«Δεν νιώθω ότι επιστρέφω. Δεν επιστρέφεις κάπου από όπου δεν έφυγες ποτέ» λέει. Η Αγλαΐα Παππά, ένα από τα μεγάλα ταλέντα του θεάτρου μας, ηθοποιός με προσωπικότητα και προσεγμένη διαδρομή, πάντα με τους καλύτερους σκηνοθέτες, συγκλόνισε πριν από περίπου ένα χρόνο, 15 Ιουλίου του 2017, τον θεατρικό χώρο. Τραυματίστηκε βαρύτατα σε τροχαίο, που είχε κι ένα νεκρό. Κινδύνεψε η ζωή της. Εμεινε ένα χρόνο μακριά από τη σκηνή.
Η μεγάλη περιπέτεια της υγείας της δεν έχει λήξει εντελώς. Τη βρίσκω να κάνει καθημερινά φυσικοθεραπεία και να πηγαίνει επί ώρες σε πισίνα, να «προσπαθεί με λύσσα να ξαναγίνει το σώμα της αυτό που ήταν», να παλεύει για την αποκατάστασή του. Και την ίδια στιγμή κάνει και την πρώτη της εμφάνιση στη σκηνή.
«Επιστρέφει», κι ας μην της αρέσει η λέξη, στο θέατρο. Συμμετέχει στις «Παράξενες ιστορίες» της Violet Louise (Λουίζας Κωστούλα), που παρουσιάζεται από σήμερα μέχρι και την Πέμπτη στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Η δημιουργός της παράστασης τη χαρακτηρίζει μια «συναυλία/ηχητική παρτιτούρα». Συνεχίζει με αυτήν τη γνωστή της έρευνα πάνω στο πώς η αφήγηση μπορεί να ξεφύγει από το μονοπώλιο του λόγου. Να αναπτυχθεί μέσα σε ένα πολύπλοκο εργαστήριο που, με τη δημιουργική χρήση πολυμέσων, παράγει ηλεκτρονική μουσική, ήχους και εικόνες.
Η ίδια η Κωστούλα, σκηνοθέτις, performer, μουσικός και multimedia artist, θα μοιράζεται τη σκηνή με την Αγλαΐα Παππά.
«Η συνθήκη που δημιουργεί μου εκμαιεύει μια σειρά από ιστορίες του Εντγκαρ Αλαν Πόε» εξηγεί η ηθοποιός. Γι’ αυτό έπεσε «με τα μούτρα» στον συγγραφέα, για να ενταχθεί για δεύτερη φορά στον ιδιαίτερο κόσμο της Violet Louise. Ετσι κι αλλιώς είναι μαθημένη στα «περίεργα» και στα δύσκολα.
«Εξι φορές με τον Τερζόπουλο, τρεις με τον Βογιατζή, με τον Χουβαρδά, τον Βασίλιεφ…» απαριθμεί. «Δύο δρόμους έχω ως ηθοποιός. ‘Η ακολουθώ έναν μεγάλο σκηνοθέτη συνεχίζοντας τη μαθητεία και την έρευνά μου ή πηγαίνω με πολύ νεότερους ανθρώπους και τους προσφέρω ό,τι έχω και δεν έχω. Δεν γίνεται αλλιώς. Στη χώρα μας, δυστυχώς, δεν έχουμε μάθει να μεταδίδουμε τη γνώση από γενιά σε γενιά, κάτι που μας έχει στερήσει από μια μεγαλύτερη εξέλιξη σε όλους τους τομείς. Και μη νομίζετε ότι οι νέοι άνθρωποι είναι απαραίτητα ανατρεπτικοί και πρωτοπόροι. Μεγαλώνουν σε πολύ συντηρητικό περιβάλλον, νιώθουν ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτοί και πηγαίνουν συχνά με τα νερά της καθεστηκυίας τάξης. Συνήθως αυτοί που τολμάνε και ρισκάρουν είναι οι μεγαλύτεροι, που έχουν ήδη φτιάξει μια καριέρα και δεν έχουν τίποτα να χάσουν».
Η ίδια δεν ησυχάζει ποτέ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τον χειμώνα του 2017 έφυγε για τη Γαλλία.
Είχε προηγηθεί ένα σερί σημαντικών ερμηνειών και παραστάσεων: Διόνυσος στις «Βάκχες» της Μπρούσκου, το καλοκαίρι του 2014, στην Επίδαυρο.
Τον χειμώνα επανάληψη του «Αmor», αυτής της μεγάλης επιτυχίας, δική της και του Θόδωρου Τερζόπουλου.
Το καλοκαίρι του 2016, πάλι στην Επίδαυρο, στην πολυσυζητημένη «Λυσιστράτη» του Μαρμαρινού.
Κι όμως τα εγκατέλειψε όλα, για «να παίξει σε ένα πιο μεγάλο γήπεδο, γιατί εδώ είναι 5×5» όπως λέει. «Αλλωστε δεν νιώθω ότι έχω ρίζες, ότι ανήκω κάπου. Ισως γιατί από πολύ μικρή, έξι χρόνων, βρέθηκα στο Παρίσι, σε ένα γαλλικό σχολείο, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, και έπρεπε να τα βγάλω πέρα. “Μπαμπά, μόνο το κουδούνι καταλαβαίνω” έλεγα».
Η αίσθηση ελευθερίας, που κέρδισε από τις συχνές μετακινήσεις του δικαστικού πατέρα. Η στενή της σχέση με τη Γαλλία και τη γλώσσα της.
Αλλά και οι θεατρικές αναζητήσεις της ήρθαν πάντως και έδεσαν και με ένα αίσθημα απογοήτευσης και μπλοκαρίσματος στην Ελλάδα.
«Στα χρόνια του λάιφ στάιλ κάτι τύπους σαν κι εμένα μας είχαν για γραφικούς» λέει. «Στα χρόνια πάλι της κρίσης με πνίγουν αυτός ο τρομερός κανιβαλισμός και η επιθετικότητα που βγήκε στην επιφάνεια. Πολύ φοβάμαι πως θα συνεχιστούν για αρκετό ακόμα».
Στη Γαλλία, χειμώνα του 2017, πρόλαβε και παρουσίασε το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη στο θέατρο «Cine 13» του Κλοντ Λελούς στη Μονμάρτρη, έναν ιστορικό και πανέμορφο χώρο.
Εκλεισε να δουλέψει στους «Δαιμονισμένους» του Μπογκομόλοφ στη Στέγη, αλλά και σε μια παράσταση πάνω στο «Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο» στο Εθνικό Θέατρο της Εμίλια Ρομάνια, στη Βόρεια Ιταλία. Και τότε, μια νύχτα του Ιουλίου του 2017, στον δρόμο για το Πόρτο Χέλι το αυτοκίνητο που οδηγεί συγκρούεται μετωπικά με ένα άλλο. Βγαίνει από τα συντρίμμια με δεκαεννέα κατάγματα, σε πολύ σοβαρή κατάσταση.
«Ο Θεός μού έδωσε τη μεγάλη τύχη να ζήσω και να μη μείνω ανάπηρη» λέει. «Δεν υπήρχε λοιπόν περίπτωση να το βάλω κάτω. Το μόνο πράγμα που με κρατούσε ήταν το θέατρο. Εκεί ήταν ο νους μου, είναι το κίνητρό μου για τη ζωή». Και θυμάται «τους δύσκολους μήνες της απόλυτης ακινησίας, τότε που δεν μπορούσα να διαβάσω, αλλά και δεν ήθελα να γράψω -παρ’ όλο που με προέτρεπαν». Θυμάται ότι άρχισε να ανακαλύπτει «την πνευματικότητα» του σώματός της.
«Ο χρόνος δεν είχε πια αρχή και τέλος» περιγράφει. «Ηταν αέναος. Δεν υπήρχε πρωί, μεσημέρι, βράδυ, μεσάνυχτα. Δεν ήξερα αν περνούσαν δευτερόλεπτα, ώρες, μέρες, βδομάδες, μήνες. Παρατηρούσα διαρκώς το σώμα μου, το μυαλό μου… Ο Θόδωρος Τερζόπουλος μας έχει πολλές φορές οδηγήσει σε τέτοιους δρόμους, μας σπρώχνει να αναζητήσουμε τη μη ρεαλιστική διάσταση του χρόνου στο θέατρο. Και ξαφνικά το έζησα, το ένιωσα όλο αυτό στην ίδια τη ζωή μου».
