Εχουμε υποδεχθεί εδώ και λίγα χρόνια ακόμα έναν νέο προορισμό στον θεατρικό μας χάρτη, το θέατρο Ραντάρ, τη φορά αυτή στα σύνορα Δάφνης και Νέου Κόσμου. Οπως κάθε άλλη ανάλογη κίνηση, αποτελεί κι αυτή μια πρόταση με πολλές αγαθές προθέσεις, αλλά και υψηλό ρίσκο. Καλοτάξιδη ας είναι λοιπόν και με τις ευχές όλων. Η σκηνή του Ραντάρ έχει φανερά γίνει με μεράκι και γούστο, δημιουργώντας έναν ζεστό χώρο στη Βουλιαγμένης, σε μια γειτονιά από εκείνες που παλιά θα χαρακτηρίζαμε «εκτός θεατρικής πιάτσας».
Η τελευταία παραγωγή του θέλει φανερά να δώσει το στίγμα του νέου χώρου. Πρόκειται για ελληνικό έργο, το «Φαινόμενο Ρασομόν», από την Αναστασία Παπαστάθη, η οποία εδώ, εκτός από τον τίτλο του συγγραφέα και της διευθύντριας παραγωγής, συμμετέχει και ως σκηνοθέτις, φωτιστής και ερμηνεύτρια σε έναν από τους βασικούς ρόλους.
Η υπόλοιπη διανομή μοιράζεται ανάμεσα σε άλλους δοκιμασμένους ρολίστες, ώστε τελικά το αποτέλεσμα να εκπέμπει ένα καλλιτεχνικό άρωμα κάπως βαρύ, είναι η αλήθεια, ωστόσο πολύτιμο, όπως εκείνες οι προσπάθειες που ξεκινούσαν κάποτε από την Κυψέλη, το Μεταξουργείο ή του Γκύζη, για να μαζέψουν τους πιο ικανούς γύρω από το ποιοτικό δραματολόγιο και να επανδρώσουν με αυτούς παραστάσεις και θαύματα.
Το ίδιο το «Ρασομόν» είναι ασφαλώς πολύ γνωστό και σε πολλούς, αν μη τι άλλο από το κινηματογραφικό αριστούργημα του Κουροσάβα, που κι εκείνο αποτελεί μεταφορά των διηγημάτων ενός λιγότερο επιφανή συμπατριώτη του, του Ακουτάγκαβα. Πρόκειται για μια παραβολή πάνω στη σχετικότητα της αλήθειας, με την παράθεση διαφορετικών εκδοχών μιας ιστορίας, ώστε το ζητούμενο να μην είναι τι τελικά συνέβη όσο το πώς ένα γεγονός διαθλάται διαφορετικά στον καθένα, εξιστορείται διαφορετικά και διαφορετικά πλέκεται το νόημα των περασμένων.
Μια υπόθεση ληστείας και βιασμού γίνεται βάση για ένα γαϊτανάκι μαρτυριών που όχι μόνο αντιφάσκουν μεταξύ τους αλλά και η καθεμιά υπολογίζει για λογαριασμό της τον ένοχο και το θύμα. Αλλα λέει πως συνέβησαν ο ληστής, άλλα η γυναίκα, διαφορετικά ο ίδιος ο δολοφονημένος (μέσω της μαρτυρίας μιας τρίτης) κι άλλα, τέλος, κάποιος εξωτερικός μάρτυρας του συμβάντος…
Ομοια και στο έργο της Παπαστάθη, η υπόθεση μετατρέπεται σε αλληγορία για τα όρια της προσωπικής αλήθειας. Τρεις άγνωστοι διαβάτες βρίσκουν καταφύγιο μια βροχερή βραδιά του 10ου αιώνα -μαύρος Μεσαίωνας- στην πύλη μιας ερειπωμένης πόλης και η κουβέντα τους παίρνει αμπάριζα από αυτή την περίεργη και κάπως τρομακτική υπόθεση δολοφονίας.
Είναι ένας Ξυλοκόπος (Νίκος Μπουσδούκος), μια Περουκιέρισσα (Μαρία Σκούντζου), που βρίσκει το πρώτο υλικό της από τα γύρω πτώματα, και ένας προβληματισμένος και αληθινά χαμένος Μοναχός (Αναστασία Παπαστάθη). Καθώς μάλιστα κάθε εκδοχή παίρνει τη θέση της στη συζήτηση, η αναπαράστασή της φωτίζεται επί σκηνής (Ληστής ο Δημήτρης Τσολάκης, Ανδρας ο Γιώργος Λαμπριανός και Γυναίκα η Βίκη Κυριακοπούλου), σαν για να γίνει απολύτως φανερό πως κάθε μια από τις αφηγήσεις είναι δυνατό να έχει συμβεί, το ίδιο «πραγματική» και σημαίνουσα, ανθρώπινη και αντιληπτή, όπως και οι υπόλοιπες.
Μα τι τελικά συνέβη; Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, η λύση του προβλήματος αποκαλύπτεται στο τέλος, όταν ο κουρνιαχτός κατακάθεται κι όταν αυτό ελάχιστη σημασία έχει πια για εμάς. Γιατί έχουμε στο μεταξύ κατανοήσει ότι το «Ρασομόν» είναι φαινόμενο όχι του κόσμου, αλλά του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι ο παράγοντας που συχνότερα λησμονείται πίσω από κάθε ιστορία του. Κι ας είναι αυτός που δίνει στα πεπραγμένα το νόημά τους.
Κι ας καθορίζεται η εξωτερική, αντικειμενική «αλήθεια» τους από εκείνον κι αυτό που λέμε «νόημα» χάνεται στις δαιδαλώδεις διαδρομές της δικής του βούλησης, συνείδησης και κατάστασης. Η απόλυτη αλήθεια, αν υπήρχε, θα ήταν απάνθρωπη. Οσο ο κόσμος θα εξανθρωπίζεται, ολοένα και θα σχετικοποιείται.
Αυτό που θέλω να πω επομένως είναι πως από το λογοτεχνικό διήγημα μέχρι το κινηματογραφικό αριστούργημα και τη σκηνική μεταφορά του, το «Ρασομόν» δεν έχει να κάνει με τη σχετικότητα της επιστημονικής αλήθειας, όπως την εννοούν η φυσική ή τα μαθηματικά. Το κέντρο είναι ο άνθρωπος και η δική του αβεβαιότητα.
Πώς στην ευχή παρεμβαίνουν ζητήματα τιμής, ψυχολογίας, ίσως και τυχαιότητας σε κάτι «απλό»; Πόσο δύσκολο είναι να δούμε κάθε φορά τι συνέβη στο βάθος των προσώπων, να αναλογιστούμε το παρελθόν του καθενός, να προβάλουμε τις προθέσεις του, να φωτίσουμε τα κίνητρα και να αντιληφθούμε τελικά τη δυνατότητα ενός ανθρώπινου όντος να βγαίνει από τον «ρόλο» του θύτη και του θύματος, ώστε να αλλάζει αυτοβούλως την οπτική και το νόημα;
Είναι φανερό πως δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να φτάσουμε στη ρίζα αυτής της άποψης στο σύγχρονο θέατρο: λέγεται Πιραντέλο. Και το «Φαινόμενο Ρασομόν» δεν είναι παρά η μεταφορά στον χώρο του μεσαιωνικού δράματος και το ύφος του παραμυθοδράματος του εξπρεσιονιστικού, προσωπικού κόσμου που καθιέρωσε ο συγγραφέας τού «Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε».
Εχω την εντύπωση πως με το «Φαινόμενο Ρασομόν» το Ραντάρ επιβεβαιώνει τη γερή αρχή της πορείας του. Απ’ ό,τι κατάλαβα, η παράστασή του είναι περισσότερο «πρόταση παραγωγού». Το βαρύνον εδώ είναι η επιμέλεια, η φροντίδα και η τίμια απόδοση. Από τα «κουστούμια βεστιαρίου» και τα λεπτομερή σκηνικά (της Κυριακής Πανούτσου), τη μουσική υπόμνηση της ιαπωνικής καταγωγής του έργου (από τον Πάνο Φορτούνα), τις βαριές ερμηνείες ηθοποιών που στηρίζονται στη φυσική κατάρτιση και την τεχνική ωριμότητά τους, όλα συνηγορούν σε μια εικόνα που κοντεύουμε να λησμονήσουμε: ενός αστικού θεάτρου που σέβεται την όψη του, τον ρόλο του και τον θεατή του.
Μακάρι επομένως να προχωρήσει η γενναία απόπειρα του Νέου Κόσμου. Ορισμένες εκ μέρους μας παρατηρήσεις ίσως βοηθήσουν: Οπως το ότι σε τέτοια μικρά θέατρα, η εγγύτητα του θεατή στη σκηνή δεν βοηθάει μια λεπτομερή σκηνογραφία. Καλύτερα να αφήνονται τα πράγματα στην ποιητική νύξη. Κι ας μην είναι οι σκηνές τόσο περιγραφικές – δεν είναι ανάγκη να δίδεται η αίσθηση «υπερπαραγωγής». Εκτός από το ότι αυτό είναι γενικά ξεπερασμένο, δημιουργεί ένα σύμπαν που σε μικρή κλίμακα συναντιέται πλέον μόνο σε παιδικές σκηνές.
Εχω κατά μέρος να δηλώσω και μια δική μου αντίσταση στη μεταφορά της υπόθεσης του Ρασομόν στον πρώιμο Μεσαίωνα: δυσκολεύομαι να δω πού στο καλό θα βρίσκαμε Μοναχό που θα αναφωνούσε όπως αυτός στις αρχές του 10ου αιώνα ότι «πιστεύει στον άνθρωπο, πιστεύει στη ζωή!» Ο Μεσαίωνας είχε γενικά πολλά ζητήματα στο κεφάλι του – η σχετικότητα της αλήθειας δεν βρισκόταν ανάμεσά τους.
