όπως η παράσταση του «Αγαμέμνονα» στο Φεστιβάλ. Και ύστερα πάλι, κατά τη μεγάλη έξοδο του ίδιου κόσμου στην πραγματικότητα των πούλμαν και της ταβέρνας, να εξέρχονται όλοι ενθουσιασμένοι, γοητευμένοι, σύμφωνοι πως ό,τι είδαν ήταν ωραίο, με τη συγκατάθεση και την από μέρους τους επικύρωση του σεβασμού στον πλατύ κόσμο του αρχαίου δράματος.

Καιρό είχα να δω το θέατρο της Αργολίδας να γεμίζει με μια λαϊκή κατά βάθος πρόταση που στα σοβαρά αποδεικνύεται περισσότερο ποιοτική από πολλές άλλες, φορμαλιστικά «σκοτεινότερες». Εδώ από την αρχή κιόλας ο Τσέζαρις Γκραουζίνις (δεν είχα ακολουθήσει τον γενικό ενθουσιασμό για την περασμένη δουλειά του στους «Επτά») δίδαξε στο θέατρό μας μια ακριβή αλήθεια. Πως σε ένα μεγάλο θέατρο ο κόσμος που στέκει απέναντί σου δεν είναι αντίπαλος. Είναι συνεργάτης σου και σαν τέτοιος θέλει και μπορεί να πάρει μέρος στην παράσταση.

Το μεγάλο όπλο του Γκραουζίνις, το έχει αποδείξει πολλές φορές, λέγεται «αμεσότητα». Καταλήγει σε αυτό που θέλει προχωρώντας και αφαιρώντας, εκεί όπου άλλοι προσθέτουν και λοξοδρομούν. Κάποιες φορές αυτό δεν του βγαίνει σε καλό – κάνει τα πράγματα να δείχνουν σαφέστερα από ό,τι στ’ αλήθεια είναι. Αλλά εδώ στον «Αγαμέμνονα», η ποιότητα της σκέψης του θριαμβεύει.

Αφού όμως έχει περάσει πολλά. Απορώ αν υπήρξε άνθρωπος με παραπάνω από δέκα παραστάσεις Επιδαύρου στο ενεργητικό του που να μην αμφέβαλλε στην αρχή. Με έναν δωδεκαμελή συμβατικό Χορό να στέκεται μετωπικά προς το κοίλον, ένα σκηνικό μεταφερμένο από τον γιαπωνέζικο μινιμαλισμό, τυπικά κοστούμια του Κένι ΜακΛέλαν και με πρώτον από όλους τον Θοδωρή Κατσαφάδο να κραυγάζει από την ορχήστρα τα βάσανά του περισσότερο για να ακουστεί παρά για να «ερμηνεύσει» τον Φρουρό…

Κι όλα αυτά με χρήση (ωραίας) κινηματογραφικής μουσικής για χαλί, παρακαλώ, από τον Χάρη Πεγιάζη, και με το τακτικό γενικό κλείσιμο των φώτων από σκηνή σε σκηνή (!) σαν κινηματογραφικές σεκάνς.

Στα πρώτα λεπτά, σοβαρά ανησυχούσα για το ίδιο πρόβλημα με τους «Επτά»: για διδακτικό λαϊκισμό. Δεν είναι, ευτυχώς, η πρώτη φορά που με ξεγελά σκηνοθέτης. Ο Γκραουζίνις όπως φαίνεται είχε αυτή τη φορά μερικά καλά χαρτιά φυλαγμένα. Το πρώτο από αυτά λέγεται Γιώργος Μπλάνας.

Αν με ρωτήσετε, η μετάφρασή του είναι ο αληθινά κρίσιμος παράγοντας του «Αγαμέμνονα» – από αυτήν εξαρτάται το μέγεθος όλων των υπολοίπων. Ξέρω ότι οι μεταφράσεις του έχουν ξεσηκώσει πολλές και σοβαρές αντιδράσεις, με κύριο επιχείρημα ότι η ελευθερία ενός μεταφραστή έχει τα όριά της, που δεν πρέπει να ξεπερνιούνται γιατί τότε καταλήγουμε σε αναστοχασμό και αναδημιουργία, θεμιτά σε άλλες περιπτώσεις, όχι σε εκείνες όπου ως συγγραφέας αναγράφεται ο ανυπεράσπιστος κλασικός συγγραφέας κι όχι ο κατ’ όνομα μεταφραστής του.

Περιττό να πω ότι ανοίγουμε έτσι μεγάλη κουβέντα, που έχει γίνει πολλές φορές χωρίς αποτέλεσμα και ίσως τελικά χωρίς νόημα… Γιατί το θέατρο νομοθετεί γι’ αυτά από μόνο του. Αν ο Μπλάνας είναι σήμερα ο κεντρικός μεταφραστής μας στο αρχαίο θέατρο, είναι γιατί σε αυτόν συγκλίνουν τάσεις φανερές και αόρατες, σύγχρονες ευαισθησίες και γούστα, που σύμφωνα με αυτά θα μας μνημονεύουν οι επόμενες γενιές.

Αυτό κάνει σήμερα ο Μπλάνας στον «Αγαμέμνονα». Η μετάφρασή του ενσωματώνει ό,τι ρέει κάτω από το κείμενο και ό,τι υπερίπταται, ακόμα και ποιητικές αναλαμπές του ίδιου του μεταφραστή. Ο «Αγαμέμνων» είναι μια σύγχρονη «μετάφραση» του αρχαίου κειμένου, με το πρώτο συνθετικό υψωμένο στο τετράγωνο, σαν «μετα-μετάφραση».

Το δεύτερο χαρτί του Γκραουζίνις ανήκει στους πρωταγωνιστές. Να ξεκινήσω από τη Μαρία Πρωτόπαππα. Γιατί βρήκα τόλμη και αρετή στην Κλυταιμνήστρα της. Πόσα χρόνια είχαμε να δούμε τη βασίλισσα να κόβει σαν μαχαίρι και να λάμπει σαν κόσμημα; Σαν ακριβή και απόλυτη γυναίκα, η Κλυταιμνήστρα είναι ξανθιά, όμορφη και δηλητηριώδης, κομψή και εκτελεστική, δυναμική και σέξι, δείχνοντας τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να σταθεί ένας δυναμικός γυναικείος ρόλος χωρίς να καταλήγει ανδρόγυνο. Για την ευελιξία και τη δυνατότητα της ηθοποιού να κρατάει πολλά πορτρέτα της ίδιας γυναίκας ενωμένα, εκκινεί ο κάθε δικός μας έπαινος.

Ο Αγαμέμνων του Γιάννη Στάνκογλου εξέρχεται φανερά αμήχανα από τον Χορό –λόγω του σκηνικού–, όταν όμως ο ρόλος ξεδιπλώνεται, αποκτά ποιότητα μοναδική. Αυτός ο Αγαμέμνων μόνο νικητής δεν είναι. Θυμηθείτε τι λέει πριν από αυτόν ένας εξίσου αμφίσημος Κήρυκας από τον Αργύρη Πανταζάρα – πρόκειται στην πραγματικότητα για δύο ηττημένους που κρατούν το τραύμα της ντροπής κι ένα πουκάμισο αδειανό κάτω από τις δημόσιες ιαχές για τη νίκη. Και τι άλλο να κάνουν δηλαδή, παρά να πανηγυρίζουν; Αυτό τους κάνει να πιστεύουν ότι είναι ακόμα ζωντανοί.

Κάπως έτσι ο Αγαμέμνων του Στάνκογλου γίνεται ο πιο ανθρώπινος, τραυματισμένος βασιλιάς του Αργους που έχουμε δει. Κι ο Αίγισθός του είναι ακόμη καλύτερος. Ενας άνθρωπος μαλακός σαν το χόρτο, που δεν ψήθηκε ποτέ σε μάχη, ευχάριστος και φανερά λιγότερο μπρούτος από το alter ego του. Κι όμως η σύγκριση των δύο δεν τον κάνει να μοιάζει υποδεέστερος. Είναι μεγάλη επιτυχία του Στάνκογλου πως ο Αίγισθός του είναι μια μορφή όχι μικρή μα σμικρυσμένη.

Παράμερα, όπως πάντα, στέκει η Κασσάνδρα – φερμένη κι αυτή στη σκηνή άτσαλα, να παραδέρνει προσπαθώντας να πει όσα όλοι κατά βάθος γνωρίζουν αλλά δύσκολα παραδέχονται. Δύσκολη η θέση της Ιώβης Φραγκάτου – μου φάνηκε ανυπεράσπιστη μπροστά στο φορτίο του ρόλου. Σοφά όμως ακολούθησε την κοινή σκηνοθετική γραμμή: μην προσπαθήσεις να κερδίσεις τους θεατές. Προσπάθησε να τους κάνεις συμπαίκτες σου. Κι αληθινά, αυτός είναι ο λόγος που η Κασσάνδρα της διασώθηκε σαν ρόλος, αν όχι σαν πρόσωπο.

Ολη αυτή την ώρα ο Χορός έχει μια αποστολή. Να μας εκπροσωπεί στην ορχήστρα. Κάνουν κολπάκια στην αρχή πως είναι τάχα γέροι… – μα ποιους να ξεγελάσουν! Αυτοί δεν είναι οι δικοί μας άνθρωποι, οι συμπολίτες μας; Θα έλεγε κανείς πως ακόμα και η κάπως συμβατική εικόνα τους στο ίδιο αποσκοπεί. Να κρατήσει την ιδέα πως πρόκειται για σώμα πολιτών που συμμετέχουν στο έργο, το στηρίζουν και το διδάσκουν (Μάρκος Γέττος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Τάσος Θεοφιλάτος, Πανάγος Ιωακείμ, Δημήτρης Καραβιώτης, Ηλίας Μενάγιερ, Δημήτρης Μηλιώτης, Αλέξανδρος Μούκανος, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπανδρέου).

Υπάρχει εδώ κι ένα καταπληκτικό, κρυφό, σχόλιο από τον Γκραουζίνις. Η δύναμη του Αγαμέμνονα δεν πηγάζει από τίποτα άλλο παρά από τη δική τους αγκύλωση, από την αδυναμία τους να δουν προς το παρόν το δίκιο της άλλης πλευράς. Είναι ακόμη ένας Χορός γερόντων, ένας λαός ούτε σοφών ούτε φωτισμένων. Εχει να διαβεί μια μεγάλη πορεία με τους ήρωές του για να φτάσουν μαζί στην ισορροπία της εν θεώ Δημοκρατίας.

Αυτό ήταν λοιπόν το τελευταίο κρυμμένο χαρτί του Γκραουζίνις. Το χαρτί ενός κόσμου που παρακολουθεί μια σάρκα εκ της σαρκός του παράσταση. Μια πρόταση μεγάλη, λαϊκή και διδακτική στην απλότητα και τον στοχασμό της. Θα δρέψει το δίχως άλλο καρπούς το καλοκαίρι.