ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είδαμε έναν πολύ σημαντικό Τσέχοφ στο Φεστιβάλ Αθηνών, μια παράσταση από εκείνες που δύσκολα ξεχνιούνται και ακόμη δυσκολότερα επαναλαμβάνονται στα χρόνια. Το θείο παιδί του νέου ρωσικού θεάτρου, ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν, στα 34 του μόλις χρόνια, μπόρεσε να κάνει κάτι μεγαλύτερο από το να ανεβάσει τις «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ σε μια θηριώδη ερμηνευτικά πρόταση.

Μπόρεσε να τις «καθαρίσει» από όσα επιπρόσθετα, κάποτε έως και τοξικά, ευρήματα πρόσθεσε πάνω τους ένας αιώνας «πρωτοποριακότητας» και να τις εμφανίσει ξανά σε όλο το διαχρονικό μεγαλείο τους. Στο φεστιβάλ τελικά είδαμε έναν Τσέχοφ τόσο μεγάλο στην ευαισθησία του και τόσο απλό και βαθύ στην ανθρωπιά του σαν εκείνον που θυμόμασταν… Παρεμπιπτόντως να αναφέρουμε πως αυτό ο Κουλιάμπιν το έκανε παρουσιάζοντας το έργο στη ρωσική νοηματική γλώσσα, σαν παράσταση για κωφούς. Ναι, ανέβασε τις «Τρεις αδελφές» με «νοήματα», αντλώντας έμπνευση από την επικοινωνία ατόμων με -κυριολεκτικά- «ειδικές δεξιότητες».

Ηταν αυτό, λέει, μια ιδέα που είχε από παλιά. Ενας Τσέχοφ στον οποίο θα αποσιωπάται ο εξωτερικός, λεκτικός μανδύας των προσώπων και θα αναδύεται το υπόστρωμά τους μέσα από μια συνθετότερη γλώσσα. Και η γλώσσα αυτή θα περιλαμβάνει με τη σειρά της το σώμα με τους ήχους του, θα αποδίδει την υπόκωφη βουή του αισθήματος και θα απλώνεται σε όλη την παρουσία του συνομιλητή.

Και με αυτήν θα προβάλλει ένας κόσμος «κωφών» με τις δικές του τεχνικές επικοινωνίας. Σε αυτόν τον κόσμο ο καθένας θα πρέπει να επιβληθεί ανάμεσα στις τόσες άλλες κινήσεις των γύρω του και οι εκφράσεις του να σημανθούν στις τόσες άλλες… Ολοι οφείλουν να χειρονομούν συνεχώς, χωρίς να ακούνε τους θορύβους που κατοικούν στις λέξεις τους και γεμίζουν το σπίτι τους (οι ήχοι του περιβάλλοντος σε αληθινή ενορχήστρωση από τον σκηνοθέτη)… Αδυνατούν να αντιληφθούν τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει η ζωή τους, από το κουδούνι της εξώπορτας μέχρι τον ήχο ενός κόσμου που αλλάζει χωρίς να κοιτά τη δική τους μελαγχολία…

Και έτσι το δικό τους μειονέκτημα από κάποια στιγμή και μετά μοιράζεται σε όλους εμάς, τους «αρτιμελείς»… Οπως τόσο φανερά στα μάτια μας «αυτοί», έτσι κι «εμείς» μένουμε κουφοί στις λέξεις που θα μας άλλαζαν, διαρκώς φοβισμένοι σε έναν κόσμο που δεν πολυκαταλαβαίνουμε, και τόσο μα τόσο ευάλωτοι στην απειλή του χρόνου… Στον ρωσικό φορμαλισμό του Κουλιάμπιν -γιατί αν το καλοσκεφτούμε η ιδέα του είναι η τέλεια ένωση του Στανι –σλάβσκι με τον Μέγιερχολντ-, το πρώτο μάθημα έρχεται όχι από ό,τι μας αποξενώνει αλλά σε όσα μας ενώνουν με τη σκηνή των κωφών.

Είναι αυτό από μόνο του σπουδαίο, αλλά όχι αρκετό. Κι αν ξεκινούν από μια πρωτότυπη, τολμηρή και γόνιμη ιδέα οι «Τρεις αδελφές», αν έμεναν εδώ, το πολύ να κατέληγαν σε ένα, ας το πούμε, «σκηνικό αξιοπερίεργο». Σε μια κενή φόρμα, σε ένα σκεύος όμορφο από μόνο του, αλλά εντελώς άδειο.

Τα υπόλοιπα είναι τα σπουδαία. Εκείνα που ο Κουλιάμπιν τοποθέτησε στο σκεύος της παράστασής του. Πρώτα από όλα τη γνώση του τσεχοφικού κόσμου, τη βαθιά εκείνη γνώση που μόνο από Ρώσους μπορεί κανείς να περιμένει.

Κι έπειτα η ίδια η διδασκαλία του. Δεν πέρασε «κιχ» από το κείμενο, φράση ή νεύμα που να μείνει αδίδακτο ή ασχολίαστο, που να μη συνδεθεί με όλα τα υπόλοιπα, να μην ακουστεί στον μικρό κόσμο των Πραζόροφ και να χαθεί στη συνέχεια στον μεγάλο έξω κόσμο. Ωστε το έργο να μείνει σε εμάς στο τέλος διάφανο, να κοιτούμε τον βυθό και τις σιωπές του, ακόμα και τις συνάφειές του με τα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα…

Στον οίκο των Πραζόροφ (σκηνικά του Ολεγκ Γκολόβ–κο) -ο αληθινός πρωταγωνιστής της παράστασης-, στην κάτοψη και τα δωμάτιά του, ανασαίνει ένας κόσμος από εσώκλειστους και εγκλωβισμένους κουφούς, πλασμένους με μια δόση ανθρωπιάς και δύο ποίησης. Με ηθοποιούς ασυναγώνιστους να κουβαλούν στη σκηνική μαρτυρία τους και τα δύο μαζί, αδιαίρετα. Τιμητικά αναφέρω τους Ιρίνα Κριβόνος (Ολγα), Ντάρια Εμελιάνοβα (Μάσα), Λίντα Αχμετζιάνοβα (Ιρίνα), Ιλία Μουζίκο (Αντρέι) και Βαλέρια Κρουτσινίνα (Νατάσα).

Μαζί με τη μεγάλη διδαχή του ρωσικού θεάτρου: πως ο ρεαλισμός χωρίς την ποίηση είναι ρεαλισμός ανάπηρος. Οπως αυτά τα πρόσωπα του Κουλιάμπιν που μυστηριωδώς είναι ικανά να ακούσουν την ποίηση μιας σβούρας καθώς κυλάει στο τραπέζι – κάτι παιδικό, απλό και σπάνιο στη «χώρα των ακουόντων».

Οπως μια ολόκληρη πράξη, η τρίτη, που κυλάει βασανιστικά στο σκοτάδι και στον καπνό της πυρκαγιάς (τι να σημαίνει άραγε το σκοτάδι για τους κουφούς;…), με την αίσθηση του κινδύνου και του φόβου. Και όπως στο τέλος, όταν η στρατιωτική μπάντα παίζει την αναχώρηση των στρατιωτών, οι τρεις αδελφές, μέσα στην απόλυτη απόγνωση και σιωπή, θα ακούσουν κάτι…

Τι θα ακούσουν;… Οχι την μπάντα, πιστεύω. Αλλά μια εσωτερική φωνή που τις προσκαλεί ξανά στη ζωή, τις γεμίζει με δύναμη και τις λούζει με την αγάπη. Από χίλια κύματα περνώντας, οι αδελφές φτάνουν στην πηγή της ελπίδας, αποδεχόμενες την ατέλεια και την αδυναμία, υπερνικώντας τες με το χιούμορ, την αθωότητα και την πίστη στον άνθρωπο. Κι εμείς μαζί τους. Την καταβύθισή μας στη σιωπή, που κράτησε τεσσερισήμισι ώρες, ακολουθεί η ανάσα μιας ξεχασμένης μελωδίας.

Αυτήν την ανάσα χειροκροτούσε το κοινό όρθιο στην Πειραιώς. Κι ας ξεκίνησε με την αμφιβολία για όσα… δεν ακούγονται, με τεχνικά ζητήματα πρόσληψης (δεν ήταν εύκολο να παρακολουθούμε το ποιος «μιλάει» επί σκηνής), με την κόπωση για κάτι σχοινοτενές και διόλου συνηθισμένο. Κι όμως καταλήξαμε να κατοικήσουμε την παράσταση και να συγκλονιστούμε από την ανθρωπιά της. Και μάλιστα όπως θα το ζητούσε ο Τσέχοφ. Με οδηγό μας την αγάπη.